Σάββατο, 18 Δεκεμβρίου 2010

Κάποια Χριστούγεννα

      Η ιστορία που θα σας διηγηθώ συνέβη κάποια Χριστούγεννα, σε κάποιον πολυσύχναστο δρόμο. Δεν έχει σημασία πού, πότε. Για μας, για μένα που τα είδα όλα και τώρα σας τα διηγούμαι, μόνο το γεγονός έχει σημασία. Θα σας τα αφηγηθώ όπως ακριβώς τα κατέγραψα την ώρα που συνέβαιναν. Τα πράγματα λοιπόν έχουν ως εξής:
    Είναι παραμονή Χριστουγέννων. Όλοι είναι στους δρόμους κάνοντας τα ψώνια της τελευταίας στιγμής. Ένα υλικό που λείπει για τη συνταγή των μελομακάρονων, ένα δωρο για μια ξεχασμένη θεία που μετά από 20 χρόνια γύρισε πίσω στην πατρίδα της, ένα ζευγάρι παπούτσια που κάποιος το αναζητούσε καιρό τώρα, στολίδια για το καινούριο δέντρο και άλλα τέτοια μικροπράγματα. Η ατμόσφαιρα γιορτινή και ευχάριστη. Μικρές ομάδες παιδιών που πηγαίνουν από πόρτα σε πόρτα τραγουδώντας ξεχωρίζουν μέσα στο πλήθος. Μικροπωλητές, έμποροι μπαλονιών και φιλόδοξοι Άϊ-Βασίληδες με τα πόνυ και τις φωτογραφικές μηχανές τους, συνθέτουν την εορταστική ατμόσφαιρα του μεγάλου εμπορικού δρόμου της πόλης. Έξι αγιοβασιλιάτικοι σκούφοι απομακρύνονται από το συνωστισμό κόβοντας δρόμο μέσα από μικρά στενάκια. Βέβαια, οι σκούφοι δεν πάνε μόνοι τους. Κάτω απ'άυτούς υπάρχουν δυο αγορίστικα και τέσσερα κοριτσίστικα κεφάλια που ανήκουν σε έξι παιδιά. Δυο αγόρια και τέσσερα κορίτσια. Τα κορίτσια κρατάνε τρίγωνα, το ένα από τα αγόρια μια φλογέρα, ενώ το άλλο μια μεγάλη τσάντα που περιέχει ένα πορτοφόλι.
     Τώρα θα με ρωτήσετε πώς τα ξέρω εγώ όλα αυτά. Μα τα βλέπω! Να τώρα ας πούμε περνάω πάνω από τους έξι αγιοβασιλιάτικους σκούφους που ανήκουν στα κορίτσια και τα αγόρια με τα τρίγωνα, τη φλογέρα και το πορτοφόλι. Αν κατέβω λίγο πιο χαμηλά μπορώ να τους παρακολουθώ καλύτερα. Τώρα βλέπω και τα πρόσωπά τους. Το ένα κορίτσι, το πιο κοντό απ'ολους, περπατάει πηδηχτά αφήνοντας τα μακριά μαλλιά της να ανεμίζουν. Οι άλλοι πέντε κοιτιούνται μεταξύ τους και κάτι λένε. Αν κατέβω λίγο πιο χαμηλά θα ακούσω καλύτερα. Ωραία, εδώ είναι καλά. 
- Δεν τα έχουμε πάει ποτέ καλύτερα με τα κάλαντα! Λέει ένα κορίτσι, το πιο μελαχρινό απ'όλα, στο ψηλό αγόρι με τη φλογέρα δίπλα της. Ευτυχώς που έχουμε μαζί μας τη Μαριτίνα. Αν δεν τραγουδούσε αυτή δεν ξέρω πως θα ακούγονταν οι γαϊδουροφωνάρες μας... Και ειδικά η δική μου. Συμπληρώνει τη φράση της, ξεκαρδισμένη σ'ένα γέλιο που κάνει την υπόλοιπη παρέα να χαμογελάσει και τους περαστικούς να κοιτάνε περίεργα. Πραγματικά έχει ένα γέλιο αυτό το κορίτσι! Πώς γελάει έτσι; Απ'ότι φαίνεται οι υπόλοιποι πέντε κάνουν τα πάντα για να τη σταματήσουν. Αν ήμουνα στη θέση τους δεν ξέρω τι θα έκανα για να πάψω να ακούω αυτό το γέλιο!
       Προχωράνε. Το γέλιο σταματάει σιγά σιγά και για λίγη ώρα περπατάνε και οι έξι αμίλητοι. Το κορίτσι που γελούσε πριν κουμπώνει το μπουφάν της και τρίβει τις φούχτες της.
-Έχει έναν σχετικό ψόφο πάντως. Λέει κάποια στιγμή βάζοντας γάντια. 
- Να δω πώς θα χτυπάω το τριγωνάκι έτσι, μονολογεί ταχύνοντας λίγο το βήμα της.
Περνάει λίγη ώρα ακόμα. Τώρα έχουν φτάσει έξω από ένα ψηλό κτήριο. Τους ακολουθώ κατά πόδας. Το κρύο είναι πραγματικά αισθητό ακόμη και σε μένα. Τα παιδιά περπατούν λίγο ακόμα και μετά σταματάνε σε μια πόρτα.
- Τι, αυτό είναι; ρωτάει μάλλον απογοητευμένο το αγόρι που κουβαλάει την τσάντα με το πορτοφόλι.
- Αυτό είναι κι αν σ'αρέσει ΟΚ; Τον αποπαίρνει το τρίτο από τα κορίτσια. Μία ψηλή κοπέλα με παράξενα ξανθά μαλλιά.
- Εντάξει μη φωνάζεις! Κάνει ένα επίσης ψηλό και υπερβολικά αδύνατο κορίτσι. Η τέταρτη της παρέας. Εσύ τη λες Σεμέλη; Να μπούμε; Ρωτάει απευθυνόμενη στο κορίτσι που λίγο πριν γελούσε.
-Εγώ λέω ναι. Δεν έχουμε να χάσουμε τίποτα... Έτσι δεν είναι;
