Πέμπτη, 31 Μαρτίου 2011

Jacques Prevert

Ποιός είναι ο αγαπημένος σας ποιητής;
Εγώ ανάμεσα από πολλούς Έλληνες και ξένους ποιητές ξεχωρίζω τον Γάλλο Jacques Prevert και ένα από τα πιο ωραία ποιήματά του, le premier jour (η πρώτη μέρα), ανήκει στη συλλογή Paroles είναι το εξής:


Des draps blancs dans une armoire            Άσπρα σεντόνια μέσα σε μια ντουλάπα
Des draps rouges dans un lit                      Κόκκινα σεντόνια (μέσα) σε ένα κρεββάτι
Un enfant dans sa mère                             Ένα παιδί μέσα στη μητέρα του
Sa mère dans les douleurs                         Η μητέρα του μέσα στους πόνους
Le père dans le couloir                              Ο πατέρας μέσα στο διάδρομο
Le couloir dans la maison                          Ο διάδρομος μέσα στο σπίτι
La maison dans la ville                               Το σπίτι μέσα στην πόλη
La ville dans la nuit                                    Η πόλη μέσα στη νύχτα
La mort dans un cri                                   Ο θάνατος μέσα σε μια κραυγή
Et l'enfant dans la vie.                                Και το παιδί μέσα στη ζωή.

"Έφυγε" ο Ιάκωβος Καμπανέλης

Γεννήθηκε στη Νάξο στις 3 Δεκεμβρίου 1922.
Το 1935 η οικογένειά του έρχεται για μόνιμη εγκατάσταση στην Νίκαια.
Στη κατοχή αναμείχθηκε στην αντίσταση αλλά όταν συνελήφθη από τους Γερμανούς (1943) οδηγήθηκε και κρατήθηκε στο στρατόπεδο συγκέντρωσης Μαουτχάουζεν μέχρι τις 5 Μαΐου 1945, οπότε και απελευθερώθηκε από τις συμμαχικές δυνάμεις.

Όταν γυρίζει στην Ελλάδα, οι παραστάσεις του Θεάτρου Τέχνης του Καρόλου Κουν, το χειμώνα του 1945-46, τον συναρπάζουν... «εκεί ανακάλυψα τον εαυτό μου και τον προορισμό μου». Αν και δεν ολοκλήρωσε γυμνασιακή μόρφωση, έδειξε ιδιαίτερη αφοσίωση στο γράψιμο. Τον Οκτώβριο του 1981 τοποθετήθηκε στη θέση του διευθυντή ραδιοφωνίας της ΕΡΤ.

Από τα θεατρικά του έργα τα πλέον γνωστά είναι
Η Στέλλα με τα κόκκινα γάντια,
Έβδομη μέρα της δημιουργίας,
Η Αυλή των θαυμάτων,
Ηλικία της νύχτας,
Παραμύθι χωρίς όνομα,
Γειτονιά των Αγγέλων,
Βίβα Ασπασία,
Οδυσσέα γύρισε σπίτι,
Αποικία των τιμωρημένων,
Το μεγάλο μας τσίρκο,
 Ο εχθρός λαός και
Πρόσωπα για βιολί και ορχήστρα.

Απεβίωσε προχθές στις 29 Μαρτίου 2011, λίγες μέρες μετά το θάνατο της γυναίκας του Νίκης

Δευτέρα, 28 Μαρτίου 2011

Η μυστηριώδης εταιρία Μπένεντικτ

    "Όταν δημοσιεύεται στην εφημερίδα μια ασυνήθιστη αγγελία, αμέτρητα παιδιά σπεύδουν μα δηλώσουν συμμετοχή σε έναν εξωφρενικά παράξενο διαγωνισμό. Ακόμα κι εσύ, αγαπητέ αναγνώστη, μπορείς να δοκιμάσεις την τύχη σου μαζί τους. Στο τέλος, όμως, πρέπει να ξέρεις ότι θα διακριθούν μόνο οι χαρισματικοί, με άλλα λόγια δηλαδή ο Ρέινι, ο Στίκι, η Κέιτι και η Κονστάνς. Αυτά τα τέσσερα παιδιά θα αναλάβουν μια δύσκολη αποστολή. Με την καθοδήγηση του μυστηριώδους κυρίου Μπένεντικτ, θα μπουν στο Παιδαγωγικό Ινστιτούτο για Φωστήρες και θα προσπαθήσουν να ξεσκεπάσουν μια επικύνδηνη συνομωσία που απειλεί όλη την ανθρωπότητα."




