Κυριακή, 16 Δεκεμβρίου 2012

ΓΙΑΤΙ ?

26 άνθρωποι.
20 παιδιά αναμεταξύ τους.
26 ζωές που κόπηκαν.
20 παιδιά που δε θα μεγαλώσουν ποτέ.
26 οικογένειες που θρηνούν.
1 δράστης.
Γιατί;

Έχει ήδη συμβεί πολλές φορές. Και θα ξανασυμβεί. Πολλές φορές. Γιατί;

Tell me why I don't like Mondays - Πες μου γιατί δεν μου αρέσουν οι Δευτέρες
Boomtown rats 1979

Μία κοπέλα μπήκε σε ένα νηπιαγωγείο και σκότωσε 14 άτομα επιδή δεν της άρεσαν οι δευτέρες.
30 χρόνια μετά, τι έχει αλλάξει;

http://www.youtube.com/watch?v=o2I84-A9duY

Πέμπτη, 6 Δεκεμβρίου 2012

Σαν σήμερα?

"Σαν Σήμερα:
1892: Πεθαίνει ο Βέρνερ φον Ζίμενς, εφευρέτης και ιδρυτής της εταιρίας Siemens.
1966: Οι Beatles ξεκινούν την ηχογράφηση του άλμπουμ Sgt. Pepper's Lonely Hearts Club Band που κυκλοφόρησε το 1967, σημειώνοντας τεράστια επιτυχία.
1990: Πεθαίνει ο Παύλος Σιδηρόπουλος"
2008: Δολοφονείται ο 15χρονος μαθητής Αλέξανδρος Γρηγορόπουλος.

Διαφημίσεις

" Πάμε τώρα να δούμε και τα χρηστικά της ημέρας. Πορείες έχουν προγραμματιστεί από τα Προπύλαια στις 10, στις 5 και στις 7 με αφορμή τη συμπλήρωση τεσσάρων χρόνων από το θάνατο του Αλέξανδρου Γρηγορόπουλου..."

Κλείνω το ραδιόφωνο, απογοητευμένη και μερικώς αηδιασμένη.
Η δολοφονία του Αλέξη στο "σαν σήμερα";
Οι πορείες έγιναν με αφορμή τη δολοφονία;

Αν ο Αλέξανδρος ζούσε, αν εκείνο τα Σάββατο δεν του είχε αυθαίρετα και χωρίς λόγο αφαιρέσει τη ζωή ο ειδικός φρουρός, τώρα θα πήγαινε στο Πανεπιστήμιο, στο πρώτο έτος.
Αν ο κ. Κορκονέας δεν τραβούσε τη σκανδάλη αλλά έφτανε στη λεωφόρο Αλεξάνδρας, όπου ήταν ο προορισμός του, δεν θα κατέστρεφε τον εαυτό του και την οικογένειά του.
Αν ο κ. Σαραλιώτης, που είναι σήμερα ελεύθερος με περιοριστικούς όρους, δεν καθόταν απαθής, αλλά εμπόδιζε τον συνάδελφό του, μπορεί να μην είχε γίνει τίποτα.
Αν...

Τα "αν" δεν ωφελούν σε τίποτα. Ό,τι έγινε, έγινε και δεν αλλάζει. Μία ζωή χάθηκε άδικα και αναίτια. Ένα αγόρι 15 ετών δεν πρόλαβε να μεγαλώσει. Όσες πορείες και να γίνουν όμως, όσες αποχές κι αν κάνουν οι μαθητές, ο Αλέξανδρος δεν θα γυρίσει πίσω.
Πέθανε, είναι θαμμένος στο χώμα και έχει γίνει κι αυτός μέρος της τροφικής αλυσίδας και του κύκλου της ζωής.
Θα ζει όμως πάντα μέσα από όσους τον θυμούνται. Όχι κάνοντας πορείες στη μνήμη του, δεν είναι εθνικός ήρωας, ούτε ο θάνατός του εθνική εορτή. Θα ζει μέσω όλων αυτών που λένε την ιστορία του, που τον θυμούνται γι αυτό που υπήρξε πραγματικά και όχι για το σύμβολο που φτιάχτηκε όταν δολοφονήθηκε, όχι για να ηρωοποιηθεί, αλλά μέσω της γνώσης και της μνήμης να μην ξαναγίνει τίποτα παρόμοιο στο μέλλον.
Γιατί οι Έλληνες ξεχνούν εύκολα και δεν διατηρούν την ιστορία όταν αυτή δεν είναι ένδοξη.
Γιατί κάποιους δεν τους συμφέρει να θυμούνται.
Γιατί κάποιοι δεν θέλουν να θυμούνται.

Ο Αλέξης υπήρξε για κάποιους σύμβολο, για κάποιους άλλους αιτία και αφορμή για εξέγερση και διαμαρτυρία. Υπήρξε όμως και γιος μιας οικογένειας που ακόμα τον πενθεί. Μέλος μιας παρέας παιδιών που έχασαν το φίλο τους. 
Εσύ, λοιπόν, που πας στις πορείες και πετάς μολότοφ στη μνήμη του.
Εσύ, που εναντιώνεσαι στην κυβέρνηση χρησιμοποιώντας το όνομα του Αλέξη.  
Εσύ, που απλώς κάθεσαι σπίτι επειδή δε θα γίνει μάθημα στο σχολείο.
Σεβάσου το πένθος αυτών που τον ήξεραν, τον αγαπούσαν και τον έχασαν και θυμήσου ότι κάποτε, σε κάποιο μέρος το κράτος πυροβόλησε στην καρδιά το μέλλον του, κι αυτό έγινε πριν από τέσσερα, μόλις, χρόνια δίπλα στο σπίτι σου. 


Σάββατο, 17 Νοεμβρίου 2012

ΘΥΜΗΣΟΥ! - Πολυτεχνείο 2012


 - Τι λες; Πάμε στο Πολυτεχνείο το Σάββατο;
- Πολυτεχνείο;! Πού το θυμήθηκες τώρα το Πολυτεχνείο; Ξέρεις τι φασαρίες γίνονται στις πορείες του Πολυτεχνείου;
- Ας μην πάμε στη πορεία. Ας πάμε μόνο να αφήσουμε ένα λουλούδι στη μνήμη όσων χάθηκαν και όσων αγωνίστηκαν. Ή μήπως θα συμφωνήσεις με τις οργανώσεις που λένε ότι " Ο ευρών νεκρούς τη 17.11.1973 αμειφθήσεται;" Το Πολυτεχνείο δεν ήταν απλώς μία πράξη αντίστασης κατά του κατεστημένου, ούτε θα έπρεπε να χρησιμοποιείται η 17η Νοεμβρίου ως ημέρα διαμαρτυρίας για τα όσα μας συμβαίνουν σήμερα. Αλλά δε θέλω να πάω για την πορεία ή για τις φασαρίες.
Θέλω να πάω γιατί νιώθω ότι το Πολυτεχνείο με αγγίζει. Σκέψου λίγο. Αυτοί που σκοτώθηκαν από από την αστυνομία στις γύρω περιοχές, εκείνοι που σκοτώθηκαν στα επεισόδια της Νομικής, ο μικρότερος ήταν τουλάχιστον 16 χρονών. Θα μπορούσα να ήμουν εγώ. Αυτοί που φωνάζανε " ΕΔΩ ΠΟΛΥΤΕΧΝΕΙΟ, ΕΔΩ ΠΟΛΥΤΕΧΝΕΙΟ" αγωνίζονταν για εμάς, για σένα, για μένα. Θα μπορούσα να ήμουν εγώ. Αυτοί που κλείστηκαν στη Νομική και στο Πολυτεχνείο αγωνίστηκαν για να αλλάξουν την κατάσταση που θεωρούσαν άδικη και λανθασμένη. Θα μπορούσα να ήμουν εγώ μέσα στο Πολυτεχνείο, θα μπορούσα να φωνάζω εγώ από το ραδιοφωνικό σταθμό, θα μπορούσα να ήμουν εγώ ανάμεσα στους σκοτωμένους της νύχτας εκείνης, και μου λες ότι δεν αξίζει να τους θυμάσαι; Τι θα έκανες αν ήμουν εγώ, το παιδί σου, ο αδερφός σου; Δε θα ήθελες να τον θυμούνται;
Και δεν λέω να θυμηθείς όλους αυτούς που τότε φώναζαν κρεμασμένοι στα κάγκελα για δίκαιο, για παιδεία και για ελευθερία και τώρα είναι πρόεδροι κομμάτων, παρουσιαστές ειδήσεων, υπουργοί, ευρωβουλευτές. Αυτούς δεν αξίζει να τους θυμάσαι ως αγωνιστές του Πολυτεχνείου. Κυρία Όλγα Τρέμη, κύριος Ευάγγελος Βενιζέλος, κύριος Γιώργος Βουλγαράκης, κυρία Μαρία Δαμανάκη, κύριος Παντελής Καψής, κύριος Κώστας Λαλιώτης, κύριος Ανδρέας Λοβέρδος, κύριος Δημήτρης Παπαδημούλης, κύριος Δημήτρης Ρέππας, κύριος Διονύσης Τσακνής, κύριος Παύλος Τσίμας, κύριος Νίκος Χατζηνικολάου, είναι μόνο μερικά από τα πιο κραυγαλέα ονόματα*. Παράδειγμα του πόσο μπορεί να αλλάξει ο άνθρωπος με την εξουσία, το χρήμα ή απλώς το πέρασμα του χρόνου. Όλοι αυτοί οι κύριοι και οι κυρίες κάποτε κλείστηκαν στο Πολυτεχνείο για να παλέψουν για τα ιδανικά τους, για να αλλάξουν τον κόσμο τους, την κοινωνία τους, για να βρουν οι επόμενοι κάτι καλύτερο από αυτό που βρήκαν οι ίδιοι, για να συμβάλουν στην πτώση της Δικτατορίας των συνταγματαρχών.
Δε σου λέω να θυμηθείς αυτούς, αλλά υπήρξαν ανάμεσά τους τόσοι άλλοι που δεν άλλαξαν τόσο ριζικά στη συνέχεια και, ακόμη περισσότερο, τόσοι άλλοι που δεν πρόλαβαν να αλλάξουν
καθόλου.
Γι αυτούς να πας στο Πολυτεχνείο. Σ΄αυτούς να αφιερώσεις ένα λεπτό το Σάββατο στις 17. Κι αν δεν σε έχω ακόμα πείσει, άκου κι αυτό. Κάποιοι λένε ότι δεν υπήρξαν νεκροί. Ότι το Πολυτεχνείο είναι παραμύθι, κατασκεύασμα όσων πιστεύουν σε τέτοιες "φάρσες". Ναι, μπορεί μέσα στο χώρο του Πολυτεχνείου να μην υπήρξαν νεκροί, αλλά υπήρξαν τόσοι που έχασαν τη ζωή τους στους κοντινούς δρόμους, ανάμεσά τους δύο μαθητές 16 και 17 χρονών, φοιτητές και πολίτες ανάμεσά τους ένα παιδάκι 5 ετών, άνθρωποι που έτυχε να διαφωνούν που βασανίστηκαν και πέθαναν στην ΕΣΑ και τις εξορίες. Θα αφήσεις τη μνήμη αυτών να πεθάνει στο έλεος όσων θέλουν να τους ξανασκοτώσουν; Γιατί μην ξεχνάς: Όταν πεθαίνεις το σώμα σου μπορεί γίνεται μέρος της τροφικής αλυσίδας. Θα ζήσεις όμως για πάντα αν κάποιος σε θυμάται και διηγείται την ιστορία σου.
ΘΥΜΗΣΟΥ!


*Τα ονόματα βρίσκονται στο βιβλίο του κ. Δημήτρη Φύσσα " Η "γενιά του Πολυτεχνείου" 1973-1981, ένα βιογραφικό λεξικό (1500 πρόσωπα) " από τις εκδόσεις ΔΕΛΦΙΝΙ και η επιλογή τους έγινε με τελείως τυχαία σειρά και μοναδικό κριτήριο το γεγονός ότι τα πρόσωπα είναι ιδιαιτέρως γνωστά σήμερα.

Δευτέρα, 10 Σεπτεμβρίου 2012

Υπάρχει κανείς που να έχει συγκεκριμένες πληροφορίες για τις καταδύσεις;
Οτιδήποτε από τεχνική μέχρι πρωταθλητισμό με ενδιαφέρει. Το mail είναι mikroisuggrafeis@gmail.com

Ευχαριστώ :)
Υπάρχει λόγος που το ζητάω, θα ανεβεί προσεχώς

Πέμπτη, 5 Ιουλίου 2012

Ημερολόγιο διακοπών

2009: Πού θα πάμε διακοπές φέτος;
2010: Πόσες μέρες θα πάμε διακοπές φέτος;
2011: Θα πάμε διακοπές φέτος;
2012: Θυμάσαι κάποτε που πηγαίναμς διακοπές;

Κι όμως, διακοπές δεν είναι μόνο το ταξίδι με το πλοίο, με προορισμό ένα νησί. Ούτε τα ενοικιαζόμενα δωμάτεια με την εξόρμιση στην ίδια ταβέρνα κάθε βράδυ. Ακόμη κι αν το έχουμε ταυτίσει, οι διακοπές μπορούν να είναι πολλά περισσότερα πράγματα.
Διακοπές> διακόπτω, ρήμα μεταβατικό, δηλαδή διακόπτω κάτι.
Επομένως, ήρθε η ώρα να διακόψουμε τις παλιές μας διακοπές και να αρχίσουμε να κάνουμε διακοπές διακόπτωντας την καθημερινή μας ρουτίνα, βρίσκοντας άλλους τρόπους ΧΑΛΑΡΩΣΗΣ, γιατί αυτό είναι στην πραγματικότητα οι διακοπές. Υπάρχουν πολλά πράγματα να κάνουμε ή να μην κάνουμε.
Καταρχάς, μπορεί κανείς να κάθετε όλη μέρα και να μην κάνει τίποτα. και όταν λέω τίποτα εννωό τίποτα ενεργητικό, γιατί μπορείς να κάθεσαι και να κοιτάς το ταβάνι, ή τη θέα, ή την τηλεόραση. Ή μπορείς να διαβάζεις ένα βιβλίο, ή ένα κόμικ ή να λύνεις σταυρόλεξα. Ή ακόμα να κάθεσαι στον υπολογιστή και να διαβάζεις παλιότερες αναρτήσεις στο ιστολόγιό σου, όπως έκανα εγώ μέχρι αυτήν την ώρα.
Φυσικά, μπορείς να είσαι πιο ενεργητικός. Μπορείς να ξυπνάς κάθε πρωί για να προλάβεις να πας νωρίς στη θάλασσα, πριν πλακώσει ο κόσμος και η ζέστη. Ακόμα μπορεί να προτειμάς να κατεβείς στα μαγαζιά και να αγοράσεις τα υλικά για ένα καλοκαιρινό φαγητό ή γλυκό ή ποτό για να μαγειρέψεις και να είναι έτοιμο για το απόγευμα που θα έρθει η παρέα για χαρτιά, ή επιτραπέζιο, ή μπάνιο, ή κουβέντα.
Παίζει και η περίπτωση να έχεις βαρεθεί να κάθεσαι και να αποφασίσεις να φορέσεις μασκά, αναπανευστήρα και βατραχοπέδιλα, να βρεις και τα κοντινότερα βράχια της περιοχής σου και να εξερευνήσεις το βυθό ή να χαζέψεις τα ψάρια, ή να βουτήξεις για κοχύλια, ή να παίξεις με τις ακτίνες του ήλιου κοιτώντας την επιφάνεια ανάποδα. Ακόμα, μπορείς να αρχίσεις να κολυμπάς πάνω κάτω για να βελτιωθείς στο κολύμπι, ή για να αντυπωσιάσεις αυτούς που σε κειτάνε, ή για να αποδείξεις στου φίλους σου ότι πήγαινες κολυμβητήριο το χειμώνα, παρόλο που δεν είχες πατήσει ποτέ το πόδι σου στην πισίνα.
Και τώρα μη μου πεις ότι δε σκέφτεσαι κάτι από όλα τα παραπάνω, γιατί λες ψέμματα ή γιατί τα σκέφτηκες πριν από μένα ή γιατί δεν σε ενδιαφέρουν. Αν όμως σου αρέσουν ή δεν τα έχεις κάνει ποτέ ή δεν θα φύγεις από την πόλη αλλά θέλεις να περάσεις καλά, να τι θα χρειστείς:
1. Μία καλή παρέα
2. Έναν καλό φιλό που να έχει εξοχικό ή σπίτι κοντά στη θάλασσα ή αυτοκίνητο για να πάς στη θάλασσα.
3. Μία τηλεόραση
4. Ένα βιβλίο ή κόμικ ή σταυρόλεξο ή μπλογκ με παλιές αναρτήσεις
5. Έναν υπολογιστή με σύνδεση ίντερνετ
6. Ένα βιβλιό με συνταγές και τα απαραίτητα υλικά για την εκτέλεσή τους
7. Μία μάσκα με αναπνευστήρα
8. Ένα ζευγάρι βατραχοπέδιλα
9. Πολλή καλή θέληση

ΥΓ: Καλύτερα να τα συνδυάσεις όλα μαζί και να μην τα κάνεις ξεχωριστά, οι μέρες είναι μεγάλες το καλοκαίρι, όλα χωράνε

Α, ναι ΚΑΛΕΣ ΔΙΑΚΟΠΕΣ :)

Τρίτη, 12 Ιουνίου 2012

" Έφυγε " και η Ζωρζ Σαρή


Κηδεύτηκε σήμερα στις 11 το πρωί από το πρώτο νεκροταφείο, η αγαπημένη συγγραφέας των παιδιών και ηθοποιός Ζωρζ Σαρή.

Γεννήθηκε το 1925 στην Αθήνα από μητέρα Γαλλίδα με καταγωγή από τη Σενεγάλη και πατέρα από το Αϊβαλί, η Σαρή, στη διάρκεια του πολέμου συμμετείχε στην Αντίσταση και στην ΕΠΟΝ ενώ παράλληλα παρακολουθούσε μαθήματα υποκριτής στη Δραματική Σχολή του Ροντήρη. Το 1947 αυτοεξορίζεται στο Παρίσι, όπου και παντρεύεται τον αιγυπτιώτη χειρουργό Μάρκελλο Καρακώστα, με τον οποίο απέκτησε δυό παιδιά.

Το 1962 επιστρέφει στην Ελλάδα συνεχίζει να παίζει στο θέατρο έως και την επιβολή της δικτατορίας που σταματά για λόγους ιδεολογικούς. Είναι η εποχή που αρχίζει να γράφει το πρώτο της μυθιστόρημα «Ο Θησαυρός της Βαγίας» που έγινε μεγάλη επιτυχία και αργότερα μεταφέρθηκε και στην τηλεόραση. Συνέχισε γράφοντας βιβλία για παιδιά και νέους, όπως επίσης και θεατρικά έργα.

Καθιέρωσε ένα νέο τρόπο γραφής στο νεανικό μυθιστόρημα, τόσο από την άποψη του ζωντανού, αυτοβιογραφικού ύφους όσο και της εισαγωγής του πολιτικού, κοινωνικού και ιστορικού στοιχείου στο είδος για το οποίο και έλαβε πολλά βραβεία. Τα βιβλία της κυκλοφορούν από τις εκδόσεις Πατάκη.

www.kathimerini.gr

Μερικά από τα διασημότερα βιβλία της είναι:
  • Ο Θησαυρός της Βαγίας (1969)
  • Το Ψέμα (1970)
  • Όταν ο Ήλιος… (1971)
  • Κόκκινη κλωστή δεμένη… (1974)
  • Τα γενέθλια (1977)
  • Τα στενά παπούτσια (1979)
  • Οι νικητές (1983)
  • Τα Χέγια (1987)
  • Το παραράδιασμα (1989)
  • Κρίμα κι άδικο (1990)
  • Nινέτ (1993)
  • Zoυμ (1994)
  • E.Π. (1995)
  • Μια αγάπη για δύο (με την Αργυρώ Κοκορέλη, 1996)
  • Ο Χορός της ζωής (1998)
  • Σοφία (2000)
  • Κλειστά Χαρτιά (με την Μελίνα Καρακώστα, 2001)
  • Ο Κύριός μου (2002)
  • Τότε... (2004)
  • Γράμμα από την Οδησσό (2005)
  • Το προτελευταίο σκαλοπάτι (2009)

Δευτέρα, 11 Ιουνίου 2012

Ρατσισμός

     Εσύ,σε σένα μιλάω. Σε σένα που πιστεύεις ότι είσαι καλύτερος από μένα, από το γείτονά σου, από τον συνάνθρωπό σου, όχι γιατί έχεις καταφέρει κάτι στη ζωή σου. Όχι, όχι για αυτό. Μα γιατί πιστεύεις ότι είσαι ανώτερος από τους άλλους επειδή είσαι αδύνατος, ψηλός, λευκός, χριστιανός, Έλληνας, άνδρας. Μπορεί να πιστεύεις κάποια από αυτά, μπορεί και όλα. Τι εννοείς λέγοντας ότι πιστεύοντας αυτά δεν είσαι ρατσιστής;
Μα, φίλε μου,
όταν κοροϊδεύεις ένα χοντρό που βλέπεις στο δρόμο,
όταν γελάς με την κυρία που σου φτάνει στον ώμο,
όταν επιθυμείς να εμποδίσεις τους μουσουλμάνους να χτίσουν τζαμί και χαίρεσαι που βλέπεις υβριστικά γκράφιτι έξω από τη συναγωγή,
όταν υποτιμάς όλους τους άλλους λαούς γιατί δεν έχουν Παρθενώνες
και θέλεις να διώξεις τους μαύρους και τους μελαμψούς νομίζοντας ότι γκρεμίζουν της αναπτυγμένης σου κοινωνίας τους πυλώνες,
όταν θέλεις να διώξεις όσους δεν είναι σαν εσένα,
συγγνώμη φίλε μου, μα ο κόσμος που θέλω να φτιάξω δεν είναι για σένα..

Βόλος είναι και γυρίζει

Διήγημα με θέμα "Ταξίδι στην πόλη που αγάπησα"
Κέρδισε σε διαγωνισμό διηγήματος το βραβείο καλύτερης περιγραφής

               Επιτέλους ξημέρωσε η 10η Ιουλίου! Η Βίκυ σηκώθηκε ανυπόμονα από το κρεβάτι της και κοίταξε με λαχτάρα τις δύο μεγάλες βαλίτσες που βρίσκονταν στη γωνία του δωματίου, δίπλα στην πόρτα. Ήταν και οι δύο κλειστές και έτοιμες να φορτωθούν στο αυτοκίνητο. Άνοιξε τα πατζούρια και κοίταξε έξω τον κήπο με τις μυγδαλιές. Ο καιρός ήταν τέλειος. Δεν είχε ούτε πολλή ζέστη ούτε πολλή υγρασία. Με τη φαντασία της είδε τον ήλιο να λαμπυρίζει πάνω στη θάλασσα και τις βάρκες να ταλαντεύονται νωχελικά στο καλοκαιρινό αεράκι δίπλα στην εκκλησία του Αγίου Κωνσταντίνου. Τέτοια ώρα δεν θα κυκλοφορούσε πολύς κόσμος στην παραλία. Ίσως μερικοί περαστικοί με τα ποδήλατά τους να κατευθύνονταν προς την οδό Ερμού, στο κέντρο της πόλης.                                                                                                                        Με τη φαντασία της πήρε την οδό Κασσαβέτη που ξεκινούσε από την παραλία και ανέβαινε μέχρι να βγει από την πόλη του Βόλου. Προσπέρασε το μεγάλο γωνιακό σπίτι των Παναγήδων, το φούρνο απ’ όπου έπαιρναν το ψωμί, τον ποδηλατά, το χασάπη, το καθαριστήριο και το μαγαζί με τα ψιλικά. Στη γωνία με το φαρμακείο έστριψε και είδε το σπίτι τους με το μεγάλο κήπο και το Ρούντυ, τον σκύλο, να κάθεται, όπως πάντα, στην πόρτα.
-Άντε Βίκυ! Θα αργήσετε. Ήταν η μητέρα της που την έβγαλε από το ονειροπόλημα.
-Έρχομαι, έρχομαι απάντησε και ντύθηκε βιαστικά πετώντας μερικά τελευταία πράγματα στο σακίδιό της καθώς έβγαινε από το δωμάτιο.
       Επιτέλους, αυτό που τόσα χρόνια ονειρευόταν έγινε πραγματικότητα! Η φοιτητική ζωή άνοιγε στο μυαλό της ορίζοντες που ποτέ πριν δεν είχε φανταστεί ότι θα ανακάλυπτε. Ένα ολοκαίνουριο διαμέρισμα την περίμενε, φρεσκοβαμμένο και επιπλωμένο, στην οδό Χαιρωνείας 5, στο Ντεπό, δίπλα στη βίλα του Αλατίνι.    
       Σε δέκα λεπτά η Βίκυ ήταν έτοιμη να φύγει από το σπίτι. Η Θεσσαλονίκη περίμενε να την ανακαλύψει. Επιτέλους, θα γλύτωνε από τις απαγορεύσεις των νυχτερινών εξόδων από τον μπαμπά της, το εβδομαδιαίο καθάρισμα του σπιτιού που επέβαλλε η μητέρα της, την βοήθεια στα μαθήματα της μικρότερης αδερφής της, της Λητώς, και, καιρός ήταν, θα είχε ένα καταδικό της σπίτι όπου δεν θα αναγκαζόταν να μοιράζεται τα πάντα με τον αδερφό της, το Μιχάλη, ή να καυγαδίζουν κάθε τρεις και λίγο. «Θα είμαι κύριος του εαυτού μου!» σκεφτόταν καθώς πλησίαζαν στο σταθμό των ΚΤΕΛ. Η ώρα ήταν έντεκα παρά δέκα και το λεωφορείο θα έφευγε στις έντεκα ακριβώς. Έβγαλαν τα εισιτήρια, φόρτωσαν τις δύο μεγάλες βαλίτσες, χαιρετήθηκαν και ανέβηκε να πιάσει θέση στο παράθυρο. Το λεωφορείο μούγκρισε, έβγαλε μια μαύρη τουλίπα καπνού από την εξάτμιση και, με ένα τράνταγμα, ξεκίνησε. Η μαμά της, ο μπαμπάς της και τα αδέρφια της, ο Μιχάλης και η Λητώ, που χαιρετούσαν χάθηκαν από τα μάτια της μόλις έστριψαν και βγήκαν από τον περίβολο του σταθμού των υπεραστικών Βόλου-Θεσσαλονίκης.
-Παπαδοπούλου Βικτώρια για Ντεπό Θεσσαλονίκης, σωστά; Ρώτησε ο ελεγκτής καθώς τσέκαρε το εισιτήριο που κρατούσε.
-Σωστά, απάντησε η Βίκυ τακτοποιώντας τα πράγματα της στα πόδια της. Καθώς έπαιρνε πίσω το σημαδεμένο εισιτήριο, το βλέμμα της έπεσε στη λέξη «Θεσ/νίκη», τυπωμένη συντομογραφικά στο απόκομμα που κρατούσε στο χέρι της . Η θέα της πια δεν της προξενούσε το αίσθημα ανυπομονησίας που ένιωθε κάθε φορά, μέχρι και πριν από λίγο, όταν έφευγε από το σπίτι της. Κοίταξε έξω, ενώ αναρωτιόταν πώς θα σκότωνε τις τρεις ώρες του ταξιδιού και το μάτι της έπεσε στην πινακίδα που είχε τοποθετήσει η τροχαία, με το όνομα του Βόλου διαγραμμένο με μια παχιά κόκκινη γραμμή. Σε λιγότερο από πέντε δευτερόλεπτα, είχαν φτάσει και προσπεράσει τα όρια της πόλης και κατευθύνονταν ολοταχώς στην εθνική οδό Αθηνών-Θεσσαλονίκης.
       Η Βίκυ ένιωσε ένα μικρό τσίμπημα μέσα της το στιγμή που, και επίσημα, έβγαιναν από την πόλη που μεγάλωσε. Ποτέ πριν δεν είχε συνειδητοποιήσει πόσο πολύ την αγαπούσε. Τώρα πια, δεν ανυπομονούσε να φτάσει στο διαμέρισμα της οδού Χαιρωνείας, θα προτιμούσε να γυρίσει στο δικό της σπίτι με τον κήπο, στη γωνία των οδών Δημάρχου Γεωργιάδου και Τρικούπη. Με ένα αίσθημα λύπης, ανάμικτο με χαρά και ανυπομονησία, ακούμπησε το κεφάλι της στο κάθισμα και χάζευε τη διαγράμμιση του δρόμου, και τα αυτοκίνητα που προσπερνούσαν το ΚΤΕΛ στην αριστερή λουρίδα. Κοίταξε το ρολόι της. Η πρώτη στάση στο ΣΕΑ της Εθνικής οδού, θα ήταν σε περισσότερο από μιάμιση ώρα. Ώρα αρκετή για να σκεφτεί πολλά πράγματα. Έκλεισε τα μάτια για να ξεκαθαρίσει όλα αυτά που περνούσαν από το μυαλό της και να τα βάλει σε μία τάξη.
        Μπορεί και να μην είχαν περάσει ούτε πέντε λεπτά όταν ξανάνοιξε τα μάτια της. Δεν ήξερε τι είχε συμβεί στο μεταξύ, αλλά το μόνο σίγουρο ήταν πως δεν βρισκόταν πια στο λεωφορείο. Κοιτώντας γύρω της, η Βίκυ αναγνώρισε το δρόμο που μεγάλωσε. Στη γωνία, βρισκόταν το Σούπερ Μάρκετ. Οι διάφανες πόρτες, διακοσμημένες με άσπρα, μπλε και κόκκινα χρώματα ανοιγόκλειναν σε τακτά χρονικά διαστήματα. Ακριβώς μπροστά της, σε μία καχεκτική νεραντζιά με κιτρινοπράσινα φύλλα, ήταν δεμένα τρία ποδήλατα. Ο κόσμος που έβγαινε από το μαγαζί, κατέβαινε τη σκούρα γκρι πλαστική ράμπα και χανόταν στις γωνίες με τα, λίγα πια, μικρά σπιτάκια που είχαν απομείνει χωρίς να πάρουν τη θέση τους οι πολυώροφες πολυκατοικίες.
        Όσα από αυτά τα σπίτια είχαν αντισταθεί στη μόδα των αντιπαροχών, έστεκαν καλά ακόμα στις θέσεις τους. Τα κόκκινα κεραμίδια τους, που και που χορταριασμένα, φιλοξενούσαν ένα σωρό αδέσποτες γάτες, οι οποίες τσακώνονταν συχνά και τα ουρλιαχτά τους αντηχούσαν σε όλη τη γειτονιά, μαζί με τους βαρβάτους γάτους που τους έκαναν καντάδες και ξεσήκωναν και τους σκύλους, όπου υπήρχαν. Τα γιασεμιά και τα αγιοκλήματα το καλοκαίρι μοσκοβολούσαν από μακριά, ενώ όταν φούντωναν ήταν δύσκολο να διακρίνεις τους πάντα άσπρους και ασβεστωμένους τοίχους από κάτω. Μπροστά, οι μικρές πλακοστρωμένες αυλές, με τις φημισμένες πλάκες Πηλίου, ήταν διακοσμημένες με φυτά κάθε είδους, από βασιλικούς και λουΐζες στις απόμερες γωνίες για να μην τις πιάνει ο αέρας, μέχρι κολοκυθάκια καλλιεργημένα σε στενόμακρες κόκκινες ζαρντινιέρες.
        Κοιτώντας γύρω της, η Βίκυ αποφάσισε να πάρει το ποδήλατό της και να κάνει μία βόλτα στο Βόλο, μιας και της δόθηκε η ευκαιρία. Πέρασε την αυλόπορτα του σπιτιού της και διέσχισε τον κήπο μέχρι να φτάσει το υπόστεγο όπου φύλαγαν τα τέσσερα ποδήλατά τους. Υπήρχε ένα για τον καθένα τους, εκτός από τη Λητώ, την αδερφή της, που δεν είχε ακόμα το δικό της. Αντί όμως να πάει κατευθείαν να πάρει το πράσινο αναδιπλούμενο ποδήλατό της, μοντέλου ESKA, και να φύγει κάνοντας γρήγορα πετάλι, έκανε μια μικρή παράκαμψη, για να σταθεί κάτω από το πιο αγαπημένο της φυτό μέσα στον κήπο. Τον χειμώνανθο.
        Ο χειμώνανθος ήταν ένας μεγάλος θάμνος, σχεδόν δέντρο, που, αν και όλο το χρόνο είχε απάνω του μόνο μερικά άσχημα φυλλαράκια, γύρω στον Φλεβάρη έβγαζε τα πιο όμορφα λουλούδια του κόσμου. Είχαν πάρα πολύ λεπτά πέταλα, άσπρα με μια ελαφριά κίτρινη απόχρωση στη βάση τους και μύριζαν πιο όμορφα κι απ’ το καλύτερο άρωμα που είχε μυρίσει ποτέ στη ζωή της. Το δεντράκι αυτό, βρισκόταν δίπλα σε μια αγριομυγδαλιά, που την άνοιξη έβγαζε ρόδινα αντί για άσπρα λουλούδια, μια κερασιά και μια αχλαδιά, που φύτρωναν στον κήπο και που κάθε χρόνο μάζευαν τους καρπούς τους, με μεγάλη χαρά που είχαν τα δικά τους φρούτα. Ο αδερφός της Βίκυς μάλιστα, ο Μιχάλης, όταν οριζόταν η μέρα της «συγκομιδής», καλούσε και τους φίλους του για να τους περηφανευτεί που αυτός είχε δικά του αχλάδια κι αμύγδαλα, κι εκείνοι όχι.
        Ρίχνοντας μια τελευταία ματιά στον κήπο του σπιτιού της, η Βίκυ κατέβηκε τη ράμπα με ορθοπεταλιά, όπως συνήθως, και πήρε την οδό Δημάρχου Γεωργιάδου σιγοτραγουδώντας.  Μερικά στενά πιο κάτω βρισκόταν μια εκκλησία με μια μεγάλη παιδική χαρά δίπλα της. Καθώς ήταν καλοκαίρι και τα σχολεία είχαν κλείσει από καιρό, τα παιδιά έπαιζαν μπουλούκια-μπουλούκια. Έκαναν κούνια, τσουλήθρα, σκαρφάλωναν στις τραμπάλες και τα μονόζυγα και έτρεχαν πάνω κάτω παίζοντας παιχνίδια που υπήρχαν μόνο στη φαντασία τους.
        Στον μεγάλο περίβολο της εκκλησίας βρίσκονταν καμιά δεκαριά μεγαλύτερα αγόρια κάνοντας σκέιτμπορντ. Έπαιρναν φόρα και έκαναν φιγούρα στις σκάλες, πέφτοντας πότε πότε στο ξύλινο τέμπλο του πλαισίου που διακοσμούσε τα αναμμένα κεριά δίπλα στην είσοδο του ναού. Επωφελούμενοι από το γλιστερό άσπρο μάρμαρο που τους έδινε φόρα, πήγαιναν πάνω κάτω ασταμάτητα, μέχρι που βγήκε θυμωμένη η εκκλησάρισσα και τους έδιωξε.
-Να φύγετε από’ δω παλιόπαιδα! Εδώ είναι εκκλησία, να πάτε αλλού να κάνετε τα κόλπα σας.
        Χαχανίζοντας ακόμα με τη θυμωμένη γυναίκα, η Βίκυ δεν κατάλαβε για πότε έφτασε στην οδό Ιωλκού, έναν από τους μεγαλύτερους δρόμους του Βόλου. Πάτησε απότομα φρένο, και το ποδήλατο ακινητοποιήθηκε λίγα μόλις εκατοστά από το σημείο που πέρναγαν φουλαριστά τα αυτοκίνητα. Σε ένα κενό της κίνησης, πάτησε με δύναμη το πετάλι και βρέθηκε να κατεβαίνει την οδό Ιωλκού με κατεύθυνση την παραλία. Αντί όμως να πάει κατευθείαν στην είσοδο του λιμανιού, όπου και κατέληγε ο δρόμος που είχε πάρει, αποφάσισε να κάνει μία στάση στην Πλατεία Ελευθερίας, μιας και βρισκόταν στο δρόμο της.
        Έστριψε το τιμόνι της αριστερά και βρέθηκε στην πλατεία Ελευθερίας, μία από τις πιο πράσινες πλατείες της πόλης που, αρκετά συχνά, φιλοξενούσε διάφορες εκδηλώσεις. Από συναυλίες τα Χριστούγεννα και το καλοκαίρι, μέχρι πάρτι που διοργάνωνε ο δήμος για τις απόκριες και θεατρικές παραστάσεις από ερασιτεχνικούς συλλόγους και σχολεία. Καθώς είχε αρχίσει να κάνει ζέστη, η Βίκυ αποφάσισε να κάτσει για λίγη ώρα στην πλατεία, κοντά στο σιντριβάνι και κάτω από τα δέντρα. Αγόρασε ένα μπουκάλι νερό από το κοντινότερο περίπτερο και κάθισε σε ένα πεζούλι με το ποδήλατο ακουμπισμένο στα πόδια της.
        Από το μέρος που καθότανε, έβλεπε παραπάνω από τη μισή πλατεία γύρω της. Πάντα της έκανε εντύπωση το γεγονός ότι, αυτός που τη σχεδίασε, την χώρισε σε τέσσερα μέρη, μέσω μονοπατιών, που σχημάτιζαν το σχήμα «Χ». Γύρω-γύρω, υπήρχαν τέσσερα παρτέρια, φυτεμένα και καταπράσινα. Τα δέντρα ήταν πολλά, κουτσουπιές, πλατάνια, ακακίες, μουσμουλιές και ένα τεράστιο κυπαρίσσι, μεταμόρφωναν την άνοιξη την πλατεία σε έναν μικρό παράδεισο. Οι κόκκινες πλάκες, με τις οποίες ήταν στρωμένη, της έδιναν έναν τόνο χαρούμενο και οι πολλές κουτσουλιές που συνήθως τις διακοσμούσαν, φανέρωναν τον αυξημένο πληθυσμό περιστεριών που σύχναζαν στην  πλατεία.
        Παρόλα όμως τα δέντρα και τα κατάφυτα παρτέρια, τη σπουδαιότερη θέση στην πλατεία κατείχε το σιντριβάνι, που έστεκε μεγαλόπρεπο ακριβώς στη μέση. Το πεζούλι που το κύκλωνε ήταν κατασκευασμένο από γρανίτη, ενώ το εσωτερικό του ήταν βαμμένο ανοιχτό γαλάζιο και έκανε τα νερά του να φαίνονται ακόμα πιο όμορφα και ελκυστικά, ιδιαίτερα με τη ζέστη του καλοκαιριού. Οι πίδακές του δεν σταματούσαν ποτέ να βγάζουν νερό σχηματίζοντας διαφορετικά σχήματα κάθε τόσο. Πότε ένας μόνος του εκτόξευε το νερό στα ύψη, πότε τέσσερις μαζί σχημάτιζαν ένα τετράγωνο και πότε έξι, σχηματίζοντας μια ευθεία γραμμή προκαλούσαν το μάτι να τους κοιτάζει.
        Αφού χάζεψε για αρκετή ώρα τα περιστέρια, το σιντριβάνι και τον κόσμο που πηγαινοερχότανε, η Βίκυ αποφάσισε να ξανακαβαλικέψει το ποδήλατό της και να συνεχίσει τη βόλτα της.  Έτσι, από την πλατεία Ελευθερίας, έστριψε σε ένα στενό που κατέληγε στην οδό Ερμού. Το εμπορικό κέντρο του Βόλου. Μαγαζιά κάθε είδους, προσέφεραν στους καταναλωτές τα πάντα. Βιβλιοπωλεία, καταστήματα για ρούχα, παπούτσια, αξεσουάρ και καφενεία. Άλλα ήταν μικρές οικογενειακές επιχειρήσεις και άλλα μεγάλες παγκόσμιες αλυσίδες. Θα μπορούσε κανείς να παρομοιάσει αυτό το δρόμο με μία χούφτα γεμάτη χαρτοπόλεμο, όπου κάθε χρωματιστή χάρτινη νιφάδα αντιπροσώπευε και ένα από τα μαγαζιά με το μαγαζάτορα και την πελατεία τους. Όλος ο κόσμος ήξερε όλο τον κόσμο, ενώ οι καλημέρες έδιναν κι έπαιρναν.
        Έτσι όπως έμπαινε στον εμπορικό πεζόδρομο, η Βίκυ αναγκάστηκε να σπρώχνει το ποδήλατο με τα χέρια, εξαιτίας της πολυκοσμίας, ενώ στα σταυροδρόμια το στριμωξίδι αυξανόταν μιας και πολύς κόσμος, είτε μαζευόταν στο ρείθρο για να περάσει απέναντι, είτε καθόταν στην ουρά για να εξυπηρετηθεί από τους πλανόδιους κουλουράδες. Ύστερα από δέκα περίπου λεπτά, η Βίκυ είχε φτάσει πια μπροστά στην εκκλησία του Αγίου Νικόλα, του πολιούχου της πόλης του Βόλου.
         Βιαστικοί περαστικοί, χασομέρηδες διαβάτες, μαμάδες με καροτσάκια και ένα σωρό αδέσποτα σκυλιά, δεν επέτρεπαν στον περίβολο της εκκλησίας να ερημώσει ούτε στιγμή. Στη γωνία, υπήρχε μια μεγάλη καμπάνα, κρεμασμένη από ένα οριζόντιο δοκάρι που τραβούσε την προσοχή των παιδιών και που τα Χριστούγεννα φιλοξενούσε την εντυπωσιακότερη φάτνη της πόλης. Ακριβώς μπροστά από την καμπάνα και έξω από το πεζούλι του περιβόλου της εκκλησίας, ήταν τοποθετημένο από το δήμο ένα μεγάλο ξύλινο βαγόνι από παλιό τρένο, που χρησίμευε ως τόπος συνάντησης των προσκόπων του δήμου Βόλου.
        Χωρίς να χάσει πολύ χρόνο στην εκκλησία του Αγίου Νικολάου που, έτσι κι αλλιώς, την έβλεπε κάθε μέρα, η Βίκυ συνέχισε να σπρώχνει το ποδήλατό της, αντίθετα στο ρεύμα του κόσμου, με κατεύθυνση την παραλία. Έστριψε σε έναν από τους πολλούς μικρούς σκοτεινούς δρόμους που διασταυρώνονταν με εκείνο το κομμάτι της οδού Ερμού και ξανακαβάλησε τη σκληρή μαύρη σέλα. Μετά από ελάχιστες πεταλιές, είχε βρεθεί στο φανάρι της οδού Δημητριάδος, ενώ απέναντι φαινόταν ο ήλιος που στραφτάλιζε στα νερά της θάλασσας. Μόλις διέσχισε το δρόμο, βρέθηκε δίπλα σε ένα από τα πιο φημισμένα κτήρια του Βόλου. Το Αχίλλειον.
        Επρόκειτο για το δημοτικό κινηματογράφο του δήμου Βόλου, που βρισκόταν πάνω στην παραλία, στα πενήντα μέτρα περίπου από τη θάλασσα. Αλλά το κτίριο αυτό είχε γίνει διάσημο για άλλο λόγο.  Καθώς ήταν ένα από τα πολύ λίγα νεοκλασικά της πόλης που είχαν σωθεί, είχε κριθεί διατηρητέο και είχε επιζήσει από την κατεδαφιστική μανία των ιδιοκτητών ακινήτων που γκρέμιζαν τα μικρά γραφικά σπιτάκια για να φτιάξουν πολυώροφες πολυκατοικίες. Έτσι, το Αχίλλειον βρισκόταν στριμωγμένο ανάμεσα σε δύο πανύψηλα τσιμεντένια «κουτιά» τα οποία περιείχαν και τα ακριβότερα διαμερίσματα της πόλης, καθώς βρισκόντουσαν ακριβώς πάνω στη θάλασσα, χωρίς τίποτα να του κόβει τη θέα προς αυτήν.
        Η πρόσοψη του Αχιλλείου, ήταν βαμμένη με ένα χρώμα ανάμεσα στο πορτοκαλί και το σομόν, ενώ οι γύψινες διακοσμήσεις στου τοίχους και τα παράθυρα ήταν άσπρες. Μόλις ανέβαινε κανείς τα λίγα μαρμάρινα σκαλιά της εισόδου, βρισκόταν κάτω από τρεις ψηλές καμάρες, ενώ μπροστά του ορθώνονταν μια τεράστια τζαμαρία. Το σχήμα του κτιρίου, ήταν αρκετά παράξενο. Στη μέση, η οροφή του τελείωνε με μία ευθεία γραμμή, όπως όλες οι κοινές ταράτσες, όπου ήταν γραμμένο με αρχαιοελληνική γραμματοσειρά το όνομά του. Στις δύο άκρες του όμως, η οροφή έκανε ένα ημικύκλιο σχηματίζοντας κάτι σαν δύο τετράγωνους πύργους με καμπυλωτό τελείωμα στα πλάγια του κτηρίου, διακοσμημένους με γύψινα ανάγλυφα σχέδια.
        Μετά το σινεμά «Αχίλλειον», και λίγο πιο κάτω, βρισκόταν το Πανεπιστήμιο, το δεύτερο πιο αξιόλογο κτίσμα της παραλίας του Βόλου. Ήταν χτισμένο ακριβώς πάνω στη γωνία που έκανε η άσφαλτος, χωρίζοντας έτσι κατά κάποιον τρόπο τον περίπατο της μαρίνας, όπου βρίσκονταν αραγμένα τα κότερα και τα σκάφη,  από τον περίπατο της παραλίας. Το κτίριο που στεγαζόταν τώρα το πανεπιστήμιο της Θεσσαλίας, παλιότερα ήταν εργοστάσιο παρασκευής καπνού που στη συνέχεια πτώχευσε και το κτίσμα πέρασε στην ιδιοκτησία του δήμου, ο οποίος το διαμόρφωσε κατάλληλα, το ανακαίνισε και το παρέδωσε πίσω στην πόλη, ως το κεντρικό κτήριο του Πανεπιστημίου.
        Αρχιτεκτονικά, ήταν σαν μια συνηθισμένη πολυκατοικία, με μοναδική ιδιαιτερότητα ένα πύργο που βρισκόταν στη θέση της δεξιάς του γωνίας, ο οποίος κατέληγε σε μία μετάλλινη κωνική σκεπή, που ανακλούσε τον ήλιο όποτε αυτός χτυπούσε επάνω της. Το πολύ ξεχωριστό χαρακτηριστικό του Πανεπιστημίου, ήταν η εξωτερική του διακόσμηση. Το χρώμα των τοίχων του ήταν ένα σκούρο μπεζ, που είχε ξεφτίσει από τον αέρα τη θάλασσα και τον ήλιο και, τόπους-τόπους είχε φύγει τελείως, αφήνοντας να φανεί από κάτω το προηγούμενο χρώμα που το είχαν βάψει.
        Αυτό το καθημερινό και συνηθισμένο έσπαγε χάρη στην εξής έξυπνη ιδέα του αρχιτέκτονα. Από την μετάλλινη σκεπή του στρογγυλεμένου πύργου, ξεκινούσε μία πλατιά λωρίδα που κατέβαινε μέχρι τη βάση του κτιρίου. Ήταν βαμμένη με απαλό άσπρο χρώμα και παρέπεμπε σε μία ηλιακή ακτίνα καθώς, αν κανείς κοιτούσε καλύτερα, θα παρατηρούσε πως από όπου περνούσε αυτή η άσπρη λωρίδα, ο τοίχος ήταν διακοσμημένος με γύψινα ανάγλυφα σχέδια, νεοκλασικής νοοτροπίας που δεν υπήρχαν πουθενά αλλού σε όλον τον υπόλοιπο τοίχο.
        Κοιτώντας το Πανεπιστήμιο, η Βίκυ θυμήθηκε ότι όταν ήταν ακόμη στο δημοτικό, κάθε φορά που έβγαινε βόλτα στην παραλία με τους γονείς της, κοίταζε το μεγάλο γωνιακό κτίριο απ’ όπου μπαινόβγαιναν οι φοιτητές και φανταζόταν τον εαυτό της ανάμεσά τους. Πάντα της άρεσε η ιδέα του να κάνει μάθημα δίπλα στη θάλασσα. Αυτό της το όνειρο ήταν κι ένα παραπάνω λόγος που την έσπρωξε, αργότερα, να δηλώσει στο μηχανογραφικό της πρώτα τη Φιλοσοφική σχολή της Θεσσαλονίκης και μετά της Αθήνας, όταν αποφάσισε να σπουδάσει αρχαιολογία.
        Κάνοντας αυτές τις σκέψεις είχε σταματήσει να προσέχει τι γινόταν γύρω της. Όταν το συνειδητοποίησε όμως ήταν αργά. Η κολώνα της ΔΕΗ ερχόταν καταπάνω της με ταχύτητα και δεν μπορούσε να στρίψει το τιμόνι για να την αποφύγει, γιατί είχε φτάσει ήδη πολύ κοντά. Δευτερόλεπτα πριν από την σύγκρουση άνοιξε τα μάτια της και κοίταξε γύρω. Οι διακεκομμένες γραμμές της διαγράμμισης της Εθνικής Οδού περνούσαν δίπλα της με νανουριστικό ρυθμό, ενώ από τα αυτοκίνητα που προσπερνούσαν το ΚΤΕΛ Βόλου-Θεσσαλονίκης ακουγόταν ο χαρακτηριστικός θόρυβος που κάνουν όταν σκίζουν τον αέρα.
        Μετά από αυτήν την αποχαιρετιστήρια βόλτα στην πόλη όπου πέρασε τα πρώτα της χρόνια, το Βόλο, ακόμα κι αν έγινε όσο κοιμόταν, μέσα στο όνειρό της, η Βίκυ ένιωσε έτοιμη να ανοίξει επιτέλους τα φτερά της εγκαταλείποντας τη φωλιά του σπιτιού, της γειτονιάς και της πόλης όπου μεγάλωσε. Η Θεσσαλονίκη, η δεύτερη μεγαλύτερη πόλη της Ελλάδας, και το πανεπιστήμιό της περίμεναν αποκλειστικά εκείνη! Ήταν έτοιμη να κάνει αισθητή την παρουσία της σ’ αυτήν την άγνωστη πόλη που, όμως, ήταν σίγουρη πως σε λίγο καιρό θα την έκανε δική της.   

Τετάρτη, 6 Ιουνίου 2012

Καλό σερφάρισμα

Οι Μικροί Συγγραφείς απέκτησαν δικό τους mail, από το οποίο μπορείτε να επικοινωνείτε κατευθείαν μαζί μου, αλλά και twitter!
Οι ιδευθύνσεις είναι: mikroisuggrafeis@gmail.com  και @MikroiSugrafeis.
Για όσους δεν βολεύονται με τίποτα από τα δύο, σύντομα θα φτιάξω και facebook
Καλό σερφάρισμα :)

Πέμπτη, 10 Μαΐου 2012

Μπούμμ! Το τύμπανο του πολέμου ηχεί,
σκοτάδι στις σκέψεισ, πλημμύρα η ψυχή.
Αχ, πουλάκι πού πήγες;
Πετάς μακριά κι η αγάπη τελειώνει,
σαν πόνος κυλά και πνίγει το πάθος βαθιά στην καρδιά.
Κι όμως, το δάκρυ ποτάμι
στο πρόσωπό της κυλά
καθώς χορεύει στο χώμα, λικνίζει το σώμα.
Βοήθεια! Αυλάκι το αίμα
χαράζει την ψυχή της, άνθρωπε,
φίλε μου, μη μ' εγκαταλέιπεις.
Πριν όμως το φως στον δρόμο της βρει
για να νικήσει τον εχθρό της
θα πρέπει να δει το πρόσωπό του.
Κρίμα όμως, άπονη μοίρα,
γιατί ο αιματηρός εχθρός της
είναι ο πληγωμένος εαυτός της.
Ελλάδα

"Αφιερωμένο στην Ελλάδα που πάντα θα αγαπώ, που δυστυχώς χάνεται αιώνια."
Δανάη Π.  16

Τρίτη, 24 Απριλίου 2012

Με μια σαΐτα

Με τη σαΐτα μου σου στέλνω
λόγια βγαλμένα απ'την καρδιά.
Να είσαι εδώ θα περιμένω
αν κάποτε μου τύχει αναποδιά.

Να είσαι εδώ θα περιμένω
λόγια να πεις παρηγορητικά
και να με στείλεις απ' την άβυσσο
μέχρι τον ουρανό ψηλά.

Να είσαι εδώ θα περιμένω,
να μου μιλάς με σιγουριά.
Να με προσέχεις όταν θέλω
να φύγω από' δω μακριά.

Να είσαι εδώ για να μπορώ
να σου μιλάω, να σε κοιταζω.
Να είσαι εδώ για να μπορώ
όταν θα θες να σε βοηθώ.

Να είσαι εδώ για να μπορώ
κάποια στιγμή, κάποιον καιρό,
να πάρω απόφαση να πω
αυτό που τώρα το κρατάω κρυφό.
Σ'αγαπώ!

Τρίτη, 13 Μαρτίου 2012

Η υπόσχεση του ήλιου

      

        Μια φορά, ήταν ένα δεντράκι που ζούσε ολομόναχο σε μια πεδιάδα, που δεν πατούσε ποτέ κανείς. Ούτε άνθρωπος, ούτε ζώο. Το δεντράκι λοιπόν, πάντα παραπονιόταν για τη μοναξιά του και ζητούσε κάποιον να του κάνει παρέα. Το άκουσε λοιπό, μια μέρα ο ήλιος που μιλούσε μοναχό του και το λυπήθηκε.
        Έστειλε τότε μερικές από τις ακτίνες του για να παρηγορήσουν με το χάϊδεμα τους το μικρό δεντράκι.
- Μη στενοχωριέσαι, του είπε, θα σου κάνω εγώ παρέα, και για να μην βαριέσαι θα σου λέω ό, τι βλέπω από εδώ πάνω.
       Κι έτσι ο ήλιος περιέγραφε στο δεντράκι αυτά που έβλεπε. Του μίλαγε για λίμνες και ορμητικά ποτάμια, για δάση πυκνά όπου οι ακτίνες του δεν έφταναν ως το έδαφος, για πολιτείες με ανθρώπους, για κοπάδια από ήμερα και άγρια ζώα και για απέραντες θάλασσες με κύματα που κυνηγούσαν το ένα το άλλο.
- Όμως, του είπε κάποια στιγμή το δεντράκι, φοβάμαι μήπως γίνει και με σένα ό, τι έγινε και με όλους τους άλλους που είχαν έρθει να μου κάνουν παρέα. Το χελιδόνι, μου είχε πει πως θα κάθεται μαζί μου και θα μου τραγουδάει, αλλά το χειμώνα έφυγε. Το ίδιο και με την πεταλούδα, τον τζίτζικα και τον κοκκινολαίμη. Όλοι τους μου είχαν πει ότι θα καθόντουσαν μαζί μου, αλλά όλοι κάποια στιγμή έφευγαν κι έμενα πάλι μόνο μου...
- Ακόμα κι αν χρειαστεί να μείνεις για ένα διάστημα πάλι μόνο σου, του απάντησε ο ήλιος, εσύ πάντα να ελπίζεις. Εγώ, σου υπόσχομαι πως ό, τι και να συμβεί, θα γυρίζω πάντα κοντά σου.
        Δεν πρόλαβε να περάσει πολύ ώρα, και στον ουρανό εμφανίστηκαν μεγάλα μαύρα σύννεφα.
-Μην ξεχνάς την υπόσχεση που σου έδωσα μικρό μου δεντράκι , είπε ο ήλιος τη στιγμή όυ τα σύννεφα τον σκεπάζανε. Αυτά , συνέχισαν να μαζεύονται το ένα κοντά στο άλλο, και ήταν τόσα πολλά και τόσο πυκνά, που κάλυψαν τελείως τον ήλιο. Το δεντράκι όμως, δεν ξέχασε τα λόγια του. Τα σύννεφα ολοένα και πύκνωναν και σε λίγο το μικρό δεντράκι δεν έβλεπε πια τίποτα. Δεν άργησε καθόλου, και σε λίγο άρχισε να βρέχει ορμητικά. Η πεδιάδα γέμιζε με νερό που κυλούσε σχηματίζοντας ρυάκια και χειμμάρους. Κι αφού έβρεξε για ώρες και ώρες, τα σύννεφα τελικά έφυγαν και ο ήλιος ξαναεμφανίστηκε, κίτρινος και λαμπερός, πάνω από το μικρό δεντράκι.
       Τώρα, του περιέγραφε τα σπαρτά που μεγάλωναν στα χωράφια μετά τη βροχή, και τα ζώα που έπιναν το φρέσκο νερό της. Του έλεγε ακόμα για τις πόλεις που είχαν πλημμυρίσει και τους ανθρώπους που δεν ήξεραν τι να κάνουν. Σαν πέρασε λίγη ώρα, άρχισε να φυσάει άγρια και μανιασμένα και το δεντράκι λύγισε τόσο πολύ που παραλίγο να σπάσει. Όταν όμως κοίταξε ψηλά, ο ήλιος ήταν πάντα εκεί και του χαμογελούσε ενθαρρυντικά.
- Μη φοβάσαι δεντράκι! Του φώναζε για να ακουστεί πάνω απ' τον άνεμο. Είσαι λεπτό και λυγερό και δεν θα σπάσεις!
       Όταν ο άνεμος κόπασε κι έφυγε, ο ήλιος έλεγε στο δεντράκι για τους ξυλοκόπους που τεμάχιζαν τα δέντρα που είχε κόψει ο αέρας στο δάσος, για να φτιάξουν από το ξύλο τους έπιπλα, σπίτια και χαρτί. Και μετά του έλεγε τι ήταν το καθένα, γιατί το δεντράκι δεν τα είχε δει ποτέ.
       Κι έτσι, με τις ιστορίες του ήλιου περάσανε πολλές ώρες ευτυχίας για το μναχικό δεντράκι. Μα κάποια στιγμή, ήρθε η νύχτα, κι ανάγκασε τον ήλιο να φύγει.
- Μην ξεχάσεις την υπόσχεσή μου δεντράκι! Του φώναξε αυτός πριν χαθεί. Και το δεντράκι περίμενε καρτερικά να ξαναγυρίσει ο ήλιος. Μα αυτός αργούσε. Πέρασαν δυο ώρες, ύστερα άλλες πέντε, κι αυτός δεν είχε έρθει ακόμα.
- Πάει, θα με παρατήσει κι αυτός, σκέφτηκε παραπονεμένο το δεντράκι και ξαναβυθίστηκε στη μοναξιά του.
        Μετά όμως από πολλές ώρες, η νύχτα αποφάσισε πως ήταν καιρός να φύγει, και όταν έφυγε αυτή, ο ήλιος ήταν εκεί, έτοιμος να πει κι άλλες ιστορίες στο μικρό και καταχαρούμενο, τώρα που τον ξαναέβλεπε, δεντράκι.
- Αχ ήλιε μου! Επιτέλους ήρθες! Νόμιζα ότι με παράτησες κι εσύ, όπως τόσοι άλλοι.
-Αχ δεντράκι... Αφού σου υποσχέθηκα πως ότι και να συμβεί, εγώ θα έρχομαι κοντά σου.
        Και ο ήλιος δεν αθέτησε ποτέ την υπόσχεσή του. Έτσι, εμφανίζεται πάντα στον ουρανό, για να πείσει το δεντράκι πως δεν πρέπει ποτέ να πάψει να πιστεύει στην ελπίδα, την εμπιστοσύνη και του δεσμούς της φιλίας. Γιατί αυτές αντέχουνε όλες τις φουρτούνες. Μετά από κάθε καταιγίδα, ο ήλιος πάντα θα ξαναλάμπει!

