Σάββατο, 24 Δεκεμβρίου 2011

Μια Χριστουγεννιάτικη ιστορία

Οι μικροί συγγραφείς διπλασιάστηκαν!!(δηλαδή μόλις έγιναν δύο). Η φετινή Χριστουγεννιάτικη ιστορία ανήκει στη Φαίδρα, που πάει έκτη δημοτικού.
Ο άγιος Βασίλης κι εγώ!!!
                                             ΚΕΦΑΛΑΙΟ 1ο
Η μικρή Άννα ήταν ένα οχτάχρονο κοριτσάκι που ζούσε στον Καναδά μαζί με την δεκαεξάχρονη αδελφή της, Σαρίνα, τον πατέρα και την μητέρα της.
    Τα Χριστούγεννα πλησίαζαν και η Άννα ήταν έτοιμη για όλα. Τα Χριστούγεννα ήταν η αγαπημένη της γιορτή! Είχε στολίσει το δωμάτιό της με πολύχρωμες γιρλάντες, φωτάκια, ένα μικρό έλατο, χάρτινα αγγελάκια , τρεις μινιατούρες του Άϊ- Βασίλη και όλα αυτά σε μία μέρα τα πρόλαβε.
   Η αδελφή της, αντιθέτως είχε βάλει μόνο δύο γιρλάντες. Η Άννα δεν την καταλάβαινε ώρες, ώρες. Η Σαρίνα ήταν έφηβη και είχε πολλά χρόνια διαφορά με την Άννα.
  Πάντως το γιορτινό πνεύμα δεν άργισε να έρθει για της δύο  αδελφές…
             
                        Κεφάλαιο 2ο
   Η μικρή Άννα καθισμένη στο στρογγυλό τραπέζι της κουζίνας έγραφε το γράμμα της στον Άϊ-Βασίλη.
-        Θα του ζητήσω, μια κούκλα. Μμμ… ή ένα κουκλόσπιτο, ή ένα ποδήλατο… εσύ Σαρίνα τι θα του ζητήσεις;
-        Εγώ δεν πιστεύω στον Άϊ-Βασίλη και σε άλλες κουταμάρες, απάντησε η Σαρίνα απότομα.
-        Τι εννοείς δεν πιστεύεις;
-        Εννοώ πως δεν πιστεύω, δεν υπάρχει Άϊ-Βασίλης!
-        Μαμά, είναι αλήθεια πως δεν υπάρχει Άϊ-Βασίλης, ρώτησε η μικρούλα με λύπη.
-        Φυσικά και υπάρχει, αγάπη μου. Απάντησε η μαμά της.
Τότε ένα πλατύ χαμόγελο ζωγραφίστηκε στο πρόσωπο της Άννας και χωρίς να κοιτάξει την Σαρίνα συνέχισε να σκέφτεται τι να του ζητήσει.
   Ώσπου νύχτωσε και δεν είχε σκεφτεί ακόμη τίποτα. Είπε ότι θα το συνέχιζε, το γράμμα της αύριο κι έπεσε να κοιμηθεί. Σε τρεις ημέρες θα ήταν το  και το βράδυ των Χριστουγέννων. 
                          
                                     ΚΕΦΑΛΑΙΟ 3ο  
Γκκκ……Γκκκ…. Η μικρή Άννα ξύπνησε τρομαγμένη. Γκκκ…Γκκκ… να τος πάλι αυτός ο παράξενος θόρυβος. Σηκώθηκε απ’ το κρεβάτι της και πήγε στην μαμά της, αλλά δεν ήταν εκεί. Είχε πάει με τον άντρα της σινεμά. Γι’ αυτό η Άννα πήγε στην Σαρίνα.
-        Σαρίνα, ακούω ένα παράξενο θόρυβο στο δωμάτιό μου.
Η Σαρίνα της έκανε σήμα με το χέρι της να φύγει και συνέχισε να μιλάει στο κινητό της.
-        Σαρίνααα!!!!!!!!!!!!!!!!! Έβγαλε τότε μια τσιρίδα η Άννα που με επιτυχία κατάφερε να τραβήξει την προσοχή της αδελφής της.
-        Τι θες μικρό, γιατί φωνάζεις έτσι; Είπε η Σαρίνα νευριασμένη κλείνοντας το κινητό της.
-        Ακούω έναν παράξενο ήχο στο δωμάτιό μου.
-        Και τι μπορώ να κάνω εγώ γι’ αυτό;
-        Μπορείς να τον σταματήσεις;
-        Γιατί, φοβάσε; Είπε σαρκαστικά η Σαρίνα.
-        Όχι, αλλά……..
-         Δεν έχει αλλά. Πήγαινε τώρα να κοιμηθείς. Άντε, άντε!
-        Γιατί δεν με βοηθάς, γιατί είσαι τόσο κακιά μαζί μου;
-        Άκου να σου πω, εγώ δεν είμαι καθόλου κακιά, αλλά δεν γίνεται να μην φωνάζω όταν με ενοχλεί ένα μικρό.
-        Γι’ αυτό δεν σου φέρνει δώρο ο Άϊ-Βασίλης τα Χριστούγεννα και στο φέρνει πάντα η μαμά, γιατί είσαι κακό παιδί.
-        Έλα, συγγνώμη που σου φώναξα, αλλά κι εγώ θέλω τον δικό μου χώρο και χρόνο και όπως σου έχω πει εκατό φορές: ΔΕΝ ΠΙΣΤΕΥΩ ΠΩΣ Ο ΑΪ-ΒΑΣΙΛΗΣ ΥΠΑΡΧΕΙ!!!
-        Υπάρχει, και θα στο αποδείξω, είπε η Άννα νευριασμένη, θα πάω στον βόρειο πόλο και θα στον φέρω εδώ, να τον δεις με τα ίδια σου τα μάτια. Και με αυτά τα λόγια, ξεχνώντας τον ήχο που την ενοχλούσε, πήγε για ύπνο.

                                Κεφάλαιο 4ο
    Ενώ η Άννα ετοιμαζόταν για το ταξίδι της στον βόρειο πόλο, ο Άϊ-Βασίλης είχε άλλα προβλήματα.
-        Άγιε, άγιε, φώναξε ένα ξωτικό.
-        Τι έγινε Σφίλοτ, ρώτησε όλο απορία ο άγιος.
-        Δεν καταφέραμε να στην φέρουμε.
-        Μα τώρα ποιός θα με βοηθήσει να μοιράσουμε τα δώρα; Ξέρεις το έθιμο, πρέπει κάθε χρόνο να με βοηθήσει να μοιράσουμε τα δώρα το παιδί που πιστεύει πάρα πολύ σε εμένα, αλλιώς……
-        Αλλιώς δεν έχει δώρα, εεεεε; Ο Σφίλοτ το ξωτικό τώρα είχε χλομιάσει.
-        Πήγαινε πάλι και αυτή τη φορά πάρε όλα τα ξωτικά μαζί σου, είπε ο Άγιος με αποφασιστικότητα.
-        Πηγαίνω, πηγαίνω, και σας υπόσχομαι πως το βράδυ της Πρωτοχρονιάς θα είναι μαζί σας.
    Ο άγιος κάθισε στην πλατιά καρέκλα του και συνέχισε να συλλογίζεται. Το βράδυ της Πρωτοχρονιάς  ήταν σε δύο ημέρες και σε σαράντα οχτώ ώρες θα έπρεπε να ήταν πάνω από τα σπίτια των παιδιών και να μοίραζε τα δώρα.