Ένα μύστήριο επιστημονικής φαντασίας που συναρπάζει. 438 σελίδες που πραγματικά σε προ(σ)καλούν να τις διαβάσεις. Η πλοκή εκπληκτική, το χιούμορ αστείρευτο με ατάκες που διδέχονται η μία την άλλη και κορύφωση της αγωνίας σε κάθε διαφορετική σελίδα. Οι τέσσερις μικροί ήρωες μπλέκουν σε απίθανες περιπέτειες που έχουν πότε ξακαρδιστική και πότε τρααγική κατάληξη. Ένα βιβλίο που αξίζει να διαβαστεί από μικρά, μεγάλα και μεγαλύτερα... παιδιά. Κυκλοφορεί από τις εκδόσεις "Μοντέρνοι Καιροί" και ο συγγραφέας είνοι ο Trenton Lee Stewart.

Κυριακή, 20 Μαρτίου 2011

2011:Χρονιά Παπαδιαμάντη-Καββαδία

Όπως έχω ήδη πει, κάθε τόσο θα ανεβάζω ένα κείμενο ή ένα ποίημα, ανάλογα με την περίπτωση, του Νίκου Καββαδία ή του Αλέξανδρου Παπαδιαμάντη, με αφορμή το γεγονός ότι η φετινή χρονιά είναι αφιερωμένη σε αυτούς τους δύο διανοούμενους της χώρας μας. Σήμερα λοιπόν επέλεξα ένα κείμενο του Σκιαθίτη συγγραφέα, του Παπαδιαμάντη, και το κείμενο αυτό έιναι το "Μοιρολόγι της φώκιας."

