Παρασκευή, 3 Δεκεμβρίου 2010

Η ποδηλάτισσα

Μια φορά κι έναν καιρό, όχι πολλά χρόνια πριν, σ'ένα παραθαλάσσιο χωριουδάκι με λίγους κατοίκους έπιασε να ξημερώνει. Ο ήλιος, ίδιος με πορφυρό δίσκο, αναδύθηκε από τη θάλασσα και μοίρασε απλόχερα τις ακτίνες του σε όλους. Τα σκυλιά τεντώθηκαν, οι γάτες γουργούρισαν και τα κοκόρια άρχισαν να αναγγέλλουν τον ερχομό της καινούριας μέρας.
     Σε λίγη ώρα, ακούστηκε η μηχανή από την τράτα του κυρ-Γιάννη, του ψαρά, ο οποίος γύριζε από το νυχτερινό του ψάρεμα. Με το που έφτασε στο λιμάνι και έδεσε τη βάρκα του στο μόλο, πήδηξε στη στεριά και άρχισε να τρέχει προς την πλατεία του χωριού λες και τον κυνηγούσαν δέκα τσοπανόσκυλα να τον φάνε. Σε λιγότερο από ένα λεπτό είχε φτάσει στην πλατεία και άρχισε να φωνάζει :
- Βγείτε όλοι να ακούσετε!  Την είδα!  Την είδα στ' αλήθεια!
- Τι έγινε κυρ- Γιάννη; Μη μου πεις ότι είδες την...
Είπε ο κυρ-Αντρέας, ο καφετζής, αποσιωπώντας το τέλος της φράσης του.
      Το υπόλοιπο χωριό έχοντας ακούσει τις φωνές του ψαρά, μαζεύτηκε στην πλατεία να ακούσει την ιστορία του. Όλοι φαντάζονταν ποιά είχε δει ο κυρ- Γιάννης. Τα πρόσωπα χλωμά, φοβισμένα. Η σιγή νεκρική.
- Λοιπόν  κυρ- Γιάννη; Πες μας.
Είπε με τρεμάμενη φωνή η κυρά- Αντωνία, η φουρνάρισσα. Μα ο κυρ- Γιάννης αντί για απάντηση είπε :
- Κυρά- Μαρία, εσύ δε βρήκες τα πράγματα της ποδηλάτισσας;
- Ναι, εγώ
Αποκρίθηκε η κυρά-Μαρία.
- Πες μου πώς τα βρήκες;
Τη ρώτησε ο ψαράς.
- Να, εχθές, εκεί που περπατούσα στο δρόμο πλάι στη θάλασσα, από'κεί που περνούσε η ποδηλάτισσα κάθε μέρα, βρήκα το κουδουνάκι, τις ρόδες, το τιμόνι, τα πετάλια, όλα σκόρπια. Εκεί δίπλα βρήκα τα φρούτα από το πανέρι της, το σάλι και το δαχτυλίδι της. Αναρωτήθηκα τι να έγινε η ποδηλάτισσά μας και κράτησα όλα όσα βρήκα.
Εξιστόρησε η κυρά- Μαρία.
- Εσύ τι είδες κυρ- Γιάννη;
Διέκοψε εκείνη τι στιγμή ο καφετζής.
- Εγώ, απάντησε ο ψαράς, εκεί που ψάρευα στα ανοιχτά, κοντά στο ξημέρωμα, την είδα να περνά πάνω από τα κύματα.
       Σιγή τάφου έπεσε για λίγο ανάμεσα στους κατοίκους. Αργότερα το γεγονός ξεχάστηκε, όχι όμως για πολύ. Την επομένη, ο κυρ- Αντρέας γύρισε και ανακοίνωσε ότι είχε πάει στο νεκροταφίο να επισκεφτεί τη μητέρα του όπως έκανε κάθε μήνα, όταν είδε στο βάθος την ποδηλάτισσα να περνά πάνω από τους τάφους. Το χωριό είχε αναστατωθεί, τι να έκαναν; Κανείς δεν ήξερε. Ο δήμαρχος ήταν σα θυμωμένο λιοντάρι στο κλουβί του. Μουγκαμάρα είχε πέσει στο χωριό.
       Όμως το πιο φοβερό απ'όλα ήταν ότι τρεις μέρες μετά το τραγικό συμβάν με την ποδηλάτισσα, η κυρά- Μαρία έχασε όλα τα πράγματα που είχε βρει. Τότε πια τα πράγματα είχαν φτάσει στο απροχώρητο. Το δημοτικό συμβούλιο ειδοποίησε την αστυνομία. Τα νέα έφτασαν μέχρι την Αθήνα και οι εφημερίδες που ενημέρωναν για την υπόθεση εξαντλούνταν αστραπιαία. Εκεί, σε μια απλή γειτονιά, ένας νεαρός ποιητής που άκουγε στο όνομα Οδυσσέας Ελύτης, όταν διάβασε την είδηση πήρε μολύβι και χαρτί και έγραψε:

Το δρόμο πλάι στη θάλασσα περπάτησα
που΄κανε κάθε μέρα η ποδηλάτισσα

Βρήκα τα φρούτα που'χε το πανέρι της
 το δαχτυλίδι που'πεσε απ΄το χέρι της

Βρήκα το κουδουνάκι και το σάλι της
τις ρόδες το τιμόνι το πετάλι της.

Τη ζώνη της τη βρήκα σε μιαν άκρη
μια πέτρα διάφανη που΄μοιαζε δάκρυ

Τα μάζεψα ένα ένα και τα κράτησα
κι΄έλεγα πού'ναι πού'ναι η ποδηλάτισσα

Την είδα να περνά πάνω απ'τα κύματα
την άλλη μέρα πάνω από τα μνήματα

Την τρίτη νύχτωσ'έχασα τα χνάρια της
στους ουρανούς ανάψαν τα φανάρια της.

Αυτό το ποίημα το ονόμασε "Η ποδηλάτισσα".

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου