Δευτέρα, 20 Ιουνίου 2011

ΟΥΦ!

   Ο Άρης είναι ένα αγόρι της τετάρτης δημοτικού που, μέσα από την πένα του συγγραφέα Χρήστου Μπουλώτη, παίρνει σάρκα και οστά και ξεπετάγεται όλο κέφι μέσα από τις σελίδες του ολοκαίνουργιου βιβλίου με τον τίτλο "ΟΥΦ!". Με αστείρευτο χιούμορ και μόνιμη όρεξη για πλάκες, ο μικρός ήρωας μας διηγείται τη ζωή του. Και αυτό γιατί
"ο Άρης δεν είναι σαν τα άλλα παιδιά. Μπαίνει στις ίδιες περιπέτειες με τον Σπάιντερμαν, τσαντίζεται όταν τον ρωτάνε τι θα γίνει άμα μεγαλώσει και κάνει πλάκες με τη δυσλεξία του. Ο σκύλος του ο Έντι είναι το αγαπημένο φιλαράκι του, αλλά αγαπά πολύ και το Μινώταυρο και το συμμαθητή του τον Ευθύμη που τρελαίνεται για προφιτερόλ. Μια φορά ταξίδεψε με εξωγήινους μέσα σ' ένα διαστημόπλοιο που έμοιαζε κουραμπιές. Και μια άλλη φορά έγραψε ένα τραγούδι ραπ μαζί με την αγαπημένη του συμμαθήτρια τη Μαρία, που μόνο μ' αυτή μοιράζεται χωνάκι παγωτό στην πλατεία. Και ξέρει ο Άρης πώς γεννιούνται τα παιδιά κι είναι αύθαστος στα ταχυδακτηλουργικά. Τον τελευταίο όμως καιρό μαθαίνει ένα πολύ δύσκολο παιχνίδι που οι μεγάλοι το λένε "Οικονομική κρίση". Το παίζει με το ζόρι. Όμως με τίποτα δεν θέλει να χάσει το χαμόγελό του." 

Τρίτη, 14 Ιουνίου 2011

Άνθρωποι, πλάσματα της θάλασσας και καλοκαίρια

-Ε λοιπόν, οι διακοπές ξεκίνησαν… είπε μοιρολατρικά ο κάβουρας στον αχινό δίπλα του, όταν τρία παιδικά πρόσωπα φάνηκαν πάνω από την τρύπα του στον βράχο.
-Ποπό!! Κοιτάξτε ένα καβούρι! Είπε ένα κορίτσι και αμέσως όλο το τσούρμο μαζεύτηκε κοιτώντας μέσα στην καβουρότρυπα.
-Τι είναι οι διακοπές; Όλο κάτι περίεργα μας λες κάβουρα. Ρώτησε περίεργα ο αχινός, όταν ξαναβρήκαν την ησυχία τους.
-Μα καλά, τόσο καιρό πού ζεις; Δεν ξέρεις τίποτα πια; Ρώτησε ο κάβουρας με ύφος παντογνώστη.
-Πέρυσι, την εποχή που ζέσταναν τα νερά ήμουν πολύ μακριά από εδώ. Εκεί που είναι η άμμος. Τόσο μακριά, που μου πήρε όλη την εποχή με τις βροχές, τα σύννεφα και τα κρύα νερά να έρθω εδώ. Έφτασα σε αυτόν τον βράχο μόλις πέντε ανατολές τώρα.