Κάτω ἀπὸ τὸν κρημνόν, ὁποῦ βρέχουν τὰ κύματα, ὅπου κατέρχεται τὸ μονοπάτι, τὸ ἀρχίζον ἀπὸ τὸν ἀνεμόμυλον τοῦ Μαμογιάννη, ὁποῦ ἀντικρύζει τὰ Μνημούρια, καὶ δυτικῶς, δίπλα εἰς τὴν χαμηλὴν προεξοχὴν τοῦ γιαλοῦ, τὴν ὁποίαν τὰ μαγκόπαιδα τοῦ χωρίου, ὁποῦ δὲν παύουν ἀπὸ πρωίας μέχρις ἑσπέρας, ὅλον τὸ θέρος, νὰ κολυμβοῦν ἐκεῖ τριγύρω, ὀνομάζουν τὸ Κοχύλι -φαίνεται νὰ ἔχῃ τοιοῦτον σχῆμα- κατέβαινε τὸ βράδυ-βράδυ ἡ γριά-Λούκαινα, μία χαροκαμένη πτωχὴ γραία, κρατοῦσα ὑπὸ τὴν μασχάλην μίαν ἀβασταγήν, διὰ νὰ πλύνῃ τὰ μάλλινα σινδόνια της εἰς τὸ κῦμα τὸ ἁλμυρόν, εἴτα νὰ ξεγλυκάνῃ εἰς τὴν μικρὰν βρύσιν, τὸ Γλυφονέρι, ὁποῦ δακρύζει ἀπὸ τὸν βράχον τοῦ σχιστολίθου, καὶ χύνεται ἤρεμα εἰς τὰ κύματα. Κατέβαινε σιγὰ τὸν κατήφορον, τὸ μονοπάτι, καὶ μὲ ψίθυρον φωνὴν ἔμελπεν ἓν πένθιμον βαθὺ μυρολόγι, φέρουσα ἅμα τὴν παλάμην εἰς τὸ μέτωπόν της, διὰ νὰ σκεπάση τὰ ὄμματα ἀπὸ τὸ θάμβος τοῦ ἡλίου, ὁποῦ ἐβασίλευεν εἰς τὸ βουνὸν ἀντικρύ, κ᾿ αἱ ἀκτῖνες του ἐθώπευον κατέναντί της τὸν μικρὸν περίβολον καὶ τὰ μνήματα τῶν νεκρῶν, πάλλευκα, ἀσβεστωμένα, λάμποντα εἰς τὰς τελευταίας του ἀκτῖνας.
Ἐνθυμεῖτο τὰ πέντε παιδιά της, τὰ ὁποῖα εἶχε θάψει εἰς τὸ ἁλῶνι ἐκεῖνο τοῦ χάρου, εἰς τὸν κῆπον ἐκεῖνον τῆς φθορᾶς, τὸ ἓν μετὰ τὸ ἄλλο, πρὸ χρόνων πολλῶν, ὅταν ἦτο νέα ἀκόμη. Δυὸ κοράσια καὶ τρία ἀγόρια, ὅλα εἰς μικρὰν ἡλικίαν τῆς εἶχε θερίσει ὁ χάρος ὁ ἀχόρταστος.
Τελευταῖον ἐπῆρε καὶ τὸν ἄνδρα της, καὶ τῆς εἶχον μείνει μόνον δυὸ υἱοί, ξενιτευμένοι τώρα. Ὁ εἶς εἶχεν ὑπάγει, τῆς εἶπον, εἰς τὴν Αὐστραλίαν, καὶ δὲν εἶχε στείλει γράμμα ἀπὸ τριῶν ἐτῶν. Αὐτὴ δὲν ἤξευρε τί εἶχεν ἀπογίνει. Ὁ ἄλλος ὁ μικρότερος ἐταξίδευε μὲ τὰ καράβια ἐντὸς τῆς Μεσογείου, καὶ κάποτε τὴν ἐνθυμεῖτο ἀκόμη. Τῆς εἶχε μείνει καὶ μία κόρη, ὑπανδρευμένη τώρα, μὲ μισὴν δωδεκάδα παιδιά.
Πλησίον αὐτῆς, ἡ γριά-Λούκαινα ἐθήτευε τώρα, εἰς τὸ γῆρας της, καὶ δι᾿ αὐτὴν ἐπήγαινε τὸν κατήφορον, τὸ μονοπάτι, διὰ νὰ πλύνῃ τὰ χράμια καὶ ἄλλα διάφορα σκουτιὰ εἰς τὸ κῦμα τὸ ἁλμυρόν, καὶ νὰ τὰ ξεγλυκάνη στὸ Γλυφονέρι.
Ἡ γραῖα ἔκυψεν εἰς τὴν ἄκρην χθαμαλοῦ, θαλασσοφαγωμένου βράχου, καὶ ἤρχισε νὰ πλύνῃ τὰ ροῦχα. Δεξιά της κατήρχετο ὁμαλώτερος, πλαγιαστός, ὁ κρημνὸς τοῦ γηλόφου, ἐφ᾿ οὗ ἦτο τὸ Κοιμητήριον, καὶ εἰς τὰ κλίτη τοῦ ὁποίου ἐκυλίοντο ἀενάως πρὸς τὴν θάλασσαν τὴν πανδέγμονα τεμάχια σαπρῶν ξύλων ἀπὸ ξεχώματα, ἤτοι ἀνακομιδὰς ἀνθρωπίνων σκελετῶν, λείψανα ἀπόχρυσες γόβες ἢ χρυσοκέντητα ὑποκάμισα νεαρῶν γυναικών, συνταφέντα ποτὲ μαζί των, βόστρυχοι ἀπὸ κόμας ξανθάς, καὶ ἄλλα τοῦ θανάτου λάφυρα. Ὑπεράνω τῆς κεφαλῆς της, ὀλίγον πρὸς τὰ δεξιά, ἐντὸς μικρᾶς κρυπτῆς λάκκας, παραπλεύρως τοῦ Κοιμητηρίου, εἶχε καθίσει νεαρὸς βοσκός, ἐπιστρέφων μὲ τὸ μικρὸν κοπάδι του ἀπὸ τοὺς ἀγρούς, καί, χωρὶς ν᾿ ἀναλογισθῆ τὸ πένθιμον τοῦ τόπου, εἶχε βγάλει τὸ σουραῦλι ἀπὸ τὸ μαρσίπιόν του, καὶ ἤρχισε νὰ μέλπῃ φαιδρὸν ποιμενικὸν ᾆσμα. Τὸ μυρολόγι τῆς γραίας ἐκόπασεν εἰς τὸν θόρυβον τοῦ αὐλοῦ, καὶ οἱ ἐπιστρέφοντες ἀπὸ τοὺς ἀγροὺς τὴν ὥραν ἐκείνην - εἶχε δύσει ἐν τῷ μεταξὺ ὁ ἥλιος - ἤκουον μόνον τὴν φλογέραν, κ᾿ ἐκοίταζον νὰ ἴδωσι ποῦ ἦτο ὁ αὐλητής, ὅστις δὲν ἐφαίνετο, κρυμμένος μεταξὺ τῶν θάμνων, μέσα εἰς τὸ βαθὺ κοίλωμα τοῦ κρημνοῦ.
Μία γολέτα ἦτο σηκωμένη στὰ πανιά, κ᾿ ἔκαμνε βόλτες ἐντὸς τοῦ λιμένος. Ἀλλὰ δὲν ἔπαιρναν τὰ πανιά της, καὶ δὲν ἔκαμπτε ποτὲ τὸν κάβον τὸν δυτικόν. Μία φώκη, βόσκουσα ἐκεῖ πλησίον, εἰς τὰ βαθιὰ νερά, ἤκουσεν ἴσως τὸ σιγανὸν μυρολόγι τῆς γραίας, ἐθέλχθη ἀπὸ τὸν θυρυβώδη αὐλὸν τοῦ μικροῦ βοσκοῦ, καὶ ἦλθε παραέξω, εἰς τὰ ρηχά, κ᾿ ἐτέρπετο εἰς τὸν ἦχον, κ᾿ ἐλικνίζετο εἰς κύματα. Μία μικρὰ κόρη, ἦτο ἡ μεγαλυτέρα ἐγγονὴ τῆς γραίας, ἡ Ἀκριβούλα, ἐννέα ἐτῶν, ἴσως τὴν εἶχε στείλει ἡ μάννα της, ἢ μᾶλλον εἶχε ξεκλεφθῆ ἀπὸ τὴν ἄγρυπνον ἐπιτήρησίν της, καὶ μαθοῦσα ὅτι ἡ μάμμη εὐρίσκετο εἰς τὸ Κοχύλι, πλύνουσα εἰς τὸν αἰγιαλόν, ἦλθε νὰ τὴν εὔρη, διὰ νὰ παίξη ὀλίγον εἰς τὰ κύματα. Ἀλλὰ δὲν ἤξευρεν ὅπως πόθεν ἤρχιζε τὸ μονοπάτι, ἀπὸ τοῦ Μαμογιάννη τὸν μύλον, ἀντικρὺ στὰ Μνημούρια, καὶ ἅμα ἤκουσε τὴν φλογέραν, ἐπῆγε πρὸς τὰ ἐκεῖ καὶ ἀνεκάλυψε τὸν κρυμμένον αὐλητήν. Καὶ ἀφοῦ ἐχόρτασε ν᾿ ἀκούῃ τὸ ὄργανόν του καὶ νὰ καμαρώνῃ τὸν μικρὸν βοσκόν, εἶδεν ἐκεῖ πού, εἰς τὴν ἀμφιλύκην τοῦ νυκτώματος, ἓν μικρὸν μονοπάτι, καὶ ὅτι ἐκεῖθεν εἶχε κατέλθει ἡ γραῖα ἡ μάμμη της. Κ᾿ ἐπῆρε τὸ κατηφορικὸν ἀπότομον μονοπάτι διὰ νὰ φθάση εἰς τὸν αἰγιαλὸν νὰ τὴν ἀνταμώση. Καὶ εἶχε νυκτώσει ἤδη.