- Ωραία αλλά ποιός θα χτυπήσει; Ρώτησε αμέσως το αγόρι που κουβαλάει την τσάντα.
        Από'τι φαίνεται, η παρέα διστάζει. Αλλά δεν ξέρω γιατί. Ούτε ξέρω τι είναι πίσω από την πόρτα που αποφάσισαν να χτυπήσουν. Βλέπετε, είμαι καινούριος στην πόλη και δεν ξέρω λεπτομερώς τα κατατόπια. Γι αυτό εξάλλου πήρα από πίσω τα παιδιά με τους σκούφους. Ακόμα κανείς δεν έχει κάνει το πρώτο βήμα πάντως. Αν αγγίξω το έδαφος θα τους παρατηρώ καλύτερα και θα πηγαίνω και πολύ πιο ξεκούραστα. Θα κατέβω κι ας μου συνιστούν να το αποφεύγω να είμαι τόσο πολύ χαμηλά.
- Εντάξει, μη σφάζεστε θα χτυπήσω εγώ. Λέει το αγόρι με τη φλογέρα που μιλάει για πρώτη φορά και το σίγμα του ακούγεται περίεργο. Αποφασιστικός ο νεαρός, σκέφτομαι. Και όμορφος. Έχει κάτι ωραία πράσινα μάτια. Άλλο πράμα. Εμείς τα κοιτάμε πολύ τα μάτια ξέρετε. Από'κει πηγάζει η φυσική ομορφιά. Από'κει φαίνεται και η πνευματική. Έτσι μου έχουν πει οι δάσκαλοί μου, όλοι οι έμπειροι το βλέπουν αυτό. Αλλά εγώ δεν είμαι έμπειρος. Α, το αγόρι με τα πράσινα μάτια χτύπησε την πόρτα. Τα άλλα παιδιά κοιτιούνται. Μια γιαγιά  φαίνεται στο άνοιγμα.
- Να τα πούμε; Ρώτησε το κορίτσι που το λένε Σεμέλη. Η γιαγιά έγνεψε και η παρέα φαίνεται έτοιμη να μιλήσει. Να "τα πει".
- Καλήν ημέραν άρχοντες κι αν ει, κι αν έιναι ορισμός σας Χριστού τη θεία γέννηση να πω, να πω στο αρχοντικό σας, Χριστός γεννάται σήμερον, εν Βη, εν Βηθλεέμ τη πόλη οι ουρανοί αγάλλονται, χαίρε, χαιρέται η φύσις όλη εν των σπηλαίων τίκτεται κι εν φα, εν φάτνη των αλόγων ο βασιλεύς των ουρανών και ποι, και ποιητής των όλων, σ'αυτό το σπίτι που'ρθαμε, πέτρα να μη ραγίσει κι ο νοικοκύρης του σπιτιού χίλια χρόνια να ζήσει. Και του χρόνου! Τραγούδησαν όλα τα παιδιά μαζί. Αυτά είναι τα κάλαντα λοιπόν. Να τι μαθαίνει κανείς όταν κατεβαίνει στη γη. Τραγούδησαν ωραία τα παιδιά πάντως, κυρίως η κοπέλα που τη λένε Μαριτίνα. Παρόλα αυτά δεν έχω ξανακούσει τέτοιο τραγούδι. Τραγουδούσαν και τα πέντε παιδιά, εκτός από αυτόν που έπαιζε τη φλογέρα, χτυπώντας τα τρίγωνα που είχαν μαζί τους. Μόλις τέλειωσε το τραγούδι είπαν και του χρόνου ενώ η γιαγιά εξαφανίστηκε πίσω από την πόρτα κλείνοντάς την με φόρα. Μα γιατί το κάνουν αυτό; Τραγουδάνε σε κάθε σπίτι, αλλά για ποιό λόγο; Αν θυμάμαι καλά, στο σχολείο μας είπαν ότι παίρνουν και λεφτά έτσι. Περίεργοι που είναι οι άνθρωποι...
-Έτσι είχε γίνει και πέρυσι; Ρώτησε τώρα μόλις το αγόρι με την τσάντα
- Ναι του απάντησε το ψηλό κορίτσι με τα παράξενα ξανθά μαλλιά. Ρε γαμώτο, είναι μαλακισμένη η κολώγρια! Τρία χρόνια τώρα ερχόμαστε εδώ και κάθε φορά μας πετάει την πόρτα στα μούτρα!
-ΟΚ ρε Στέλλα! Εντάξει! Τι να κάνουμε. Πάμε τώρα;
Μα γιατί θύμωσαν τα παιδιά. Δεν μπορώ να καταλάβω. Τι τους έκανε η γιαγιά και τη βρίζουν; Μήπως... αλλά μπα δεν γίνεται να είναι για τα λεφτά. Δεν ξέρω κανέναν που να στενοχωριέται για λεφτά. Μπορεί βέβαια για τους ανθρώπους κάτι να σημαίνουν. Ποιός ξέρει...
      Οι έξι αγιοβασιλιάτικοι σκούφοι έκαναν στροφή και χάθηκαν στον πολυσύχναστο δρόμο που έσφυζε από κόσμο που έκανε τις αγορές της τελευταίας στιγμής. Τότε έφυγα κι εγώ. Ίσως όμως έπρέπε να μείνω. Η δουλειά η δικιά μας, των αγγέλων, είναι να εμψυχώνουμε τους στεναχωρημένους. Αλλά ποτέ δεν ήμουνα καλός στην πράξη. Μου το έλεγαν και στο σχολείο. Πάντα άριστα στην παρατήρηση αλλά ποτέ καλός στην πράξη. Η πρώτη μου αποστολή στη γη στέφθηκε από παταγώδη αποτυχία. Από τότε ξανακατέβηκα πολλές φορές. Μια από αυτές μάλιστα ξανασυνάντησα το κορίτσι με το απίστευτο γέλιο, μια άλλη το αγόρι με τα ωραία μάτια. Ίσως κάποτε να συναντήσω και τη γιαγιά που έφυγε κλείνοντας την πόρτα. Ποιός ξέρει; Ίσως κάποια άλλα Χριστούγεννα.