                    Κεφάλαιο 5ο
Η Άννα τσέκαρε για μια φορά ακόμη την τσάντα της για να σιγουρευτεί πως ήταν έτοιμη να ξεκινήσει το ταξίδι της.
-        Χαρτί, τσεκ! Μολύβι, τσεκ! Κόκκινος σκούφος, τσεκ! Η Άννα ήταν έτοιμη. Θα πήγαινε με το ποδήλατό της απ’ τον Καναδά στον βόρειο πόλο. Όλοι όμως ξέρουμε ότι αυτό δεν γίνεται, η μικρή Άννα όμως πίστευε τόσο πολύ στον άγιο και τώρα δεν μπορούσε να κάνει πίσω.
-        Άννα πού πας, τσίριξε η Σαρίνα.
-        Στον βόρειο πόλο!
-        Δε γίνεται αυτό, έλα πίσω τώρα αμέσως!!!
Η Άννα είχε ήδη αρχίσει να τρέχει με το ποδήλατο, ώσπου είδε κάτι να έρχεται απ’ τον ουράνο.
-        Εξωγήινοι, φώναξε η Σαρίνα.
Η Άννα έμεινε κόκαλο, δεν μπορούσε να κουνηθεί.
-        Άννα τρέξε, η Σαρίνα πήγε και τράβηξε την Άννα, η Άννα όμως δεν κουνήθηκε.
Το γιγάντιο πράγμα πάρκαρε μπροστά της και η Άννα είχε μείνει να κοιτάει με μάτια ορθάνοικτα.
-        Γειά σας, ακούστηκε μια τσιριχτή φωνούλα μέσα απ’ το σκάφος και σε λίγο ξεπρόβαλε ένα ξωτικό.
-        Είσαι ένα απ’ τα ξωτικά του Άϊ-Βασίλη, ρώτησε η Άννα.
-        Είμαι ο Σφίλοτ, ένα απ’ τα καλύτερα ξωτικά του Άϊ-Βασίλη, είπε ο Σφίλοτ όλο περηφάνια.
-        Και τι θες εδώ, ξαναρώτησε η Άννα.
-        Ήρθα να πάρω εσένα, εσύ δεν είσαι η Άννα;
-        Ναι, εγώ είμαι.
-        Σε θέλει ο Άγιος.
-        Εμένα, τι με θέλει;
-        Υπάρχει ένα έθιμο που λέει ότι πρέπει ένα παιδί που πιστεύει πάρα πολύ στον άγιο να τον βοηθήσει να μοιράσει τα δώρα, είπε ο Σφίλοτ και πρόσεξε πως ένα χαμόγελο είχε ζωγραφιστεί στο πρόσωπο της μικρούλας. Λοιπόν, θα έρθεις;
     Τότε η Άννα πήδησε μέσα στο σκάφος και ετοιμάστηκε για την απογείωση.
-        Στοοοπ, φώναξε όσο δυνατά μπορούσε η Σαρίνα και πιάστηκε από το σκάφος.
   Ο Σφίλοτ και η Άννα δεν το είχαν πάρει είδηση, μιας και το σκάφος βρισκόταν ήδη στον αέρα…..

                     Κεφάλαιο 6ο
-        ΆΑΑΑΑ, ακούστηκε η φωνή της Σαρίνας απ’ το κάτω μέρος του σκάφους.
     Τότε ο Σφίλοτ με την Άννα κατάλαβαν ότι κάποιος ήταν στο κάτω μέρος του σκάφους και ανεβάσανε και την Σαρίνα στο σκάφος.
-        Ποια είσαι εσύ, ρώτησε ο Σφίλοτ.
-        Είναι η αδελφή μου, η Σαρίνα, απάντησε η Άννα.
-        Π-π-πού πάμε, ρώτησε η Σαρίνα ενώ έτρεμε απ’ το κρύο.
-        Στον Άϊ-Βασίλη, απάντησε ο Σφίλοτ.
-        Ναι καλά, είπε η Σαρίνα.
-        Ναι, Σαρίνα πάμε στον Άγιο, στο είπα ότι υπάρχει, στο είπα!
   Από τότε  η Σαρίνα άρχισε τα παράπονα, πως κάνει κρύο, πως ζαλίζεται, και άλλα τέτοια πράγματα.


                      Κεφάλαιο 7ο
Βζζζζζ… ακούστηκε ένας θόρυβος απ’ την μηχανή του σκάφους, βζζζζζζ….
-        Ώχ, αυτό δεν είναι καθόλου καλό, είπε ο Σφίλοτ.
-        Τι εννοείιιιιιις, το σκάφος άρχισε να πέφτει όλο και πιο χαμηλά, όλο και με μεγαλύτερη ταχύτητα.
-        Άααααα, θα πεθάνουμε, θα πεθάνουμε, τσίριξε η Σαρίνα.
-        Ααα… είπαν όλοι μαζί!!!
Ώσπου όλοι βρέθηκαν στο μέσα στο χιόνι.
-        Πού είμαστε, ρώτησε η Άννα.
-        Το τζιπιές μου λέει ότι βρισκόμαστε κάπου στην Ανταρκτική, απάντησε ο Σφίλοτ
-         Σαρίνα, φώναξε η Άννα.
-        Ναι….
-        Έλα, σήκω, πάμε.
-        Πού πάμε.
-        Στο σπίτι του άγιου, ο Σφίλοτ θα μας δείξει τον δρόμο μέχρι εκεί, είπε η Άννα, έ, Σφίλοτ;
-        Ναι, ναι, αλλά έχουμε πολύ δρόμο και μόνο πέντε ώρες στη διάθεσή μας!

                                Κεφάλαιο 8ο
           Ο Σφίλοτ, η Άννα και η Σαρίνα περπατούσαν στο χιόνι επί δύο ώρες.
-        Έχουμε χαθεί, ρώτησε η Άννα.
-        Όχι, όχι, απάντησε βιαστικά και απότομα ο Σφίλοτ.
-        Έχουμε χαθεί, έχουμε χαθεί, τσίριξε τότε η Σαρίνα.
-        Μην φωνάζεις, μπορεί να προκαλέσεις χιονοστιβάδα, είπε ο Σφίλοτ.
-        Αχ, μακάρι να προλάβουμε να φτάσουμε εγκαίρως, είπε με στεναχώρια η Άννα.
-        Μην ανησυχείτε, θα φτάσουμε στην ώρα μας, είπε  ο Σφίλοτ.
Περπάτησαν επί άλλες δύο ώρες κι ακόμη τίποτα. Ώσπου μια στιγμούλα πρόσεξαν να ξεπροβάλει ένα μεγάλο κόκκινο σπίτι.
-        Αυτό είναι…., είπε ο Σφίλοτ.

                   Κεφάλαιο 9ο
       Η μικρή Άννα έτρεξε και χώθηκε στην αγκαλιά του Άϊ-Βασίλη.
-        Δεν το πιστεύω ότι σε βλέπω στ’ αλήθεια, είπε η Άννα χαρούμενη.
-        Ναι, ούτε εγώ, είπε σαρκαστικά η Σαρίνα.
-        Χο,χο,χο κι εγώ χαίρομαι που είστε εδώ, βέβαια αργήσατε αλλά αν τρέξουμε θα προλάβουμε, είπε με τη χοντρή και καλοσυνάτη φωνή  του ο άγιος.
   Όλοι μαζί, τότε, έτρεξαν και χώθηκαν στο έλκηθρο . Όλοι εκτός απ’ την Σαρίνα…
-        Άγιε, μπορεί να έρθει μαζί μας και η αδελφή μου, ρώτησε όσο πιο γλυκά μπορούσε η Άννα.
-        Μα και βέβαια!!!
  Τότε πήδησε και η Σαρίνα μέσα στο έλκηθρο και ευχαρίστησε την αδελφή της και τον άγιο.
-        Είσαστε έτοιμες , ρώτησε ο άγιος.
-        Ναι, φώναξαν μαζί τα δύο κορίτσια.
                  