Ἡ μικρὰ κατέβη ὀλίγα βήματα κάτω, εἴτα εἶδεν ὅτι ὁ δρομίσκος ἐγίνετο ἀκόμη πλέον ἀπόκρημνος. Ἔβαλε μίαν φωνήν, κ᾿ ἐπροσπάθει ν᾿ ἀναβῇ, νὰ ἐπιστρέψη ὀπίσω. Εὐρίσκετο ἐπάνω εἰς τὴν ὀφρὺν ἑνὸς προεξέχοντος βράχου, ὡς δυὸ ἀναστήματα ἀνδρὸς ὑπεράνω τῆς θαλάσσης. Ὁ οὐρανὸς ἐσκοτείνιαζε, σύννεφα ἔκρυπταν τὰ ἄστρα, καὶ ἦτον στὴν χάσιν τοῦ φεγγαριοῦ. Ἐπροσπάθησε καὶ δὲν εὕρισκε πλέον τὸν δρόμον πόθεν εἶχε κατέλθει. Ἐγύρισεν πάλιν πρὸς τὰ κάτω, κ᾿ ἐδοκίμασε νὰ καταβῇ. Ἐγλίστρησε κ᾿ ἔπεσε, μπλούμ! εἰς τὸ κῦμα. Ἦτο τόσον βαθὺ ὅσον καὶ ὁ βράχος ὑψηλός. Δυὸ ὀργυιὲς ὡς ἔγγιστα. Ὁ θόρυβος τοῦ αὐλοῦ ἔκαμε νὰ μὴ ἀκουσθῇ ἡ κραυγή. Ὁ βοσκὸς ἤκουσεν ἕνα πλαταγισμόν, ἀλλὰ ἐκεῖθεν ὅπου ἦτο, δὲν ἔβλεπε τὴ βάσιν τοῦ βράχου καὶ τὴν ἄκρην τοῦ γιαλοῦ. Ἄλλως δὲν εἶχε προσέξει εἰς τὴν μικρὰν κόρην καὶ σχεδὸν δὲν εἶχεν αἰσθανθῆ τὴν παρουσίαν της.
Καθὼς εἶχε νυκτώσει ἤδη, ἡ γραῖα Λούκαινα εἶχε κάμει τὴν ἀβασταγήν της, καὶ ἤρχισε ν᾿ ἀνέρχεται τὸ μονοπάτι, ἐπιστρέφουσα κατ᾿ οἶκον. Εἰς τὴν μέσην του δρομίσκου ἤκουσε τὸν πλαταγισμόν, ἐστράφη κ᾿ ἐκοίταξεν εἰς τὸ σκότος, πρὸς τὸ μέρος ὅπου ἦτο ὁ αὐλητής.
- Κεῖνος ὁ Σουραυλῆς θὰ εἶναι, εἶπε, διότι τὸν ἐγνώριζε. Δὲν τοῦ φτάνει νὰ ξυπνᾷ τοὺς πεθαμένους μὲ τὴ φλογέρα του, μόνο ρίχνει καὶ βράχια στὸ γιαλὸ γιὰ νὰ χαζεύῃ... Σημαδιακὸς κι ἀταίριαστος εἶναι.
Κι ἐξηκολούθησε τὸ δρόμο της.
Κ᾿ ἡ γολέτα ἐξηκολούθει ἀκόμη νὰ βολταντζάρῃ εἰς τὸν λιμένα. Κι ὁ μικρὸς βοσκὸς ἐξηκολούθει νὰ φυσᾷ τὸν αὐλόν του εἰς τὴν σιγὴν τῆς νυκτός.
Κ᾿ ἡ φώκη, καθὼς εἶχεν ἔλθει ἔξω εἰς τὰ ρηχά, ηὖρε τὸ μικρὸν πνιγμένον σῶμα τῆς πτωχῆς Ἀκριβούλας, καὶ ἤρχισε νὰ τὸ περιτριγυρίζῃ καὶ νὰ τὸ μυρολογᾷ, πρὶν ἀρχίση τὸ ἑσπερινὸν δεῖπνον της.
Τὸ μυρολόγι τῆς φώκης, τὸ ὁποῖον μετέφρασεν εἰς ἀνθρώπινα λόγια εἶς γέρων ψαρᾶς, ἐντριβὴς εἰς τὴν ἄφωνον γλῶσσαν τῶν φωκῶν, ἔλεγε περίπου τὰ ἑξῆς:
Αὐτὴ ἦτον ἡ Ἀκριβούλα
ἡ ἐγγόνα τῆς γριά-Λούκαινας.
Φύκιά ῾ναι τὰ στεφάνια της,
κοχύλια τὰ προικιά της...
Κ᾿ ἡ γριὰ ἀκόμα μυρολογᾷ
τὰ γεννοβόλια της τὰ παλιά.
Σὰν νἄχαν ποτὲ τελειωμὸ
τὰ πάθια κ᾿ οἱ καημοὶ τοῦ κόσμου.