Τρίτη, 14 Δεκεμβρίου 2010

3ος Διαγωνισμός Γραπτόυ Λόγου των Εκδόσεων Πατάκη

Οι εκδόσεις Πατάκη για το σχολικό έτος 2010-2011 διοργανώνουν διαγωνισμό γραπτού λόγου σε δυο θεματικές ενότητες.

Α.ΚΑΤΗΓΟΡΙΑ "ΕΚΠΑΙΔΕΥΣΗ"
Μαθητές Δημοτικού: Τι μου αρέσει και τι δε μου αρέσει στο σχολείο. Αν ήμουν υπουργός παιδείας, τι θα άλλαζα στο σχολείο σήμερα;
Μαθητές Γυμνασίου/Λυκείου: Πολλοί νέοι θεωρούν ότι το σχολείο είναι πολύ μακριά από τα ενδιαφέροντα, τα όνειρα, τις προσδοκίες τους. Συμφωνείς μαζί τους; Αν ναι, πώς οραματίζεσαι το σχολείο στο οποίο θα ήθελες να φοιτούσες σήμερα;

Β.ΚΑΤΗΓΟΡΙΑ "ΕΛΕΥΘΕΡΟ ΘΕΜΑ"
Μαθητές κάθε ηλικίας καλούνται να γράψουν ένα πεζό ή ποιητικό κείμενο, εππιλέγοντας αυτοί το θέμα για το οποίο αυτοί θέλουν να γράψουν. Τους ζητείται να δημιουργήσουν ένα κείμενο* προσωπικό, αυθόρμητο και ειλικρινές, εκφράζοντας τις σκέψεις, τα συναισθήματα, τις εμπειρίες τους, ή αναφερόμενοι σε περιστατικά είτε πραγματικά είτε φανταστικά.
* Τα πεζά κείμενα πρέπει να υπερβαίνουν τις 100 λέξεις, για τα ποιητικά κείμενα δεν υπάρχει ελάχιστο όριο λέξεων.

Ειδική επιτροπή θα διαλέξει 5 κείμενα που θα κερδίσουν:
1ο βραβέιο: 1 φορητός υπολογιστής ή ένα μουσικό όργανο** αξίας 500 ευρώ
2ο βραβείο: βιβλία των εκδόσεων Πατάκη αξίας 400 ευρώ
3ο βραβείο: βιβλία των εκδόσεων Πατάκη αξίας 350 ευρώ
4ο βραβείο: βιβλία των εκδόσεων Πατάκη αξίας 300 ευρώ
5ο βραβείο: βιβλία των εκδόσεων Πατάκη αξίας 250 ευρώ

Επίσης, 35 συμμετέχοντες θα κερδίσουν με κλήρωση από 2 βιβλία συνολικής αξίας 50 ευρώ
** Ο δικαιούχος του βραβείου θα επιλέξει ένα από τα δύο δώρα

Το δελτίο συμμετοχής οι συμμετέχοντες μπορούν να το προμιθευτούν απο το κεντρικό κατάστημα των Εκδόσεων Πατάκη (Εμμανουήλ Μπενάκη 16 10678, Αθήνα) ή από το site των εκδόσεων Πατάκη http://www.patakis.gr/. Οι νικητές θα ανακοινωθούν στις 03/05/2011.

Κρυσταλλοπηγή Μέρος 2

Ο βασιλιάς Λεοπόλδος και η βασίλισσα Αγνή κυβερνούσαν με δικαιοσύνη και περίσκεψη το λαό τους. Όμως, η Αγνή σκεφτόταν αρκετά τακτικά ότι είχε έρθει η ώρα να παντρευτεί η μεγάλη της κόρη και την απασχολούσε το ερώτημα πώς θα της βάλει λόγια να πει τελικά το ναι
     Έτσι μια μέρα σηκώθηκε νωρίς και πήγε να μιλήσει στη μάγισσα Ορελία και να πάρει τη συμβουλή της. Η μάγισσα Ορελία ήταν μία σύμμαχος του βασιλιά Λεοπόλδου του Μεγαλοπρεπή και ζούσε κοντά σε μια λίμνη λίγο πιο έξω από την Πρωτεύουσα. Η βασίλισσα Αγνή η καλοσυνάτη λοιπόν, έζεψε τα δύο φτερωτά άλογα και κίνησε για τη λίμνη στην κοιλάδα με τα Ροδόδεντρα να συναντήσει τη μάγισσα.                                                                     
  Όχι πολύ ώρα αργότερα, η φτερωτή άμαξα προσγειωνόταν στις όχθες της κοιλάδας των Ροδοδέντρων έξω από το σπίτι της μάγισσας. Η Αγνή κατέβηκε και χτύπησε τη μικρή ξύλινη πόρτα του σπιτιού το οποίο ήταν έτοιμο να καταρρεύσει. Οι ετοιμόρροπες ξύλινες σανίδες που τους χρησίμευαν ως τοίχοι μόλις που συγκρατούνταν από τα σκουριασμένα καρφιά και οι τρύπες στη στέγη, και όχι μόνο, επέτρεπαν στη βροχή και τον αέρα να εισβάλλουν στο μικρό σπιτάκι.
    Παρόλα αυτά, η μάγισσα Ορελία είχε μια αρχοντιά πάνω της. Ψηλή σαν όλες της μάγισσες με μακριά μαλλιά που έφταναν μέχρι τη μέση της και καλοστημένη. Πρόβαλε στην πόρτα και προσκάλεσε τη βασίλισσα να μπει στο παλατάκι της.
  -Καλή μου μάγισσα Ορελία, μόλις μπήκε μέσα και κάθισε, με έχεις βοηθήσει πολύ στο παρελθόν και σε ευχαριστώ μες από τα βάθη της καρδιάς μου, αλλά θα ήθελα μια ακόμη συμβουλή σου. Θα μου τη δώσεις;
 -Αγαπημένη μου βασίλισσα Αγνή, απάντησε η μάγισσα, είναι τιμή μου να σε βοηθάω. Πες μου ποιο είναι το πρόβλημα κι εγώ θα ψάξω να βρω ένα ξόρκι που θα στο λύσει. Προς το παρόν όμως, δέξου αυτό αυτούς τους καρπούς ως μικρό δώρο για σένα και το βασιλιά σύζυγό σου.