                   Κεφάλαιο 10ο
  Το βράδυ κύλισε πολύ ευχάριστα. Ο άγιος έκανε στάσεις σε όλα τα σπίτια της γης.
Ώσπου μοίρασε και το τελευταίο δώρο.
-        Ωραία, τελειώσαμε, σας άρεσε κορίτσια, ρώτησε ο άγιος.
-        Πάρα πολύ, ευχαριστούμε, είπε η Σαρίνα.
-        Μόνο έχω ένα παράπονο, ξαναείπε ο άγιος.
-        Τι έγινε, ρώτησε τρομαγμένη η Άννα.
-        Μοιράσαμε όλα τα δώρα, αλλά εσύ δεν μου έχεις στείλει ακόμη το γράμμα σου.
-        Εεεε…., είπε η μικρούλα.
-        Μπορείς να μου ζητήσεις ότι θέλεις για να ευχαριστήσω που με βοήθησες.
-        Ναι Άννα, πες του τι θες, της είπε η Σαρίνα.
-        Ξέρετε τι, δεν θα ζητήσω τίποτα, αυτό το βράδυ που περάσαμε μου άρεσε τόσο πολύ, που πιστεύω ότι δεν υπάρχει, τίποτα καλύτερο.
   Τότε όλοι αγκάλιασαν την Άννα και τραγούδησαν όλοι μαζί τα κάλαντα και έζησαν αυτοί καλά κι εμείς καλύτερα!!!

Τρίτη, 6 Δεκεμβρίου 2011

6 Δεκεμβρίου 2008 - 3 χρόνια μετά...

Σάββατο 6 Δεκεμβρίου 2008.

Μια παρέα παιδιών έχουν πάει στο σπίτι του φίλου τους, Νίκου, στα Εξάρχεια, για να γιορτάσουν όλοι μαζί τη γιορτή του. Η ώρα έιναι γύρω στις εννιά το βράδυ όταν η παρέα διαπλικτίζεται με δύο ειδικούς φρουρούς που κάνουν περιπολία. Τα παιδιά τους βρίζουν. Οι δύο αστυνομικοί φεύγουν. Μπαίνουν στο περιπολικό. Οδηγούν για μερικά τετράγωνα. Λίγο αργότερα γυρίζουν στο μέρος όπου συνάντησαν τα παιδιά πεζή. Η διένεξη συνεχίζεται. Η παρέα τους ρίχνει νεράτζια, ένα μπουκάλι με νερό. Ο ένας από τους δύο ειδικούς φρουρούς ρίχνει μία σφαίρα. Βρίσκει το ένα από τα 16χρονα αγόρια στην καρδιά. Πέφτει. "Δεν έχει σφυγμο! Δεν έχει σφυγμό!" Τα δύο "όργανα" απομακρύνονται. " Ένα ασθενοφόρο, δεν έχει σφυγμο!" Φτάνουν στο περιπολικό. Φεύγουν.
"Δεν έχει σφυγμό! Δεν έχει σφυγμό!"

Περασμένες δέκα και τα έκτακτα δελτία ειδήσεων δίνουν και παίρνουν.
"Νεκρός δεκαπεντάχρονος μαθητής από σφαίρα αστυνομικού στα Εξάρχεια"
"Σφαίρα ειδικού φρουρού εξωστρακίστηκε και χτύπησε τον Αλέξανδρο Γρηγορόπουλο. Επεισόδια στην γύρω περιοχή εξαιτίας του θανάτου του 16χρονου μαθητή"

Σιγά σιγά οι πληροφορίες που έρχονται στο φως γίνονται όλο και περισσότερες. Το κέντρο της Αθήνας παραδίνεται στις φλόγες. Οι μαθητικές κινητοποιήσεις έρχονται να δώσουν το παρόν στο γενικότερο κλίμα αναταραχής που επικρατεί σε σχεδόν όλες τις πόλεις της Ελλάδας, αλλά και σε πρωτεύουσες του εξωτερικού. Πορείες, διαδηλώσεις, μάχες, οδοφράγματα, φωτιές. Και μετά η δίκη. Ισόβια κάθειρξη ο ένας ειδικός φρουρός, δεκαετή κάθειρξη ο δεύτερος, με την κατηγορία της δολοφονίας. Οι βαλιστικές έρευνες απέδειξαν πως, τελικά, η σφαίρα δεν εξωστρακίστηκε. Το φονικό όπλο είχε στοχεύσει, έστω και κατά λάθος, την καρδιά του Αλέξη. Του Αλέξη που "ζει και μας οδηγεί". Του Αλέξη που "αυτές οι μέρες ανήκουν σ' αυτόν". Του Αλέξη που στο ονομά του κάποιοι κατέστρεψαν την αθήνα. Του Αλέξη που έδωσε στους νέους το δικό τους "Πολυτεχνίο". Θα έπρεπε όμως να είναι έτσι;

Τρίτη 6 Δεκεμβρίου 2011.
Σχολείο. Τα παιδιά του Λυκείου απουσιάζουν. Στις τάξεις βρίσκονται το πολύ 10 μαθητές, ή μάλλον, μαθήτριες. Τα παιδιά του Γυμανσίου ανταλάσσουν γλυκά και ευχές με τους Νίκους των τάξεών τους. Γιατί; Επειδή τα παιδιά που τώρα τελειώνουν το Γυμνάσιο, τότε πήγαιναν Δημοτικό. Επειδή τα παιδιά του Λυκείου ακόμη θυμούνται, συζητούν, κρίνουν και κατακρίνουν, προσπαθούν να εξηγήσουν στους μικρότερους που δεν ξέρουν. Στις πορείες τα συνθήματα ποικίλλουν. "Κάτω το ΠΑΣΟΚ! Κάτω το Μνημόνιο! Μην κόβετε τους μισθούς και τις συντάξεις!" Μα, ο Αλέξης; Η δολοφονία; Η κρατική βία και η κατάχρηση εξουσίας; Τι γίναν αυτά; Γιατί ο κόσμος "ξέχασε"; Γιατί οι μικροί δεν ενδιαφέρονται να μάθουν; Γιατί οι γονείς διαμαρτήρονται για τα μαθήματα που χάνονται για τη συντήρηση της μνήμης;

Ο κόσμος ξέχασε γιατί τώρα έχει άλλα να φωνάξει. " Ωχ αδερφέ, με τέτοια θα ασχολούμαστε τώρα; Αυτά έγιναν πριν τρία χρόνια!" Οι μικροί δεν ενδιφέρονται γιατί το γεγονός δεν τους άγγιξε. Οι γονείς διαμρτήρονται γιατί δεν σκέφτονται πως θα μπορούσαν να είναι τα παιδιά τους στη θέση του Αλέξη. Τελικά μένουμε εμείς που θυμόμαστε, που ενδιαφερόμαστε, που διαμρτυρόμαστε εις μνήμην του Αλέξη που χάθηκε για να μην έχουμε άλλους "Αλέξηδες" ποτέ ξανά στο μέλλον.