Κυριακή, 13 Μαρτίου 2011

Κρυσταλλοπηγή 5: Τι επιφυλάσσει η συνέχεια;

Στην προηγούμενη Κρυσταλλοπηγή:
-Φοβάμαι πως φέρνω ένα κακό μαντάτο βασιλιά μου, είπε με τρεμάμενη φωνή το νεραϊδοξωτικό. 
-Τι συμβαίνει; Ρώτησε ο Λεοπόλδος σοβαρεύοντας απότομα.
-Δεν ξέρω πώς να σας το πω βασιλιά μου. Φοβάμαι πως δεν θα σας αρέσει καθόλου, ούτε εσάς καλή μου βασίλισσα, απάντησε το μικρούλη ξωτικό. Έχει να κάνει με τη βασιλοπούλα Μέριλυ. Την είδα αρκετά έξω από το παλάτι σήμερα νωρίς το πρωί. Ήταν κοντά στο χωράφι μου και…  Δεν ήξερα που μπορεί να πήγαινε τρέχοντας τόσο πρωί. Δεν με αφορά βέβαια, αλλά αναστατώθηκα όταν λίγες στιγμές μετά από αυτήν είδα δύο μεγαλόσωμους άντρες να τρέχουν από πίσω της. Θεώρησα ότι έπρεπε να σας το πω βασιλιά μου. Γι αυτό ήρθα μέχρι εδώ.
      Ξαφνικά η όψη του μικρού νεραϊδοξωτικού έπαψε να μοιάζει αστεία. Η βασίλισσα Αγνή χλόμιασε και ο Λεοπόλδος σηκώθηκε από τη θέση του και άρχισε να βηματίζει νευρικά πάνω κάτω. Το νεραϊδοξωτικό στάθηκε αμήχανο εκεί που βρισκόταν χωρίς να ξέρει τι να κάνει.
-Σ’ευχαριστώ πολύ καλό μου ξωτικό για την πληροφορία. Θα φροντίσω έτσι ώστε να ανταμειφθείς όπως πρέπει. Μπορείς να πηγαίνεις.
Με αυτά τα λόγια, ο βασιλιάς χαιρέτισε το νεραϊδοξωτικό το οποίο μόλις βγήκε από το παλάτι πλησίασε μια νεράιδα που το περίμενε λίγο έξω από την πύλη. Από το μεγάλο ανάστημά της για τα δεδομένα αυτών των πλασμάτων και από τα σκούρα μαλλιά και ρούχα της, καταλάβαινε κανείς πολύ εύκολα ότι ανήκε στις Σκοτεινές Νεράιδες, μία κατηγορία στοιχειών της νύχτας. Οι Σκοτεινές Νεράιδες ήταν συνήθως μεγαλόσωμες και πολύ ισχυρές, καθώς ήξεραν ξόρκια τα οποία ελάχιστοι κατείχαν.
-Όλα εντάξει, είπε στη νεράιδα το ξωτικό. Έχουμε την αμοιβή στο τσεπάκι. Βάζω και τα δύο φτερά μου στη φωτιά ότι αυτή τη στιγμή η βασίλισσα τρέμει από φόβο και αγωνία ενώ ο βασιλιάς έχει φοβηθεί χωρίς να θέλει να το δείξει. Θα περάσει πολύς καιρός μέχρι να πάρουν χαμπάρι τι μαγειρεύουμε και όταν γίνει αυτό εμείς θα είμαστε ήδη μακριά από ’δω.
-Φτάνει να μην μπλεχτεί αυτός ο πρίγκιπας. Ο Έκτορας. Του απάντησε η Σκοτεινή Νεράιδα.
-Μπα δεν το νομίζω, την καθησύχασε το ξωτικό. Εγώ θα φύγω τώρα. Φύγε σε πέντε-δέκα λεπτά από την αντίθετη μεριά. Θα ξανασυναντηθούμε για να κανονίσουμε την αμοιβή.
       Στο μεταξύ, ο πρίγκιπας Έκτωρ βρισκόταν στη βεράντα της κάμαράς του απολαμβάνοντας την πρωινή δροσιά πριν φύγει για τους στάβλους. Καθώς η βεράντα του «έβλεπε» στο μπροστινό μέρος του παλατιού, είδε το νεραϊδοξωτικό τη στιγμή που έβγαινε από το παλάτι.
-Τι δουλειά έχει αυτός εδώ; Σκέφθηκε καθώς τον κοιτούσε. Πρέπει να ειδοποιήσω τον πατέρα ότι είναι επικίνδυνος.

Σάββατο, 5 Μαρτίου 2011

Η ιστορία ενός... χαρταετού!