      Η βασίλισσα συγκινημένη από την προσφορά της μάγισσας δέχτηκε το δώρο και έπειτα ξεκίνησε να λέει το πρόβλημά της, μήπως και υπήρχε κανένα μαγικό ξόρκι που θα της έλεγε η μάγισσα Ορελία, προκειμένου να παντρευτεί η κόρη της. 
-Λοιπόν μάγισσα Ορελία άκου: Η μεγάλη μου κόρη, η Οριέττα, έχει ξεπεράσει την ηλικία της παντρειάς. Αν δεν παντρευτεί αυτή, δεν μπορεί να παντρευτεί κανένα από τα άλλα δυο βασιλόπουλα. Πολλά νέα και όμορφα παιδιά την έχουνε ζητήσει σε γάμο, αλλά αυτή, πριν καν τους δει, τους απορρίπτει. Θέλει λέει να τρέχει όλη μέρα στα λιβάδια και να κολυμπάει στη θάλασσα. Τι να κάνω καλή μου Ορελία; Βοήθησέ με μάγισσά μου.
-Μη στεναχωριέσαι αγαπημένη μου βασίλισσα, απάντησε χωρίς πολύ σκέψη η μάγισσα Ορελία, μπορεί να μην υπάρχει ξόρκι για να κάνεις κάποιον να παντρευτεί, αλλά έχω μια ιδέα. Η κόρη σου βασίλισσα Αγνή, η Οριέττα η Χρυσομαλλούσα, πρέπει να έχει ένα παιχνίδι από τα παιδικά της που να το ξεχωρίζει από τα άλλα. Στο παιχνίδι αυτό μίλα. Αυτό θα ξέρει τι πρέπει να πεις στη πριγκίπισσα για να την πείσεις.

      Μόλις άκουσε την απάντηση το πρόσωπο της βασίλισσας φωτίστηκε. Αμέσως είπε γεμάτη ενθουσιασμο:
-Μάγισσά μου σε ευχαριστώ! Πραγματικά δεν ξέρω τι άλλο να σου πω. Τι θέλεις να σου δώσω ως αντάλλαγμα γι αυτή τη συμβουλή σου;
-Καλή μου βασίλισσα Αγνή, καλώς σε ονόμασε ο κόσμος καλοσυνάτη. Δε θέλω να μου δώσεις τίποτα. Η ευτυχία η δικιά σου και της κόρης σου μου αρκεί.
      Και με αυτά τα λόγια η μάγισσα αποχαιρέτησε τη βασίλισσα η οποία ανέβηκε στη φτερωτή της άμαξα και σε μερικά λεπτά είχε επιστρέψει στο παλάτι.

Δευτέρα, 13 Δεκεμβρίου 2010

Ένας λόγος.
Ένα βλέμμα.
Μια κουβέντα.
Φέρνουν πόνο, φόβο, ελπίδα, αγάπη.

Πόνος.
Φόβος.
Ελπίδα
Αγάπη.
Συναισθήματα τόσο μακρινά και συνάμα τόσο κοντινά και χειροπιαστά.

Συναισθήματα...

Παρασκευή, 10 Δεκεμβρίου 2010

Facebook

                                   
    Το Facebook ο γνωστός σε όλους μας "ιστοχώρος κοινωνικής δικτύωσης", γεννήθηκε από στις 4 Φεβρουαρίου του 2004. Ο μπαμπάς της πραγματικά επιτυχημένης αυτής σελίδας ακούει στο όνομα Μαρκ Ζάκερμπεργκ. Όταν δημιουργήθηκε, το Facebook, απευθυνόταν στους φοιτητές του Harvard, αλλά έγινε πολύ γρήγορα παγκοσμίως γνωστό και πλέον είναι καθιερωμένο στις περισσότερες χώρες του κόσμου. 
    Το όνομα της ιστοσελίδας προέρχεται από τα έγγραφα παρουσίασης των μελών πανεπιστημιακών κοινοτήτων μερικών Αμερικάνικων κολεγίων που χρησιμοποιούσαν οι νεοεισερχόμενοι σπουδαστές για να γνωριστούν μεταξύ τους. Πολύ αργότερα το δικαίωμα συμμετοχής επεκτάθηκε για όλους τους σπουδαστές πανεπιστημίων, κατόπιν για τους μαθητές σχολείων και τέλος για κάθε άνθρωπο του πλανήτη που η ηλικία του ξεπερνούσε τα 13 χρόνια.
     Το Facebook σήμερα φολοξενεί πάνω από 500.000.000 μέλη, χάρη στα οποία κέρδισε τη θέση του 3ου πιο δημοφιλούς site του πλανήτη. Επίσης, το Facebook είναι ένα από τα δημοφιλέστερα site για ανέβασμα φωτογραφιών με πάνω από 14.000.000 φωτογραφίες καθημερινά. Παρ'όλη την επιτυχία του, το Facebook έχει υποστεί κριτική και κατηγορηθεί σε θέματα που αφορούν τα προσωπικά δεδομένα και τις πολιτικές απόψεις των ιδρυτών του. Παραμένει όμως εξαιρετικά αγαπητό και το κοινό του αυξάνεται καθημερινά και τόσο νέοι όσο και μεγαλύτερης ηλικίας άνθρωποι επιλέγουν να δημιουργήσουν το δικό τους χώρο στο site.
      Εμπρός λοιπόν βουρ για Facebook!!

Δευτέρα, 6 Δεκεμβρίου 2010

Remember remember the 6th of December

"Σάββατο βράδυ στο κέντρο της πόλης.  Ένας αστυνομικός πυροβολεί ένα μαθητή του Λυκείου.
 Αυτό συνέβει-κάποτε.
 Και με αυτό το γεγονός ξεκινά τούτη η ιστορία.
 Η ιστορία της Αγγέλας που ο πατέρας της ήταν...

 Αυτά τα λόγια διαβάζεικανείς στο οπισθόφυλλο του μυθιστορήματος του Μάνου Κοντολέων, με τον τίτλο Ανίσχυρος Άγγελος. Με αυτήν την αφορμή λοιπόν, ας ταξιδέψουμε δύο χρόνια πίσω, στο βράδυ της 6ης Δεκεμβρίου 2008.
Εκείνο το βράδυ που έμελλε να αλλάξει τις ζωές όλων μας. Όλοι θυμόμαστε τι είχε συμβεί τότε, όταν ένας αστυνομικός σκότωσε αναίτια ένα 15χρονο παιδί. Και όλοι νιώσαμε την οργή να ξεχειλίζει από μέσα μας. Από τότε πολλές απόψεις ακούστηκαν, πολλά λόγια ειπώθηκαν, οι δράστες δικάστηκαν και τιμωρήθηκαν. Κάποιοι υποστηρίζουν ότι το ζήτημα ξεχάστηκε. Και έπειτα ήρθε αυτό το βιβλίο να εξετάσει την όλη ιστορία από μία άλλη οπτική γωνία.
Ο ανγνώστης από την πρώτη σελίδα συναντά την Αγγέλα, 17 ετών, κόρη αστυνομικού, που ένα βράδυ Σαββάτου πηγαίνει να συναντησει το φίλο της-που μαζί του όμως έχει μία ξεθωριασμένη πλέον σχέση.
Στο τρένο συναντά ένα αγόρι. Κοιτάζονται. Μοιράζονται το ίδιο mp3. Εκείνος κατεβαίνει στο κέντρο. Εκείνη συνεχίζει για Πειραιά. Είναι η πρώτη και η τελευταία φορά που συναντιούνται.
Τα όσα θα ακολουθήσουν είναι λίγο πολύ γνωστά σε όλους μας ...

Το αγόρι θα βρεθεί στο μοιραίο ραντεβού με έναν άγγελο θανάτου.

Αλλά το μυθίστορημα δε στέκεται μόνο σε αυτά τα γεγονότα. Γιατί ο Μάνος Κοντολέων έχει διαλέξει ως πρωταγωνίστριά του την Αγγέλα, αυτήν την κοπέλα που ο πατέρας της θα είναι εκείνος που θα καταστρέψει τις ζωές πολλών-και τη δικιά της.
Κάποιος όμως θα είναι πάντα δίπλα της για να την προστατεύει. Τόσο δυνατός, αλλά συνάμα και τόσο ανίσχυρος...

Εδώ θα ήθελα να προσθέσω και λίγα λόγια ακόμα γι αυτό το βιβλίο. Επί προσωπικού.
Δεν ξέρω πως θα αντιδρούσα αν βρισκόμουν εγώ στη θέση της Αγγέλας. Δεν είμαι σίγουρος αν θα μπορούσα να αφήσω πίσω μου ανθρώπους με τους οποίους με δένει μία σχέση ζωής. Αν και σίγουρα θα ήξερα τι θα έπρεπε να κάνω, δεν ξέρω αν θα κατάφερνα να το κάνω. Ίσως κανένας από εμάς να μην μπορούσε να το κάνει. Θέλει δύναμη ψυχής.

Αλήθεια, τελικά τι άλλαξε  δύο χρόνια αργότερα από εκείνο το θλιβερό περιστατικό ; Τι άλλαξε, όχι στη χώρα, αλλά μέσα μας. Ένα παιδί σκοτώθηκε χωρίς λόγο από έναν άνθρωπο  που είχε αναλάβει την τήρηση της τάξης. Τότε όλοι βγήκαμε εξοργισμένοι στους δρόμους να διαμαρτυρηθούμε. Και τώρα ; Πόσοι πραγματικά θυμούνται εκείνο το βράδυ ; Μήπως αρχίζει σιγά σιγά και ξεχνιέται ; Ή μήπως θα το ξανανθυμόμασταν αν η απόφαση του δικαστηρίου δεν ήταν αυτή που περιμέναμε ; Πόσοι πραγματικά θα θέλαμε να είμαστε στη θέση της Αγγέλας ; Και αν ήταν φίλη μας, συμμαθητριά μας πώς θα της φερόμασταν τότε ;
Και φυσικά μπορούμε πάντοτε να λέμε ότι μια υπέρτατη δύναμη μας προστατεύει, αλλά τελικά ακόμα κι αυτή πόσο ανίσχυρη μπορεί να είναι ; Μπορεί άραγε να προλάβει κατστάσεις ; Να μην τις αφήσει να συμβούν ; Ο αγγελός μας τελικά είναι παντοδύναμος ή ανίσχυρος ;
Ένα θέμα που ο Μάνος Κοντολέων χειρίζεται αριστουργιματικά! Νομίζω πως αυτός ο προβληματισμός είναι και το κλειδί στο βιβλίο. Δεν έχω να προσθέσω τίποτε άλλο. Το μόνο που έχω να πω είναι να διβάσετε αυτό το βιβλίο. Θα είναι πάντοτε επίκαιρο, γιατί και πάλι στο οπισθόφυλλό του διαβάζουμε:
Ο Ανίσχυρος Άγγελος είναι ένα μυθιστόρημα. Πράγμα που σημαίνει πως από τη μία εστιάζεται σε ατομικές αντιδράσεις και από την άλλη δεν ακολουθεί τα όσα συνέβησαν. Αντίθετα συχνά τα αναστρέφει ή και τα παραποιεί προσπαθώντας να κατανοήσει την αλήθεια των ηρώων του. Αυτών και μόνο."

Το παραπάνω άρθρο έτυχε να το διαβάσω σε ένα περιοδικό που προτείνει βιβλία. Διαβάζοντας αυτο και στη συνέχεια και το βιβλίο, μπήκα σε σκέψεις και κατέληξα στο εξής συμπέρασμα :
Τι νόημα έχει να διαμρτηρόμαστε για ένα τετελεσμένο γεγονός από τη στιγμή που η δικαιοσύνη αποδόθηκε ; Ο ειδικός φρουρός Επαμινώντας Κορκονέας, αυτός που σκότωσε το νεαρό Αλέξη, τιμωρήθηκε με ισόβια κάθειρξη. Έχει δύο παιδιά τα οποία θα μεγαλώσουν χωρίς πατέρα. Πώς είναι άραγε να ζεις ξέροντας ότι ο γιυός σου, ο αδερφός σου, ο πατέρας σου ή ο άντρας σου είναι δολοφόνος ;

Σάββατο, 4 Δεκεμβρίου 2010

Για τους twilight lovers

ΡΙΓΟΣ
Άκου τους λύκους. Σε καλούν. Τίποτα πια δεν είναι όπως πριν.


από τη Maggie Stiefvater

Στην άκρη της μέρας, εκεί που οι σκιές υψώνονται απειλητικές και οι ψίθηροι γίνονται κραυγές, ζουν αγόρια και κορίτσια στην όψη σαν εσένα, σαν εμένα. Όταν στο δρόμα τα συναντάς, ρίγος ανεξήγητο σε διαπερνά, μια αύρα νιώθεις, μια ζεστασιά, να πληισιάσεις θέλεις μα δεν τολμάς. Άγγελοι είναι ξεχασμένοι εδώ στη Γη, στο αγγιγμά τους τρέμεις και το απίθανο ποθείς, βαμπίρ, λυκάνθρωποι με όψη γοητευτική, δεν ξέρεις αν φοβάσαι ή αν στην αγκαλιά τους θέλεις να χωθείς. Είναι κι αυτοί που'χουν το χάρισμα να βλέπουν από'κει, στ'όνειρο να βουτάνε και στον εφιάλτη να πετούν, κι άλλοι που πίσω στη Γη ξαναγυρνάνε με άλλο όνομα, αλλού, την αγάπη, λένε, πως εδώ αιώνια θα κυνηγούν. Είναι αγόρια και κορίτσια που μπορούν να σε κάνουν να ονειρευτείς, το απίθανο και το παράδοξο να νιώθεις πως μπορείς να κατακτήσεις, στα όρια της ανθρώπινης εμπειρίας να πορευτείς.



 Η Γκρέις έχει περάσει χρόνια παρακολουθώντας τους λύκους στο δάσος πίσω από το σπίτι της. Ξέρει πως ένας λύκος με κίτρινα μάτια -ο δικός της λύκος- την παρακολουθεί. Νιώθει μια βαθιά οικειότητα μαζί του δίχως να μπορεί να εξηγήσει το γιατί. Ο Σαμ ζει δύο ζωές. Η μία ως λύκος κι η άλλη ως άνθρωπος. Ως λύκος είναι η σιωπηλή συντροφιά της κοπέλας που αγαπάει. Ως άνθρωπος δεν έχει τολμήσει ακόμα να της μιλήσει. Όταν, κάποια στιγμή, οι κυνηγοί πληγώνουν τον Σαμ, αυτός καταφέρνει να αποκτήσει την ανθρώπινη μορφή του και βρίσκει καταφύγιο στο σπίτι της Γκρέις. Εκεί εκφράζεται η αγάπη των δύο νέων και ο αναγνώστης παρακολουθεί με αγωνία την πάλη του αγοριού να απαλλαγεί από το μοναχικό του παρελθόν αλλά και από την αγέλη των λυκανθρώπων που εποφθαλμιούν την ευτυχία του, καθώς και την πάλη της κοπέλας να τον κρατήσει για πάντα κοντά της βάζοντας, πολλές φορές, σε κίνδυνο την ίδια της τη ζωή.

Η Μάγκι Στίφβατερ δημιουργεί ένα υποβλητικό, αρχετυπικό μυθιστόρημα ρομαντικού έρωτα, το οποίο χτίζει πάνω στον μύθο του λυκάνθρωπου δίνοντάς του νέα πνοή, καθώς τα μυθικά αυτά όντα παύουν να είναι εξαρτημένα από τις ζωώδεις ορμές τους και αποκτούν τρόπους να τις τιθασεύουν με το πνεύμα και τα ευγενικά τους συναισθήματα. Η αφήγηση γίνεται με μικρά κεφάλαια, στα οποία εναλλάσσονται οι φωνές των δύο ηρώων και κοφτές προτάσεις, χαρίζοντας έτσι έναν έντονο ρυθμό αλλά και ανακουφιστικές στιγμές γαλήνης, ειδικά μετά τις σκηνές του επώδυνου σωματικού τρόμου του Σαμ, που οδηγούν τον αναγνώστη σε μια ολοένα αυξανόμενη συγκινησιακή φόρτιση μέχρι το τρυφερό τέλος.

Μια σύγχρονη ρομαντική ιστορία απελπισμένου έρωτα που γίνεται πραγματικότητα παρά τα αξεπέραστα εμπόδια, γραμμένη με θαυμαστή τέχνη από μια συγγραφέα που δείχνει να κατέχει πολύ καλά τα υλικά της αλλά και τις ανάγκες του κοινού στο οποίο απευθύνεται.

Ενα γνωμικό...

Η αγάπη είναι ένα λουλούδι. Όταν ο σπόρος της βρει στις καρδιές γόνιμο έδαφος φυτρώνει. Ποτίζεται από τα δάκρυα και μεγαλώνει μέσα στη γλάστρα της καρδιάς ένα κατακόκκινο τριαντάφυλλο. Όμως έρχεται η στιγμή που κάποιος θα το κόψει. Σαν το τριαντάφυλλο στο βάζο μέσα σε παλιό νερό, η αγάπη αρχίζει να μαρένεται μέχρι που κάποιος θα τη δει κι αντί να την πετάξει στα σκουπίδια αυτός θα τη φροντίσει. Θα κλάψει πάνω της και θα την ποτίσει και όταν έρθει η κατάλληλη στιγμή θα βρει μια καρδιά και θα τη φυτέψει.


Οι αγάπες περνάνε και μαρένονται σαν τα λουλούδια αλλά ποτέ δεν ξεριζώνονται. Πάντα όταν βρίσκουν γόνιμο έδαφος φυτρώνουν στην αρχή δειλά δειλά αλλά μετά φουντώνουν και θεριεύουν. Αυτά μας τα λεεί ένα γνωμικό.

Παρασκευή, 3 Δεκεμβρίου 2010

Η ποδηλάτισσα

Μια φορά κι έναν καιρό, όχι πολλά χρόνια πριν, σ'ένα παραθαλάσσιο χωριουδάκι με λίγους κατοίκους έπιασε να ξημερώνει. Ο ήλιος, ίδιος με πορφυρό δίσκο, αναδύθηκε από τη θάλασσα και μοίρασε απλόχερα τις ακτίνες του σε όλους. Τα σκυλιά τεντώθηκαν, οι γάτες γουργούρισαν και τα κοκόρια άρχισαν να αναγγέλλουν τον ερχομό της καινούριας μέρας.
     Σε λίγη ώρα, ακούστηκε η μηχανή από την τράτα του κυρ-Γιάννη, του ψαρά, ο οποίος γύριζε από το νυχτερινό του ψάρεμα. Με το που έφτασε στο λιμάνι και έδεσε τη βάρκα του στο μόλο, πήδηξε στη στεριά και άρχισε να τρέχει προς την πλατεία του χωριού λες και τον κυνηγούσαν δέκα τσοπανόσκυλα να τον φάνε. Σε λιγότερο από ένα λεπτό είχε φτάσει στην πλατεία και άρχισε να φωνάζει :
- Βγείτε όλοι να ακούσετε!  Την είδα!  Την είδα στ' αλήθεια!
- Τι έγινε κυρ- Γιάννη; Μη μου πεις ότι είδες την...
Είπε ο κυρ-Αντρέας, ο καφετζής, αποσιωπώντας το τέλος της φράσης του.
      Το υπόλοιπο χωριό έχοντας ακούσει τις φωνές του ψαρά, μαζεύτηκε στην πλατεία να ακούσει την ιστορία του. Όλοι φαντάζονταν ποιά είχε δει ο κυρ- Γιάννης. Τα πρόσωπα χλωμά, φοβισμένα. Η σιγή νεκρική.
- Λοιπόν  κυρ- Γιάννη; Πες μας.
Είπε με τρεμάμενη φωνή η κυρά- Αντωνία, η φουρνάρισσα. Μα ο κυρ- Γιάννης αντί για απάντηση είπε :
- Κυρά- Μαρία, εσύ δε βρήκες τα πράγματα της ποδηλάτισσας;
- Ναι, εγώ
Αποκρίθηκε η κυρά-Μαρία.
- Πες μου πώς τα βρήκες;
Τη ρώτησε ο ψαράς.
- Να, εχθές, εκεί που περπατούσα στο δρόμο πλάι στη θάλασσα, από'κεί που περνούσε η ποδηλάτισσα κάθε μέρα, βρήκα το κουδουνάκι, τις ρόδες, το τιμόνι, τα πετάλια, όλα σκόρπια. Εκεί δίπλα βρήκα τα φρούτα από το πανέρι της, το σάλι και το δαχτυλίδι της. Αναρωτήθηκα τι να έγινε η ποδηλάτισσά μας και κράτησα όλα όσα βρήκα.
Εξιστόρησε η κυρά- Μαρία.
- Εσύ τι είδες κυρ- Γιάννη;
Διέκοψε εκείνη τι στιγμή ο καφετζής.
- Εγώ, απάντησε ο ψαράς, εκεί που ψάρευα στα ανοιχτά, κοντά στο ξημέρωμα, την είδα να περνά πάνω από τα κύματα.
       Σιγή τάφου έπεσε για λίγο ανάμεσα στους κατοίκους. Αργότερα το γεγονός ξεχάστηκε, όχι όμως για πολύ. Την επομένη, ο κυρ- Αντρέας γύρισε και ανακοίνωσε ότι είχε πάει στο νεκροταφίο να επισκεφτεί τη μητέρα του όπως έκανε κάθε μήνα, όταν είδε στο βάθος την ποδηλάτισσα να περνά πάνω από τους τάφους. Το χωριό είχε αναστατωθεί, τι να έκαναν; Κανείς δεν ήξερε. Ο δήμαρχος ήταν σα θυμωμένο λιοντάρι στο κλουβί του. Μουγκαμάρα είχε πέσει στο χωριό.
       Όμως το πιο φοβερό απ'όλα ήταν ότι τρεις μέρες μετά το τραγικό συμβάν με την ποδηλάτισσα, η κυρά- Μαρία έχασε όλα τα πράγματα που είχε βρει. Τότε πια τα πράγματα είχαν φτάσει στο απροχώρητο. Το δημοτικό συμβούλιο ειδοποίησε την αστυνομία. Τα νέα έφτασαν μέχρι την Αθήνα και οι εφημερίδες που ενημέρωναν για την υπόθεση εξαντλούνταν αστραπιαία. Εκεί, σε μια απλή γειτονιά, ένας νεαρός ποιητής που άκουγε στο όνομα Οδυσσέας Ελύτης, όταν διάβασε την είδηση πήρε μολύβι και χαρτί και έγραψε:

Το δρόμο πλάι στη θάλασσα περπάτησα
που΄κανε κάθε μέρα η ποδηλάτισσα

Βρήκα τα φρούτα που'χε το πανέρι της
 το δαχτυλίδι που'πεσε απ΄το χέρι της

Βρήκα το κουδουνάκι και το σάλι της
τις ρόδες το τιμόνι το πετάλι της.

Τη ζώνη της τη βρήκα σε μιαν άκρη
μια πέτρα διάφανη που΄μοιαζε δάκρυ

Τα μάζεψα ένα ένα και τα κράτησα
κι΄έλεγα πού'ναι πού'ναι η ποδηλάτισσα

Την είδα να περνά πάνω απ'τα κύματα
την άλλη μέρα πάνω από τα μνήματα

Την τρίτη νύχτωσ'έχασα τα χνάρια της
στους ουρανούς ανάψαν τα φανάρια της.