Σάββατο, 3 Δεκεμβρίου 2011

Ο Χριστός ξανασταυρώνεται

Στη Λυκόβρυση, ένα ελληνικό χωριό της Ανατολής, υπάρχει το έθιμο να γίνεται η αναπαράσταση των Παθών κάθε επτά χρόνια. Ο παπα-Γρηγόρης με τους προεστούς επιλέγουν τα πρόσωπα που θα λάβουν μέρος: το Χριστό θα υποδυθεί ο Μανολιός, ένας απλός βοσκός, τον Ιωάννη, ο Μιχελής, ο γιος του άρχοντα Πατριαρχέα, τον Ιούδα, ο Παναγιώταρος, τη Μαγδαληνή, η χήρα Κατερίνα. Αργά το απόγευμα, καταφθάνουν πρόσφυγες από ένα άλλο χωριό, καταδιωγμένοι από τους Τούρκους. Ζητούν βοήθεια, αλλά ο παπα-Γρηγόρης τους διώχνει, λέγοντας ότι φέρνουν μαζί τους επιδημία χολέρας. Οι πρόσφυγες, με επικεφαλής τον παπα-Φώτη, καταφεύγουν στο άγριο βουνό της Σαρακήνας. Τους βοηθούν μόνον ο Μανολιός, ο Μιχελής, η Κατερίνα, ο Γιαννακός και ο Κωνσταντής (οι δύο τελευταίοι επρόκειτο να υποδυθούν τους αποστόλους Πέτρο και Ιάκωβο).
Μετά από την επιλογή του στο ρόλο του Χριστού, ο Μανολιός αλλάζει μέρα με τη μέρα. Χωρίζει την αρραβωνιαστικιά του και αποφασίζει να φτάσει σε όσο το δυνατόν μεγαλύτερη πνευματική, ψυχική και σωματική αγνότητα, με οδηγό τον παπα-Φώτη. Μάλιστα, στο πανηγύρι του προφήτη Ηλία υπερασπίζεται τους πρόσφυγες και μιλά για την αξία της αγάπης και του ελέους, προκαλώντας την αντίδραση των συγχωριανών του και την οργή του παπα-Γρηγόρη. Στο μεταξύ πεθαίνει ο Πατριαρχέας και ο Μιχελής αποφασίζει να μοιράσει την περιουσία του στους πρόσφυγες. Όταν εκείνοι έρχονται στη Λυκόβρυση να παραλάβουν τα κτήματα, ο παπα-Γρηγόρης κηρύσσει το Μιχελή ανισόρροπο και ξεσηκώνει τους ντόπιους. Μετά το βίαιο θάνατο του αδελφού του στη σύγκρουση που ακολουθεί, ο παπα-Γρηγόρης υποδεικνύει στον αγά το Μανολιό ως υπαίτιο όλων των συμφορών. Πετυχαίνει την καταδίκη του και την παράδοσή του στους εξαγριωμένους χωρικούς.
(
http://www.greekbooks.gr)

     Αυτή είναι πάνω κάτω η υπόθεση του βιβλίου του Νίκου Καζατζάκη "ο Χριστός ξανασταυρώνεται". Πρόκειται για ένα βιβλίο που βάζει τον ανγνώστη σε σκέψη, τόσο για τα θέματα που αφορούν τη θρησκεία, αλλά και για όσα αφορούν τη ζωή, την πολιτική κατάσταση, τη διακαιοσύνη, τη φιλοσοφία. Ο Καζατζάκης με τα πρόσωπα που συμμετέχουν στην πλοκή περιγράφει τους χαρακτήρες των ανθρώπων που συναντά κανείς στη ζωή. Ο γερό-Λαδάς, ο παπα-Γρηγόρης, ο άρχοντας Πατριαρχέας, ο Κωσταντής, ο Γιαννακός, ο παπα-Φώτης, ο Μιχελής, ο Αγάς, ο Μανολιός, ο Πναγιώταρος, και όλοι οι άλλοι χωριανοί φέρουν τους χαρακτήρες των ανθρώπων που συναντάμε καθημερινά.
     Πέρα όμως από αυτά, σκοπεύω να μιλήσω για αυτό το βιβλίο όπως εγώ το κατάλαβα, χωρίς πομπώδη λόγια και στερεότυπες εκφράσεις των κριτικών. Πριν από 3 χρόνια οι καθηγητές μας μας είχαν αναγκάσει να διαβάσουμε την "Αναφορά στο Γκρέκο". Ένα βιβλίο χωρίς υπόθεση, βαρετό, που πρέπει να το διαβάσω χωρίς να καταλαβαίνω όυτε καν τι λέει. Αυτά είχα πιστέψει τότε. Και το συμπέρασμα; Μισώ τον Καζατζάκη! Τώρα, τρία χρόνια μετά, ως βιβλιοφάγος που είμαι, έπεσα πάνω σε μια παλιά συλλογή των βιβλίων του συγγραφέα που κάποτε μου προκαλούσε αλλεργία μόνο το ονομά του. Τα σκούρα κόκκινα βιβλία με τους ανάγλυφους, δυσανάγνωστους τίτλους, τα κιτρινισμένα φύλλα και τη μυρωδιά της σκόνης και της παλιάς βιβλιοθήκης με προκαλλούσαν να τα ξεφυλλίσω.
    "Αναφορά στο Γκρέκο", "Καπετάν Μιχάλης", "Ο Χριστός ξανασταυρώνεται". Το πρώτο δεν ήθελα όυτε να το βλέπω, προσπέρασα την ιστορία του κρητικού καπετάνιου που πάνω κάτω την ήξερα και άρχισα να ξεφυλλίζω το τρίτο κατά σειρά βιβλίο. Η παλαιού τύπου γραμματοσειρά με τα αρκετά τυπογραφικά λάθη, από την πρώτη κιόλας αράδα με έκανε να δω τον Αγά καθισμένο στο μπαλκόνι του να κοιτάζει τους ραγιάδες στην πλατεία του ειρινικού χωριού να κάνουν τις κυριακάτικες ασχολίες τους. Η περιγραφή μου θύμισε Αστερίξ, αποφάσισα να ξεπεράσω την απέχθειά μου στο Νίκο Καζατζάκη και να του δώσω μια ακόμη ευκαιρία. Πιο πολύ όμως την ευκαιρία αυτή την έδωσα στον εαυτό μου.
    Ξεκινώντας την ανάγνωση γνώρισα αρκετούς χωριανούς, αναμεσά τους και τους πέντε προεστούς της Λυκόβρυσης. Έκπληκτη που το βιβλίο μου άρεσε, προσπαθούσα να ανακαλύψω ποιος είναι ο καλός, ποιος ο κακός και τι θα γίνει στο τέλος. Σύντομα όμως τα παράτησα, καθώς ανακάλυψα ότι τα πράγματα δεν ήταν ακριβώς έτσι. Δεν υπήρχε καλός και κακός, έκπληκτη διαπίστωσα πως δεν με ένιαζε να φτάσω στο τέλος. Κυρίως ήθελα να διαβάζω το βιβλίο, να βλέπω τη Λυκόβρυση, τη ζωή των ανθρώπων της, τους χαρακτήρες τους, τα πιστέυω και τις ιδέες τους.
    Αρκετά γρήγορα έφτασα στα σημεία όπου ο Καζατζάκης θίγει τη θρησκεία και τη λατρεία στο Θεό. Έχοντας απαλλαγή από τα θρησκευτικά και διάφορες απόψεις που κάνουν τους πιο πιστούς σε αυτά τα θέματα φίλους μου να με κοιτάζουν περίεργα, θέλησα να προσπεράσω τα κηρύγματα περί Χριστιανοσήνης, θαυμάτων, μεταθανάτιας ζωής και λοιπών. Άλλαξα γνώμη μόλις τα ξανασκέφτικα. Το γεγονός ότι δεν πιστεύω πως ο Χριστός έδωσε και πήρε τη λέπρα από το πρόσωπο του Μανολιόυ δεν σημαίνει ότι γι αυτόν που το πιστεύει δεν συνέβη. Διαβάζοντας τα εκτεταμένα κεφάλαια που ήταν αφιερωμένα στη σωτηρία της ψυχής και την πίστη στο Θεό, παραλίποντας την έντονη επιθυμία μου να τα σατιρίσω και να τα χαρακτηρίσω "κατηχητικό", ήρθε μπροστά στα μάτια μου η εικόνα του θεολόγου μας στο σχολείο. Έκανα μια απλή σύγκριση του τι διδασκόμαστε και του τι θα έπρεπε να διδασκόμαστε. Έφριξα.
      Το βιβλίο αυτό μου άνοιξε τα μάτια και με έκανε να γνωρίσω των άνθρωπο. Τον άνθρωπο που έχει συμφέροντα αδυναμίες και πιστεύω και, με πολλούς και διαφορετικούς τρόπους ανάλογα με τον χαρκτήρα, πασχίζει να κάνει αυτό που θεωρεί καλύτερο. Κορυφαία σημεία κατά τη γνώμη μου τα εξής:

"-Ψωριάριδες, ψειριάριδες, ρεμπέτες, φώναξε, πού δεν έχετε μια πατουχιά χώμα και φωνάζετε: "Είμαστε αδέρφια!", γιατί; για να μοιράσουμε τάχα αδερφικά και να μας φάτε τα μισά... Ποιος σου' βαλε, μωρέ σεσέμη, τις παλάβρες αυτές στο κεφάλι;
-Ο Χριστός, αποκρίθηκε ο Μανολιός.
-Τον κακό σου τον καιρό. Ποιός Χριστός μωρέ; Ο δικός σας, όχι ο δικός μου."