Πάντα μου άρεσε να πετάω. Έτσι κι αλλιώς γι αυτό είναι φτιαγμένος ένας χαρταετός σωστά; Δεν μπορείτε να φανταστείτε τι υπέροχη αίσθηση που είναι να σε φυσάει ο αέρας και εσύ να ανεβαίνεις ψηλά στον ουρανό. Τόσο ψηλά που χαιρετάς τα πουλιά και γίνεσαι ένα με τα σύννεφα. Νιώθεις τον αέρα που περνάει από τα κρόσσια της ουράς σου και τρίζεις από χαρά! Τους ευγνωμονώ τους ανθρώπους που μου προσφέρουν αυτήν την αίσθηση και για να τους δείξω τη χαρά μου τους στέλνω σήματα με το σκοινί μου πίσω στη γη. Εκεί που στέκονται και με καμαρώνουν ζητωκραυγάζοντας! Δυστυχώς εγώ ποτέ δεν θα ξανανιώσω έτσι αφού όπου να’ ναι θα περάσει να με πάρει το μεγάλο φορτηγό για τα σκουπίδια και να με πάει ποιος ξέρει πού… Αλλά ας τα διηγηθώ με τη σειρά.  
     Όλα άρχισαν μια Δευτέρα πριν από 4 χρόνια. Ήμουν στη γωνία ενός μεγάλου δρόμου κρεμασμένος από μία κολώνα μαζί με πολλούς άλλους χαρταετούς. Άλλοι ήταν κόκκινοι με μπλε σχέδια, άλλοι κίτρινοι με πορτοκαλιά λουλούδια, μερικοί ήταν ασημένιοι και είχαν απάνω τους όλων των ειδών τα χρώματα. Όλοι εμείς περιμέναμε να δούμε τι θα γινόμασταν. Ο πωλητής φώναζε στα αυτοκίνητα και τους πεζούς που περνούσαν:
«Έλα κόσμε! Χαρταετούς έχω! Πάρε πάρε χαρταετό για τα παιδιά σου! Ωραίους χαρταετούς έχω! Εδώ οι καλοί χαρταετοί για την Καθαρή Δευτέρα!» Κάθε τόσο σταματούσαν ένα-δύο άτομα και αγόραζαν χαρταετούς. Οι δύο διπλανοί μου πουλήθηκαν γρήγορα. Το ίδιο και αρκετοί άλλοι.
      Κάποια στιγμή είδα μια κυρία χαμογελαστή να βγαίνει από ένα αυτοκίνητο και να έρχεται προς το μέρος μας. «Θα ήθελα έναν αετό» Είπε στον πωλητή χαμογελώντας. «Πάρε κυρία ποιον θέλεις» απάντησε αυτός «όλοι στην ίδια τιμή είναι». Η κυρία με πλησίασε και με έδειξε. «Μπορείτε να μου δώσετε αυτόν εδώ;» είπε χαμογελώντας. Τόσο πολύ είχα χαρεί που με διάλεξε που δεν άκουσα τίποτα άλλο! Ούτε πόσο πουλήθηκα, ούτε αν οι άλλοι χαρταετοί με χαιρετούσαν όπως γινόταν με καθέναν που έφευγε, τίποτα. Ήμουν τρισευτυχισμένος! Η κυρία με έβαλε στο αυτοκίνητό της και ξεκίνησε.
     Δεν πέρασε πολλή ώρα όταν σταματήσαμε και η Γιαγιά, έτσι κατάλαβα ότι την λέγανε την κυρία, με πήρα στα χέρια της και με πήγε σε μια αλάνα με πολύ κόσμο και πολλούς χαρταετούς. Άλλοι ήταν ήδη στον ουρανό, άλλοι προσπαθούσαν να απογειωθούν, κάποιοι ήταν ακουμπισμένοι στο έδαφος. Είδα και μερικούς παγιδευμένους στα δέντρα, αλλά δεν έδωσα και πολλή σημασία… Η Γιαγιά πλησίασε δυο μικρά κοριτσάκια και τα φώναξε. Εκείνα αμέσως έτρεξαν κοντά της χοροπηδώντας ανυπόμονα. «Κοιτάξτε τι σας έφερα! Είναι ένας χαρταετός μόνο για σας!» τους είπε γελώντας. «Αχ είσαι τόσο καλή! Ευχαριστούμε γιαγιά!» Είπαν τα κοριτσάκια και με πήραν μαζί τους.