-Εντάξει, εντάξει. Δεν ζήτησα να μάθω την ιστορία της ζωής σου! Είπε λίγο ενοχλημένος ο κάβουρας. Λοιπόν, πριν σου πω για τις διακοπές, πρέπει να ξέρεις πως για τους ανθρώπους η εποχή με τα ζεστά νερά λέγεται καλοκαίρι. Τότε που έχει πολλές βροχές συνέχεια, λέγεται χειμώνας. Τότε που ψιχαλίζει έχουμε φθινόπωρο, ενώ όταν τα νερά παγώνουν απότομα, άνοιξη. Άκου λοιπόν για να μαθαίνεις, γιατί από αυτό εξαρτάται και η επιβίωσή σου εδώ. Το καλοκαίρι, όταν οι άνθρωποι έρχονται στη θάλασσα και κολυμπούν, φωνάζουν και όλα αυτά τα ενοχλητικά, έχουν διακοπές. Ο ορισμός των διακοπών λοιπόν, είναι όταν οι άνθρωποι μας ενοχλούν από το μεσημέρι μέχρι αργά το απόγευμα, κυρίως τα σαββατοκύριακα.
-Αχ, σε παρακαλώ κάβουρα, είπε ο αχινός, πες το μου απλά να το καταλάβω. Χρησιμοποιείς πολύ επιστημονικούς όρους.
-Χμ, για να δούμε... Όταν οι άνθρωποι έρχονται και μας ενοχλούν από όταν ο ήλιος ανεβαίνει στη μέση του ουρανού, μέχρι λίγο πριν δύσει, κυρίως κάθε εφτά ανατολές. Κατάλαβες τώρα;
-Κατάλαβα! Αναφώνησε ο αχινός χαρούμενος που τώρα κατείχε ένα μέρος της γνώσης του σοφού κάβουρα.
       Αυτή η αρκετά παράξενη συνομιλία έλαβε χώρα ένα καλοκαιρινό πρωινό του Ιούνη σε έναν κόλπο της Αττικής, κοντά στην περιοχή της Ραφήνας. Ο… παντογνώστης κάβουρας ζούσε για πολλά χρόνια σε τρύπα δύο περίπου μέτρα από έναν κατηφορικό βράχο πάνω στην ακτογραμμή. Λίγο παραδίπλα, μια μικρή παραλιούλα οδηγούσε σε έναν άλλο βράχο, πιο στρογγυλεμένο, που οδηγούσε κατευθείαν στα βαθιά νερά ενός ορμίσκου.
     Το δεξιό άκρο του το οριοθετούσε η μύτη ενός σκοπέλου, τσιμεντωμένου στο πάνω μέρος, έτσι ώστε να μπορεί όποιος θέλει να σκαρφαλώνει και να κάνει βουτιές στα πρασινογάλαζα νερά. Στο αριστερό άκρο, βρισκόταν ένας άλλος, μακρουλός και σκισμένος στα δύο βράχος, που η μία μεριά του έκλεινε τον ορμίσκο, ενώ η άλλη επικοινωνούσε με το σπίτι του καβουριού μέσω μιας φυσικής πισίνας, ότι έπρεπε για ψάρια.                                               
    Ο αχινός, ζούσε για μόλις πέντε μέρες σε μια πέτρα μέσα στο νερό, κοντά στην τρύπα του κάβουρα. Δεν είχε περάσει πολύς καιρός από την ανάλυση του όρου των διακοπών. Μόλις δυο-τρεις μέρες. Ένα πρωί, ένα παιδί μπήκε στο νερό και χαρωπά πλησίασε το μέρος πού ήταν τα δύο ζώα.
     Χωρίς να μπορεί να ακούσει ένα δυστυχισμένο «Ωχ!» του κάβουρα, πλησίασε στην τρύπα του και έβαλε μέσα μια κόκκινη λαστιχένια άκρη. Ο κάβουρας άπλωσε τη δαγκάνα και έπιασε τη λαστιχένια άκρη για να τρομάξει το παιδί μήπως και τελείωνε γρήγορα με αυτό.
-Κοίτα μαμά! Θέλει να παίξει! Έπιασε την άκρη από τα γυαλάκια της θαλάσσης μου! Φώναξε ενθουσιασμένο το παιδάκι.
    Ο κάβουρας, μην έχοντας καμία όρεξη για παιχνίδια, έφυγε από το μέρος που λιαζότανε και χώθηκε βαθιά στην τρύπα του. Ο αχινός, από την άλλη μεριά, κοιτούσε με ενδιαφέρον το παιδάκι, τον πρώτο άνθρωπο που έβλεπε από κοντά. Εκείνη τη στιγμή, ένα δάχτυλο ακούμπησε το κέλυφός του και άρχισε να το κουνάει δεξιά αριστερά. Αφού του έσπασε μερικά αγκάθια, κι άλλα δάχτυλα τον έπιασαν και τον ταρακούνησαν, πετυχαίνοντας να τον ξεκολλήσουν από το βράχο.
     Ο κάβουρας, παίρνοντας χαμπάρι ότι κάτι συνέβαινε, βγήκε προς τα έξω.
-Κάβουρα! Τι συμβαίνει; Ρώτησε με αγωνία και τρόμο ο αχινός.
-Την πάτησες φίλε… απάντησε ήρεμα το καβούρι από το βράχο του. Την πάτησες άσχημα… Ελπίζω τουλάχιστον να μην πήγες τζάμπα. Αν ακούσεις τη λέξη «νόστιμος» όταν όλα χαθούν, να ξέρεις ότι πρέπει να είσαι ευτυχισμένος.   Θα σημαίνει ότι τους άρεσες... Αυτά είπε ο κάβουρας και χώθηκε ακόμα πιο βαθιά στα έγκατα του βράχου για να γλυτώσει το τομάρι του.
     Η βροχή μαστίγωνε τη θάλασσα που είχε μετατραπεί σε γκρίζα και αφιλόξενη, αντικατοπτρίζοντας τα βαριά σύννεφα του ουρανού. Ούτε ένας άνθρωπος δεν φαινόταν στον ορίζοντα. Σε μια τρύπα ενός μικρού βράχου, μόλις δυο μέτρα από την κατηφορική απέναντι ακτή, ένας κάβουρας μονολογούσε, βρίζοντας κάθε τόσο τις κρύες γλυκές σταγόνες που τον χτυπούσαν στο κεφάλι.
-Πέρασε κι αυτό… Άλλο ένα καλοκαίρι που τα κατάφερα πάλι μόνο εγώ… Ούτε ένας γείτονας δεν μου έμεινε για να τα λέμε το χειμώνα… Καταραμένοι άνθρωποι! Θα σας ξεφεύγω μέχρι να πεθάνω, και θα σας καταριέμαι μέχρι να σβήσει η φωνή μου!
     Η βροχή δυνάμωσε και μια ριπή δυνατού ανέμου σήκωσε ένα μεγάλο κύμα. Ο κάβουρας χώθηκε βαθιά στην τρύπα του βράχου του μουρμουρίζοντας κατάρες, περιμένοντας άλλο ένα δύσκολο καλοκαίρι.  

Τετάρτη, 1 Ιουνίου 2011

ΕΠΙΚΑΙΡΗ ΠΟΙΗΣΗ ΑΠΟ ΤΟ...1900

Γεώργιος Σουρής
(1853-1919)

Ποιος είδε κράτος λιγοστό
σ' όλη τη γη μοναδικό,
εκατό να εξοδεύει
και πενήντα να μαζεύει;

Να τρέφει όλους τους αργούς,
να 'χει επτά Πρωθυπουργούς,
ταμείο δίχως χρήματα
και δόξης τόσα μνήματα;

Να 'χει κλητήρες για φρουρά
και να σε κλέβουν φανερά,
κι ενώ αυτοί σε κλέβουνε
τον κλέφτη να γυρεύουνε;

Όλα σ' αυτή τη γη μασκαρευτήκαν
ονείρατα, ελπίδες και σκοποί,
οι μούρες μας μουτσούνες εγινήκαν
δεν ξέρομε τι λέγεται ντροπή.

Σπαθί αντίληψη, μυαλό ξεφτέρι,
κάτι μισόμαθε κι όλα τα ξέρει.
Κι από προσπάππου κι από παππού
συγχρόνως μπούφος και αλεπού.

Θέλει ακόμα -κι αυτό είναι ωραίο-
να παριστάνει τον ευρωπαίο.
Στα δυο φορώντας τα πόδια που 'χει
στο 'να λουστρίνι, στ' άλλο τσαρούχι.

Σουλούπι, μπόι, μικρομεσαίο,
ύφος του γόη, ψευτομοιραίο.
Λίγο κατσούφης, λίγο γκρινιάρης,
λίγο μαγκούφης, λίγο μουρντάρης.

Και ψωμοτύρι και για καφέ
το «δε βαριέσαι» κι «ωχ αδερφέ».
Ωσάν πολίτης, σκυφτός ραγιάς
σαν πιάσει πόστο: δερβέναγάς.

Δυστυχία σου, Ελλάς,
με τα τέκνα που γεννάς!
Ω Ελλάς, ηρώων χώρα,
τι γαϊδάρους βγάζεις τώρα;