"-Πώς πρέπει να αγαπούμε το Θεό, γεροντά μου; ρώτησε.
  -Αγαπώντας τους ανθρώπους, παιδί μου.
  -Και πώς πρέπει να αγαπούμε τους ανθρώπους;
  - Μοχτώντας να τους φέρουμε στο σωστό δρόμο.
  -Και ποιος είναι ο σωστός δρόμος;
  -Ο ανήφορος."

"Ο παπα-Γρηγόρης έγνεψε στον καντηλανάφτη κι αυτός ζύγωσε τρεκλίζοντας.
-Άνοιξε την πόρτα, πρόσταξε, και να ρθεις γρήγορα να σφουγγαρίσεις τις πλάκες από τα αίματα. Μην ξεχνάς, έχουμε απόψε τα μεσάνυχτα τη Γέννηση του Χριστού."

Πέμπτη, 17 Νοεμβρίου 2011

Συνέντευξη με τον οδηγό του Τανκ που μπήκε στο Πολυτεχνείο




1973-2003. Ο A. Σκευοφύλαξ, ο έφεδρος στρατιώτης του τεθωρακισμένου άρματος που εισέβαλε στο Πολυτεχνείο, σπάει την τριαντάχρονη σιωπή του και αποκαλύπτει όσα συνέβησαν τη μαύρη νύχτα που σημάδεψε τη σύγχρονη ελληνική ιστορία και στιγμάτισε για πάντα τη ζωή του. «Ντρέπομαι γι’ αυτό που ήμουν, γι’ αυτό που έκανα» λέει στην εκ βαθέων εξομολόγησή του. Μια στιγμή, μια ζωή. Στη «μία και μοναδική φορά» που δέχθηκε να ξύσει «τις πληγές του παρελθόντος», όπως λέει σε μια αποστροφή του λόγου του ο κ. Σκευοφύλαξ, περιγράφει λεπτό προς λεπτό τη στρατιωτική επιχείρηση της χούντας, η οποία ξεκίνησε λίγο μετά τα μεσάνυχτα της 16ης Νοεμβρίου με την έξοδο των τανκς στους δρόμους της Αθήνας και ολοκληρώθηκε στις 3.30 το πρωί της 17ης Νοεμβρίου, με την αιματοβαμμένη εισβολή στο Πολυτεχνείο. Στη σπάνια μαρτυρία του ο κ. Σκευοφύλαξ μνημονεύει τις δραματικές στιγμές που εκτυλίχθηκαν στους δρόμους της Αθήνας, τις ειρηνικές εκκλήσεις των φοιτητών που ηχούσαν στα αφτιά του σαν «κραυγές εχθρών της πατρίδας». Τις διαταγές των αδίστακτων στρατιωτικών που πίστεψε ότι ήταν «πατριώτες».
Θυμάται – τότε με χαρά, τώρα με θλίψη – τον πόνο των φοιτητών που είδαν το όνειρό τους να τσαλακώνεται κάτω από τις ερπύστριες που ο ίδιος έθεσε σε κίνηση, τον τρόμο που ακολούθησε από τις λυσσαλέες επιθέσεις των αστυνομικών. Το απαράμιλλο θάρρος του φοιτητή που γύρισε και του είπε: «Τι κατάλαβες τώρα που μπήκες μέσα;». Την οργή που του προκάλεσε και λίγο έλειψε να τον οδηγήσει σε εν ψυχρώ δολοφονία. «Αυτός ο φοιτητής δεν ξέρει πόσο τυχερός στάθηκε εκείνη τη στιγμή… Αν έλεγε μια κουβέντα ακόμη, θα τον σκότωνα»!

Οι λέξεις βγαίνουν με δυσκολία. Σε αυτή τη συνέντευξη του κ. A. Σκευοφύλακος μιλούν δύο πρόσωπα: ο 20χρονος έφεδρος στρατιώτης και ο 50χρονος βιοπαλαιστής. Αυτό είναι το τίμημα που πληρώνει, ακόμη και σήμερα, για μια ενέργεια που τον κατέστησε αρνητικό πρωταγωνιστή στην κρισιμότερη στιγμή της σύγχρονης ελληνικής ιστορίας. Μια στιγμή, μια αιωνιότητα. Μετά την απόλυσή του από τον στρατό, ο A. Σκευοφύλαξ θα μοχθήσει για να ζήσει. «Στο μεροκάματο η ζωή μου άλλαξε 180 μοίρες. Εμένα που μου έμαθαν να μισώ τους κομμουνιστές, ψήφισα δύο φορές το KKE». Στα 30 του θα παντρευτεί, θα αποκτήσει παιδιά. Ζώντας σε μια γειτονιά των νοτίων προαστίων, όλα αυτά τα χρόνια αποφεύγει να μιλάει για τα γεγονότα εκείνης της νύχτας. Οσες φορές θα τον ρωτήσουν «τι σχέση έχεις με τον “πορτάκια” του Πολυτεχνείου;», θα μιλήσει για «μακρινό ξάδελφο που σκοτώθηκε σε τροχαίο»! Στη γυναίκα του θα ανοίξει την καρδιά του ύστερα από χρόνια. Στα τρία παιδιά του δεν το έχει αποφασίσει ακόμη. «Είμαι ένας άνθρωπος που δεν υπήρξε ποτέ 20 χρόνων. Ο έφεδρος στρατιώτης A. Σκευοφύλαξ σκοτώθηκε σε τροχαίο»!

1973-2003. Τριάντα χρόνια μετά, ο άνθρωπος που γκρέμισε την πύλη του Πολυτεχνείου θα πει για τους φοιτητές, τους νέους και τους εργαζομένους που αγωνίστηκαν για την πτώση της χούντας: «Είχαν μεγάλη ψυχή. Ηταν παλικάρια». Ο κ. Σκευοφύλαξ δεν θα ξεχάσει τη φοιτήτρια που τραυματίστηκε κατά την εισβολή του τανκ, την καθηγήτρια σήμερα του Πανεπιστημίου Αθηνών κυρία Πέπη Ρηγοπούλου. «Θα ήθελα να τη δω, να της πω… Δεν τολμάω όμως. Τα λόγια δεν σβήνουν τις πράξεις».
«O στρατιώτης A. Σκευοφύλαξ σκοτώθηκε σε τροχαίο»
«Στο μεροκάματο η ζωή μου άλλαξε 180 μοίρες. Εργάτης κατάλαβα ότι δεν μπορώ να έχω τα ίδια αιτήματα με τους εργοδότες. Εμένα που μου έμαθαν να μισώ τους κομμουνιστές, ψήφισα δύο φορές KKE»!

«Την ημέρα εκείνη ήμουν υπηρεσία. Στον στρατό είχα δέκα μήνες. Ημουν εκπαιδευτής στο Κέντρο Τεθωρακισμένων, στο Γουδί.
Τότε οι “μαυροσκούφηδες” ήταν σώμα επιλέκτων. Πήγα εθελοντικά. Μόλις άρχισαν τα επεισόδια, μπήκαμε επιφυλακή. “Οι κομμουνιστές καίνε την Αθήνα” μας έλεγαν και εμείς τους πιστεύαμε. Θυμάμαι στο στρατόπεδο κάποιοι είχαν ραδιοφωνάκια και ακούγαμε στα κρυφά τον σταθμό του Πολυτεχνείου. “Παλιοκουμμούνια” θα καλοπεράσετε!” λέγαμε».

Στα 20 χρόνια του ο A. Σκευοφύλαξ βρέθηκε στη δίνη του κυκλώνα, στην επίλεκτη ομάδα του Σώματος των Τεθωρακισμένων κατέπνιξε την εξέγερση των φοιτητών. «Μισή ώρα μετά τα μεσάνυχτα της 16ης Νοεμβρίου, η ίλη μου πήρε εντολή να ετοιμαστεί για έξοδο. Αποφασίστηκε να βγουν πέντε δικά μας άρματα, κάτι γαλλικά AMX30. Εγώ ήμουν οδηγός στο πρώτο άρμα που βγήκε στον δρόμο». Στο ίδιο άρμα βρίσκονταν ο αξιωματικός Μιχάλης Γουνελάς, ως επικεφαλής, ο ανθυπασπιστής Λάμπρος Κωνσταντέλλος, ως οδηγός εδάφους, ο λοχίας Στέλιος Εμβαλωμένος και ο Γιάννης Τίρπας.

«Στη 1.15 το πρωί της 17ης Νοεμβρίου φτάσαμε στη διασταύρωση των λεωφόρων Αλεξάνδρας και Κηφισίας. Λίγο αργότερα διασχίζαμε την Αλεξάνδρας, όταν στο ύψος του IKA, στη στάση Σόνια, σταματήσαμε γιατί ο δρόμος ήταν κλειστός. Υπήρχαν οδοφράγματα, φωτιές και ακινητοποιημένα λεωφορεία. Με διάφορες μανούβρες αριστερά – δεξιά, μπρος πίσω, άνοιξα τον δρόμο και προχωρήσαμε» θυμάται ο κ. Σκευοφύλαξ. Ο δρόμος για τα τανκς ήταν ανοιχτός πλέον προς το Πολυτεχνείο. «Οταν φτάσαμε στη διασταύρωση της λεωφ. Αλεξάνδρας και της οδού Πατησίων, μας έδωσαν εντολή να σταματήσουμε. Εκεί, στην πλατεία Αιγύπτου, μείναμε περίπου μία ώρα. Ο κόσμος θυμάμαι ότι μας φώναζε “είμαστε αδέλφια, είμαστε αδέλφια”. Εγώ ήθελα να τους φάω. Τους έβλεπα σαν παράσιτα»!

Την έξοδο των τανκς από το Γουδί θα πληροφορηθούν οι Αθηναίοι από τον εκφωνητή του Πολυτεχνείου, τον Δημήτρη Παπαχρήστο. Παρά τις παρεμβολές της ΚΥΠ, το ραδιόφωνο των εξεγερμένων φοιτητών θα μεταφέρει στους Αθηναίους τον ανατριχιαστικό συριγμό από τις ερπύστριες των τανκς. Ο εκφωνητής απευθύνει έκκληση στα «στρατευμένα νιάτα» να μη χτυπήσουν. «Δεν θα χτυπήσουν τα παιδιά, τα αδέλφια μας οι φαντάροι, το φρούριο της ελευθερίας, το μόνο μέρος της Ελλάδας που είναι ελεύθερο. Δεν έχουμε όπλα. Προτάσσουμε μόνο ανοιχτά τα στήθη μας. Λαέ της Αθήνας, όλοι μαζί το σύνθημα: λαός και στρατός μαζί. Δεν θα χτυπήσει ο στρατός!».

Με νεότερη εντολή των στρατιωτικών που κατευθύνουν την επιχείρηση «Εκκένωσις του Πολυτεχνείου» τα πέντε τανκς προωθούνται προς το Μουσείο. H ώρα της αιματοβαμμένης επέμβασης πλησιάζει. «Μας είπαν να πάμε κοντά στο Πολυτεχνείο, αλλά όχι μπροστά στην πόρτα. Αυτό κάναμε. Σταματήσαμε λίγα μέτρα πιο πέρα». Στη θέα των τανκς εκατοντάδες φοιτητές πλησιάζουν στην πύλη, ανεβαίνουν στα κάγκελα, φωνάζουν συνθήματα συναδέλφωσης.

Με διάφορους απειλητικούς ελιγμούς και μαρσαρίσματα που ακούγονται σαν κανονιές, οι οδηγοί των τανκς προσπαθούν να κάμψουν το ηθικό των φοιτητών. Ο εκφωνητής του Πολυτεχνείου απευθύνει νέα έκκληση να αποφευχθεί η αιματοχυσία. «Οι φαντάροι δεν ανήκουν στη χούντα. H χούντα στηρίζεται στο μέταλλο, στηρίζεται στα τανκς, στο σίδερο. H καρδιά των φαντάρων έχει τον ίδιο παλμό με τη δικιά μας. Αγαπάτε τους φαντάρους. Ελληνικά στρατευμένα νιάτα, ο λαός δεν σας κρατάει κακία. Ξέρει ότι είστε μαζί μας».

H ώρα έχει πάει 2 το πρωί. «Φτάνοντας μπροστά στην πόρτα, έστριψα το άρμα προς το Πολυτεχνείο, με γυρισμένο το πυροβόλο προς τα πίσω. Θυμάμαι ότι σηκώθηκα από τη θέση μου και εγώ και το άλλο πλήρωμα. Δεκάδες φοιτητές κρέμονταν από τα κάγκελα, ενώ εκατοντάδες βρίσκονταν στον προαύλιο χώρο. Εδειχναν πανικόβλητοι». Ο κ. Σκευοφύλαξ φέρνει στη μνήμη του τα φοβισμένα πρόσωπα των συνομηλίκων του που ήταν μέσα στο Πολυτεχνείο. Χαμηλώνει το βλέμμα του. «Και εγώ, να σκεφτείς ότι τους έβλεπα σαν μαμούνια που ήθελα να τα φάω»!

Με ολοένα μεγαλύτερη ένταση και αγωνία οι φοιτητές φωνάζουν προς τους στρατιώτες «είμαστε αδέλφια, αφήστε τα άρματα», ενώ ο εκφωνητής του Πολυτεχνείου καλεί το πλήθος να δείξει αυτοσυγκράτηση. «Απομονώστε τους προβοκάτορες. Δεν έχουμε να μοιράσουμε τίποτα με το στρατό. Δεν θέλουμε να χυθεί ελληνικό αίμα». Ο Δημήτρης Παπαχρήστος ψάλλει τον εθνικό ύμνο. Το ίδιο κάνουν και οι χιλιάδες νέοι που βρίσκονται στο Πολυτεχνείο.

Ενα τέταρτο πριν από τις 3 το πρωί οι στρατιωτικοί δίνουν προθεσμία λίγων λεπτών στους φοιτητές για να αποχωρήσουν από το Πολυτεχνείο, να παραδοθούν. Κάποιοι από τους φοιτητές που θέλουν να αποχωρήσουν δοκιμάζουν να απασφαλίσουν την κεντρική πύλη. Δεν τα καταφέρνουν. Πίσω από την πύλη είναι σταθμευμένο ένα αυτοκίνητο Μερτσέντες που μπλοκάρει το άνοιγμά της. Ο επικεφαλής των τεθωρακισμένων αρμάτων εκνευρίζεται. Οργισμένος φωνάζει: «Τσογλάνια, ρεζιλεύετε το στράτευμα!» και δίνει σήμα για την επέλαση του άρματος.

«Τότε ήρθε ο οδηγός εδάφους του άρματος και μου λέει: “Θα μπούμε μέσα, θα ρίξουμε την πύλη. Ετοιμάσου!”» λέει ο κ. Σκευοφύλαξ. «Πήρα θέση και ξεκίνησα. Δεν έβλεπα πολλά πράγματα, δεν είχα καλό οπτικό πεδίο, γιατί κοιτούσα πλέον από τη θυρίδα του άρματος. Δέκα εκατοστά πριν από την πόρτα, σταμάτησα. Σταμάτησα σκόπιμα. Αυτό φαίνεται στο βίντεο της εποχής. Στο φρενάρισμα, οι φοιτητές τρομαγμένοι έφυγαν προς τα πίσω. Αν έμπαινα με ταχύτητα, θα σκότωνα δεκάδες άτομα που εκείνη τη στιγμή ήταν κρεμασμένα στα κάγκελα».

Λίγα λεπτά αργότερα ο A. Σκευοφύλαξ θα μαρσάρει δυνατά. Ο δυνατός προβολέας του τανκ σκοπεύει την πύλη. «H καγκελόπορτα έπεσε αμέσως. Πίσω από τη σιδερένια πύλη ήταν σταθμευμένο το Μερσεντές το οποίο είχαν βάλει εκεί οι φοιτητές για να φράξουν την είσοδο. Το έκανα αλοιφή. H αριστερή ερπύστρια το έλιωσε. Με το που έπεσε η πύλη του Πολυτεχνείου εισέβαλαν οι αστυνομικοί για να συλλάβουν τους φοιτητές. Λίγο αργότερα κατέβηκα και εγώ από το άρμα και μπήκα στον χώρο του Πολυτεχνείου. Δεν υπήρχε νεκρός. Θα μπορούσε όμως και να υπάρχουν νεκροί» λέει με μοναδική ειλικρίνεια.

Στο εσωτερικό του Πολυτεχνείου επικρατεί πανδαιμόνιο. Διαφωτιστική είναι η περιγραφή που δίνει ο εισαγγελέας Δημήτρης Τσεβάς στην έκθεση που συνέταξε το 1974 για τα γεγονότα του Πολυτεχνείου: «Εντρομοι και εμβρόντητοι οι σπουδασταί κυριεύονται από την ενώπιον του εσχάτου κινδύνου φοβεράν αγωνίαν. Υπό την πίεσιν πλήθους ανθρώπων καταρρίπτεται τμήμα των προς την οδόν Στουρνάρη κιγκλιδωμάτων. Και διά του δημιουργηθέντος ανοίγματος εξέρχονται οι σπουδασταί κατά μάζας. Νέον, όμως, δι’ αυτούς αρχίζει μαρτύριον. Υβρεις κατ’ αυτών εκτοξεύονται και καταδιωκόμενοι βαναύσως κακοποιούνται».

Οπως αναφέρει ο κ. Σκευοφύλαξ, «αστυνομικοί κυνηγούσαν και χτυπούσαν τους φοιτητές όπου τους έβρισκαν. Αν δεν ήταν οι ΛΟΚατζήδες να τους σταματήσουν – θυμάμαι ότι πολλές φορές πιάστηκαν στα χέρια μαζί τους – δεν ξέρω και γω τι θα γινόταν». Λίγο αργότερα οι στρατιώτες σχηματίζουν έναν διάδρομο για να περάσουν ασφαλείς οι φοιτητές. Για το θέμα αυτό, στο πόρισμα Τσεβά υπογραμμίζεται χαρακτηριστικά: «Εμπροσθεν μεν της πύλης του Πολυτεχνείου δημιουργείται διάδρομος υπό των στρατιωτών μέσω του οποίου διέρχονται οι εξερχόμενοι, κατευθυνόμενοι προς την οδόν Τοσίτσα, εντός δε του Πολυτεχνείου βοηθούν, προστατεύουν και εις τους ώμους των πολλούς αδυνάτους κρατούν διά να δυνηθούν να υπερπηδήσουν το υψηλόν κιγκλίδωμα. Και επεισόδια μεταξύ στρατιωτικών και αστυνομικών λαμβάνουν χώραν εν τη προσπαθεία των πρώτων να προστατεύσουν τους φοιτητάς από το διωκτικόν μένος των άλλων».

Μέσα στο Πολυτεχνείο ο A. Σκευοφύλαξ είδε πολλούς τραυματίες και ίσως, όπως λέει, και νεκρούς. «Στο προαύλιο του Πολυτεχνείου ήταν πολύ χτυπημένοι, θυμάμαι ότι είδα πολλούς τραυματίες, ενώ τρεις-τέσσερις ήταν σωριασμένοι κάτω, ακίνητοι. Δεν ξέρω αν ήταν νεκροί. Δεν κοίταξα να δω. Κάποια στιγμή ένας φοιτητής όρμησε κατά πάνω μου και μου είπε: “Τι κατάλαβες τώρα που μπήκες;”. Αφήνιασα. Εβγαλα το πιστόλι και προτάσσοντάς το γύρισα και του είπα ουρλιάζοντας: “Σκάσε, ρε κωλόπαιδο, μη σε καθαρίσω”. Αυτός ο φοιτητής δεν ξέρει πόσο τυχερός στάθηκε εκείνη τη στιγμή… Αν έλεγε μια κουβέντα παραπάνω, θα τον σκότωνα! Τέτοιος ήμουν. Ενας φασίστας».

Παρά τον πόνο τους, οι φοιτητές θα δείξουν μεγαλείο ψυχής απέναντι στον στρατιώτη που ισοπέδωσε το όνειρό τους. Αδιάψευστη απόδειξη, η μαρτυρία του κ. Σκευοφύλακα: «Οπως περνούσαν οι φοιτητές θυμάμαι ότι έριχναν μέσα στο τανκ πακέτα τσιγάρα και ό,τι προμήθειες είχαν μαζί τους. Οταν γυρίσαμε στο Γουδί, το άρμα έμοιαζε με περίπτερο. Οσο σκέφτομαι ότι οι φοιτητές μας έδιναν σάντουιτς και τσιγάρα, μετά απ’ όσα τους κάναμε… Δεν μπορώ να το συχωρέσω αυτό το πράγμα στον εαυτό μου. Σκέφτομαι τι πήγα και έκανα!..».

Την αναγνώριση των φοιτητών για ορισμένους από τους αξιωματικούς του στρατού και τους έφεδρους στρατιώτες θα διαπιστώσει αργότερα και ο εισαγγελέας: «Πολλοί αξιωματικοί και στρατιώται παρεμβαίνουν προς προστασίαν των φοιτητών. Και υπήρξε πηγαία και βαθειά η ευγνωμοσύνη πολλών εξ αυτών προς τους αγνώστους σωτήρας των, ως εις τας καταθέσεις των τούς αποκαλούν με συγκίνησιν»!

Εκατοντάδες φοιτητές καταφέρνουν να βγουν έξω από το Πολυτεχνείο, ξεχύνονται στους γύρω δρόμους, τρέχουν να φύγουν, να γλιτώσουν τη ζωή τους, καθώς γίνονται στόχος ελεύθερων σκοπευτών. «Απομακρυνόμενοι όμως του Πολυτεχνείου αγωνιώδεις τούς αναμένουν εκπλήξεις. Από παντού τους καταδιώκουν και τους χτυπούν. Εις την γωνίαν των οδών Τοσίτσα και Μπουμπουλίνας άνδρες της ΚΥΠ εν πολιτική περιβολή τους χτυπούν ανηλεώς και πυροβολούν κατ’ αυτών, ενώ εις την ταράτσαν ενός των αυτόθι κτιρίων έχουν εγκαταστήσει πολυβόλον. Εις τας ταράτσας των γύρω κτιρίων επισημαίνονται ελεύθεροι σκοπευταί υπό του ιδίου Διευθυντού της Αστυνομίας να επιτελούν το φονικόν έργον των»!

Την ίδια στιγμή, όπως επισημαίνεται στην ίδια έκθεση, «ομάδες τραμπούκων και επικινδύνων τρωκτικών της γαλήνης του τόπου εκδηλώνουν το εγκληματικόν μένος των κατά των ατυχών σπουδαστών που κατά μάζας εξέρχονται του Πολυτεχνείου». Οι τραμπούκοι είναι άνδρες της ΕΣΑ, οι οποίοι δεν διστάζουν, μάλιστα, να κακοποιήσουν ακόμη και πανεπιστημιακό γιατρό, ο οποίος, μαζί με τη σύζυγό του, είχε σπεύσει να βοηθήσει τους ανυπεράσπιστους φοιτητές.

Στη συμβολή των οδών Πατησίων και Στουρνάρη «άνδρες εν πολιτική περιβολή, κραδαίνοντες ρόπαλα, εξήλθον από ομάδα αυτόθι ευρισκομένων αστυνομικών και εκακοποίησαν σεβάσμιον καθηγητή Πανεπιστημίου, την σύζυγόν του και νεαρόν σπουδαστήν, διότι εξήρχοντο του Πολυτεχνείου, ένθα ο καθηγητής-ιατρός και η σύζυγός του είχον μεταβή προς εκπλήρωσιν του ανθρωπιστικού και ιατρικού των καθήκοντος. Και οι ροπαλοφόροι ούτοι ήσαν άνδρες της ΕΣΑ εν πολιτική περιβολή. Εις το πανδαιμόνιον τούτο της εξόδου των φωνών, των κραυγών, των οιμωγών, των καταδιώξεων και των πυροβολισμών έπεσαν οι περισσότεροι εκ του πλήθους των τραυματιών».

Οταν επέστρεψε στο Γουδί, στη βάση των Τεθωρακισμένων, ο κ. Σκευοφύλαξ έγινε δεκτός με ζητωκραυγές. Ηταν το τιμώμενο πρόσωπο. «Οταν γυρίσαμε στο στρατόπεδο, έγινα ήρωας. Οι στρατιωτικοί μου έδιναν συγχαρητήρια. Τότε αισθανόμουν ότι ήμουν κάποιος, ότι έκανα κάτι καλό, κάτι μεγάλο. Είχα γίνει ο ήρωας που διέλυσε τους εχθρούς της πατρίδας, τα “παλιοκουμμούνια”, όπως λέγαμε τότε τους φοιτητές. Αυτά μου έλεγαν, αυτά πίστευα. Ενιωθα περήφανος. Ημουν και εγώ φασίστας».

Οκτώ ημέρες αργότερα, κάτι θα σπάσει μέσα του. Το φρόνημά του θα κλονισθεί, όταν θα δει τον «εθνοσωτήρα» να καθαιρείται και να περιφρονείται από τους συνοδοιπόρους του, αυτούς που πιο πριν ορκίζονταν στο όνομά του. «Την επόμενη εβδομάδα έγινε η στάση του Ιωαννίδη. Ημουν πάλι σε επιφυλακή. Μας πάνε στο ΓΕΣ. Στο προαύλιο λάβαμε θέσεις. Δεν ξέραμε γιατί πήγαμε εκεί. Δεν μας είπαν. Γυρνώντας στο Γουδί μάθαμε ότι “έριξαν” τον Παπαδόπουλο» αναφέρει ο κ. Σκευοφύλαξ. «Τότε μέσα μου κάτι άλλαξε. Αυτοί που τον παρουσίαζαν σαν θεό, τώρα τον έβριζαν. Δεν μπορούσα να το καταλάβω αυτό. “Μα είναι τόσο πουλημένοι όλοι τους;” αναρωτήθηκα. Αυτοί πάνε όπου φυσάει ο βοριάς. “Πουλημένα τομάρια” είπα μέσα μου. Θυμάμαι ότι ο Μιχάλης Γουνελάς παρέδωσε τα γαλόνια του στους άνδρες της ΕΣΑ, που ήρθαν στο Κέντρο και τον συνέλαβαν».

Με τη Μεταπολίτευση ο στρατιώτης A. Σκευοφύλαξ θα βρεθεί στα σύνορα. «Ο Καραμανλής είχε πει “τα άρματα στα σύνορα”. Ηταν τα γεγονότα της Κύπρου. Πήγαμε Αλεξανδρούπολη. Μετά από έξι μήνες πήρα άδεια. Αντί να απολυθώ στους 22 μήνες, έφτασα στους 30. Εφεδρεία στην εφεδρεία. Οταν απολύθηκα, όλα είχαν αλλάξει μέσα μου».

Στη Δυτική Αθήνα, όπου κατοικούσε με τους γονείς και τα δύο αδέλφια του, θα αναζητήσει δουλειά. «Στο μεροκάματο η ζωή μου άλλαξε 180 μοίρες. Εκανα όποια δουλειά μπορείς να φανταστείς. Εργάτης κατάλαβα ότι δεν μπορώ να έχω τα ίδια αιτήματα με τους εργοδότες. Εμένα που μου έμαθαν να μισώ τους κομμουνιστές, ψήφισα δύο φορές KKE»!

Ολα αυτά τα χρόνια ο κ. Σκευοφύλαξ θα κάνει μια ήρεμη ζωή. Σπίτι – δουλειά, δουλειά – σπίτι. Ποτέ δεν θα μιλήσει για το Πολυτεχνείο. Δεν θα αισθανθεί να τον ενοχλούν. Μόνο μία φορά το επώνυμό του τον έφερε σε δύσκολη θέση. «Στη δουλειά πριν από χρόνια κάποιος άκουσε πώς με λένε και ρώτησε αν έχω κάποια σχέση με τον “πορτάκια”, όπως είπε, του Πολυτεχνείου. “Ξάδελφός μου είναι, μακρινός. Σκοτώθηκε σε τροχαίο” απάντησα. Είμαι ένα άνθρωπος που δεν υπήρξε ποτέ 20 χρονών. Ο έφεδρος στρατιώτης A. Σκευοφύλαξ σκοτώθηκε σε τροχαίο! Οι φίλοι μου δεν ξέρουν ποιος είμαι ούτε κανείς στη γειτονιά. Μόνο η γυναίκα μου το ξέρει. Της το είπα ύστερα από χρόνια. Στα παιδιά μου δεν το είπα ακόμη».

1973-2003. Με μια αυτοκριτική διάθεση που σπανίζει, ο κ. Σκευοφύλαξ δεν θα διστάσει να πει: «Ντρέπομαι γι’ αυτό που ήμουν, γι’ αυτό που έκανα. Στη θέση μου θα μπορούσε να βρεθεί ο καθένας, έφεδρος στρατιώτης ήμουν άλλωστε. Δεν με απαλλάσσει όμως αυτό. Μέχρι που μπήκα μέσα, πίστευα αυτό που έκανα. Στη συνέχεια έγινε ο εφιάλτης της ζωής μου».
Για τους ανθρώπους που αντιστάθηκαν στη χούντα, ο κ. Σκευοφύλαξ θα μιλήσει με κολακευτικά λόγια. «Είχαν μεγάλη ψυχή. Ηταν παλικάρια. Δεν ξέρω αν έχει νόημα, αλλά θα ήθελα να τους πω μια μεγάλη συγγνώμη». Ο οδηγός του τανκ που μπήκε στο Πολυτεχνείο δεν θα ξεχάσει τη νεαρή φοιτήτρια που τραυματίστηκε σοβαρά κατά την εισβολή του τανκ, την καθηγήτρια – σήμερα – του Πανεπιστημίου Αθηνών κυρία Πέπη Ρηγοπούλου. «Πιστεύω ότι αν τη δω σήμερα, δεν θα ξέρω τι να της πω. Πολλές φορές όλα αυτά τα χρόνια πέρασε από το μυαλό μου να τη συναντήσω, αλλά σταματούσα. Θα ήθελα να τη δω, να της πω… Δεν τολμάω όμως. Τα λόγια δεν σβήνουν τις πράξεις».

ΠΗΓΗ: ΤΟ ΒΗΜΑ , 09-11-2003