     Τρέχοντας με ανέβασαν σε έναν λόφο και τότε με πέταξαν! Ήταν τόσο όμορφο! Ανέβαινα και ο αέρας μπλεκόταν στο χαρτί μου, έπαιζε με την ουρά μου… Εγώ τριζοβολούσα από ευτυχία και όλο και έφτανα ψηλότερα. Συνάντησα και άλλους χαρταετούς που έκαναν κόλπα, τούμπες, έστριβαν, έκαναν πως έπεφταν και να’ τοι πάλι ψηλά ανάμεσα στα σύννεφα. Κι εγώ ανέβαινα όλο και περισσότερο. Κάποια στιγμή η καλούμπα μου σταθεροποιήθηκε και τότε κοίταξα κάτω. Τι πανόραμα ήταν αυτό που έβλεπα! Ο ουρανός σπαρμένος από χαρταετούς που λες και κολυμπούσαν στον αέρα. Και κάτω απ’ αυτούς οι άνθρωποι. Κάτι άνθρωποι τόσο μικροί που δυσκολία τους γνώριζες. Σχεδόν όλοι κοιτούσαν προς τα πάνω. Μερικοί μας χαιρετούσαν, κάποιοι άλλοι μας έδειχναν. Ήταν υπέροχα!
     Μετά από πολλή ώρα ένιωσα ένα τράβηγμα στο σκοινί μου και άρχισα να κατεβαίνω. Και όσο κατέβαινα τόσο μεγάλωναν οι άνθρωποι και τα δέντρα. Κάποια στιγμή η ουρά μου ακούμπησε το έδαφος και έπειτα όλο το εξάγωνο σώμα μου βρισκόταν ξαπλωμένο στο χώμα. Τα δυο κοριτσάκια ήρθαν και με μάζεψαν για να με πάνε όπως είπαν στην αποθήκη. Τι απαίσιο μέρος! Είναι ένα δωμάτιο με πάρα πολλά στοιβαγμένα πράματα, σκοτάδι και υγρασία. Εκεί μέσα έμεινα έναν ολόκληρο χρόνο. Μια Δευτέρα με ξαναέβγαλαν και με ξαναπέταξαν. Πάλι αυτό το υπέροχο συναίσθημα! Ο αέρας, η ουρά που τρίζει, οι άνθρωποι που κοιτάνε και φωνάζουν κάθε τόσο: «Αμόλα καλούμπα, αμόλα καλούμπα!», «ποιος θέλει χαλβά;», «Καλώς τους, καλώς τους! Λαγάνες φέρατε;» Και μετά πάλι αποθήκη. Αυτό έγινε άλλες δύο φορές. Πέρσι και φέτος. Υπέμενα την αποθήκη όλο το χρόνο μόνο και μόνο για να μπορώ κάθε Καθαρά Δευτέρα να πετάω!
     Φέτος όμως ήμουν άτυχος. Καθώς δεν είχε πολύ αέρα, τα κορίτσια έκαναν πολλές προσπάθειες μέχρι να καταφέρω να ανυψωθώ. Δεν είχε πολλούς αετούς εκείνη την ώρα και ένιωθα λες και ήμουν ο κυρίαρχος του ουρανού! Έμεινα στον αέρα πολλή ώρα και έβλεπα τους άλλους χαρταετούς, πιο καινούριους από μένα, με σχήματα πουλιών και αεροπλάνων, ρομβοειδείς αλλά και εξάγωνοι, όπως εγώ που δεν μπορούσαν να ανέβουν. Κάποια στιγμή ένιωσα το γνωστό πια τράβηγμα στο σκοινί μου που με ειδοποιούσε για το κατέβασμα. Δεν ήμουν μακριά από το έδαφος, η ουρά μου σχεδόν είχε ακουμπήσει κάτω, όταν κάποιος τράβηξε απότομα την καλούμπα μου. Έκανα μια απότομη τούμπα. Τράβηγμα. Ανέβηκα λίγο ψηλότερα. Κι άλλο τράβηγμα. Κι άλλη τούμπα. Είδα το χώμα να έρχεται καταπάνω μου. Άκουσα ένα κρακ, άλλο ένα, έπειτα ένιωσα ένα σκίσιμο. Ήμουνα ξαπλωμένος στο έδαφος με δύο από τα ξύλα του σκελετού μου σπασμένα και ένα μεγάλο σκίσιμο στο χαρτί μου.
        Σε λίγα λεπτά τα κορίτσια ήρθαν τρέχοντας από πάνω μου. Μαζί τους ήταν κι ένα αγόρι. «Κοίτα τι έκανες με τα κόλπα σου. Έσπασε…» του είπε στενοχωρημένα το ένα κορίτσι. «Και ήταν δώρο της γιαγιάς μας…» είπε το άλλο λυπημένα. «Ας τον πάμε τουλάχιστον στα σκουπίδια να μη μείνει εδώ» πρότεινε κάποιος. Ένιωσα χέρια να με σηκώνουν και να με μεταφέρουν. Με έφεραν και με άφησαν εδώ. Δεν με νοιάζει ούτε που έσπασα ούτε που τα κορίτσια με πέταξαν. Για το μόνο πράγμα που στεναχωριέμαι είναι που δεν θα μπορέσω να ξαναπετάξω. Και τώρα, είμαι μέσα στο φορτηγό λίγο πριν το τέλος μου… Έχε γεια υπέροχε ουρανέ, έχε γεια δροσερέ αέρα. Τώρα πια είμαι ένας κατεστραμμένος χαρταετός που δεν θα πετάξει ποτέ ξανά…