Αυτό το ποίημα το ονόμασε "Η ποδηλάτισσα".

Τετάρτη, 1 Δεκεμβρίου 2010

Αξίζει να διαβάσετε....

Michael Morpurgo


"Born to run"

For Best Mate, beeing rescued is only the start of his adventures. From unwanted burden to favourite companion, and from pet to champion race dog, this remarkable greyhound proves that it's not just cats who have more than one life. Cast aside, kidnapped,or living rough on the streets, Best Mate can always find a way to survive. But will he ever find a real home?

"Γεννημενος δρομέας"



Ο Φιλαράκος σώζεται από πνιγμό όταν είναι κουταβάκι, αλλά αυτό είναι μόνο η αρχή των περιπετειών του.
Από ανεπιθύμητο πλάσμα σε αγαπημένο σύντροφο και από κει σε πρωταθλητή αγώνων, αυτό το εκπληκτικό σκυλί αποδεικνύει πως δεν είναι μόνο οι γάτες εφτάψυχες. Πεταμένος, θύμα απαγωγής, αλήτης στους δρόμους ή πιστός σύντροφος, ο Φιλαράκος πάντα καταφέρνει να ζήσει, αλλά θα βρει ποτέ τη ζεστασιά ενός σπιτιού;


Το βιβλίο στα αγγλικά κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Harper Collins αλλά μπορείτε να το βρείτε και μεταφρασμένο στα ελληνικά από τις εκδόσεις Πατάκη με τον τίτλο "Γεννημένος Δρομέας"

Μες απ΄τη φλόγα ενός κεριού

Μες απ΄τη φλόγα ενός κεριού
η ελπίδα ξεπροβάλλει
δειλά δειλά πισωπατά
για να χαθεί και πάλι

Μες απ'τη φλόγα ενός κεριού
όνειρα χίλια δύο
εξανεμίζονται σε μια στιγμή
μ'ένα πικρό αντίο

Μες απ΄τη φλόγα ενός κεριού
ο κόσμος μας αλλάζει
παιδιά πεθαίνουνε σωρό
μα ούτε που μας νοιάζει

Τρίτη, 30 Νοεμβρίου 2010

Κρυσταλλοπηγή

      Μια φορά κι έναν καιρό, πολλά χρόνια πριν, τότε που ακόμα υπήρχαν βασιλιάδες και βασίλισσες, πρίγκιπες και πριγκίπισσες και τους βοηθούσαν νάνοι, γοργόνες, γίγαντες, νεράιδες, μάγισσες και δράκοι, τότε που τα δέντρα, τα ζώα και τα πουλιά μιλούσανε και τα παιχνίδια ήταν ζωντανά, υπήρχε ένα βασίλειο που το λέγανε Κρυσταλλοπηγή.                                                
    Ο βασιλιάς της Κρυσταλλοπηγής λεγότανε Λεοπόλδος ο Μεγαλοπρεπής και η γυναίκα του βασίλισσα Αγνή η Καλοσυνάτη. Όλοι οι Κρυσταλλοπηγήτες αγαπούσανε τους βασιλιάδες τους, γιατί ήτανε ευγενικοί, γενναιόδωροι και καλόκαρδοι. Για αυτό εξάλλου τους έδωσαν το επίθετο «μεγαλοπρεπής» στο βασιλιά Λεοπόλδο και «καλοσυνάτη» στη βασίλισσα Αγνή.
     Το βασιλικό ζεύγος είχε και τρία παιδιά. Την πριγκίπισσα Οριέττα τη Χρυσομαλλούσα, τον πρίγκιπα Έκτορα τον Ατρόμητο και τη βασιλοπούλα Μέριλυ τη Γενναιόδωρη.  Η πριγκίπισσα Οριέττα ήταν 26 χρονών και είχε όμορφα μακριά μαλλιά στο χρώμα του χρυσού και πάντα έλεγε έναν καλό λόγο σε όλους. Παρόλη την ηλικία της η πριγκίπισσα Οριέττα ήθελε να είναι ελεύθερη να τρέχει στα λιβάδια και να κολυμπάει στη θάλσσα και δεν άκουγε λέξη από τον πατέρα της για γάμο παρόλο που πολλοί νέοι είχαν ζητήσει το χέρι της.
     Ο πρίγκιπας Έκτωρ ήταν όμορφος με καστανόξανθα μαλλιά και καλοφτιαγμένη κορμοστασιά. Παρόλα τα 24 χρόνια του είχε δείξει ήδη πολλές φορές τη γενναιότητά του με αποτέλεσμα ο λαός να τον ονομάσει «ατρόμητο».
     Τέλος η βασιλοπούλα Μέριλυ ήταν 17 χρόνων με μαύρα μαλλιά και κάτασπρο δέρμα. Η αγαπημένη της ασχολία ήταν να δημιουργεί. Έφιαχνε τα πάντα και τα πρόσεφερε σε όποιον τα είχε ανάγκη. Όμως η μικρή Μέριλυ ήταν πολύ μοναχική και δεν έκανε παρέα παραμόνο με μερικά ζώα , τη νεράιδα Μάγια και της γοργόνες Κοραλλία και Θαλασσινή. Το μόνο άτομο στο οποίο είχε τυφλή εμπιστοσύνη ήταν ο αδερφός της ο πρίγκιπας Έκτωρ και παρόλη την ηλικιακή τους διαφορά έκαναν πολύ καλή παρέα και ήταν πολύ αγαπημένοι και ενωμένοι μεταξύ τους.
      Όλα  στο βασίλειο της Κρυσταλλοπηγής πήγαιναν καλά και οι κάτοικοί της ήταν ευχαριστημένοι. Ο βασιλιάς Λεοπόλδος και η βασίλισσα Αγνή κυβερνούσαν με δικαιοσύνη και περίσκεψη το λαό τους. Όμως, η Αγνή σκεφτόταν αρκετά τακτικά ότι είχε έρθει η ώρα να παντρευτεί η μεγάλη της κόρη και την απασχολούσε το ερώτημα πώς θα της βάλει λόγια να πει τελικά το ναι.