Δευτέρα, 27 Φεβρουαρίου 2012

Βραβεία Pawscar

Όλοι ξέρετε τα διάσημα βραβεία OSCAR που με το χρυσό αγαλαμτίδιο βραβεύουν τις καλύτερες ταινίες, σκηνοθέτες, ηθοποιούς και τα λοιπά συναφή. Ξέρετε όμως τίποτα για τα βραβεία PAWSCAR;

Πρόκειται για τα "πατουσοόσκαρ", όρος που πρόσφατα διάβασα, τα βραβεία δηλαδή που δίνονται στα ζώα που συμμετείχαν στις διάφορες ταινίες και, μιας και η ακαδημία των όσκαρ αρνείται να εγκαινιάσει κατηγορία για βραβεία ζώων, το χρυσό αγαλματίδιο αντικατέστησε η... χρυσή πατούσα!

Pawscar φέτος κάερδισαν:
1. Ο σκύλος που έπαιξε στην ταινία "The Artist", ονόματι Uggie:
Uggie in The Artist

2. Το άλογο που πρωταγωνίστησε στο "Warhorse", που ακούει στο όνομα Finder:
War Horse

3. Οι πιγκουίνοι του κ. Πόπερ, στην ομώνυμη ταινία:
Mr. Popper's Penguins

4.  O Winter, που εμαφνίστηκε στην ταινία "Dolphin Tale":
Dolphin Tale

5. Όλα τα ζώα της οικογενειακής παραγωγής "We bought a zoo":
We Bought A Zoo

6. Ο σκύλος που συνόδευε τους Ewan McGregor και Christopher Plummer στο "Beginners", Cosmo:
Beginners

7.Tα σκυλιά της ταινίας επιστημονικής φαντασίας " I am number four":
I Am Number Four

ΠΗΓΗ: http://www.americanhumane.org/animals/programs/no-animals-were-harmed/pawscar-awards.html


 Ένα σχετικό και ενδιαφέρον άρθρο μπορείτε να διαβάσετε και στο σύνδεσμο: http://reviews.in.gr/culture/Awards2012/article/?aid=1231182914









































Πέμπτη, 9 Φεβρουαρίου 2012

8/2/1981- Θυρα 7, η τραγωδία.

Ανεβάζω αυτήν την ιστορία όπως ακριβώς τη βρήκα στο facebook, ως ενδυκτικό μιας τραγωδίας και μιας ημέρας μνήμης που ο πολύς ο κόσμος δεν θυμάται.

Ας θυμηθούμε όμως την συγκλονιστική, ανατριχιαστική μαρτυρία του Μανώλη, ενός φίλου του Ολυμπιακού που έζησε από μέσα την τραγωδία εκείνης της ημέρας, και την μάταιη προσπάθεια του να σώσει τον φίλο του Σπύρο:

"Η θύρα θανάτου... Εγώ, ο Μανωλιός, 18 χρόνων τότε, Ολυμπιακός με τις ώρες μου, είχα τον Σπύρο να με βάζει σε τάξη (όπως έλεγε) και να μου θυμίζει ποια είναι η θέση μας και που έπρεπε να είμαστε όταν έπαιζε ο Ολυμπιακός. Το Σάββατο, στις 7/2, δεν κοιμηθήκαμε όλο το βράδυ. Μαζευτήκαμε στο λιμάνι, με μια μπύρα στο χέρι μέχρι το πρωί. Ξεχαστήκαμε με την κουβέντα, είχε φάει τότε μεγάλο κόλλημα με τον Γαλάκο. Όλο για αυτόν μιλούσε, ήταν τρελός και παλαβός για εκείνον. "Αύριο θα πάω, σίγουρα πράγματα! Να τον φιλήσω, να τον ακουμπήσω απλά, και μετά δεν θα πλυθώ μέχρι την άλλη Κυριακή...", έλεγε. "Δεν με χωράνε τα παπούτσια μου όταν τον βλέπω, θέλω να τα βγάλω και να τρέξω προς το μέρος του. Είναι ο Θεός ο ίδιος!", μονολογούσε. "Μην βλαστημάς ρε Σπύρο", του έλεγα εγώ ο αφελής... Πήγαμε σπίτι με τα ποδιά θυμάμαι. Από τον Πειραιά μέχρι το Χαλάνδρι, με την κουβέντα δεν καταλάβαμε τον ποδαρόδρομο.

"Όλοι οι δρόμοι ντυμένοι στα κόκκινα, οδηγούσαν προς μια κατεύθυνση: στο Καραϊσκάκη"

Την άλλη μέρα ο Σπύρος σήκωσε πυρετό. "Μας πήρε το αεράκι ρε Σπύρακλα", του είπα. Η κυρα Κατερίνα το θεώρησε απίθανο να σηκωθεί να πάει στον αγώνα. "Άστη να λέει, δεν χάνω τον αγώνα με την χανούμισσα εγώ, και πεθαμένος θα πάω!". Θεέ μου, τι κουβέντα... Ξεκινήσαμε από τις 11 να κατηφορίζουμε. Όλοι οι δρόμοι ντυμένοι στα κόκκινα, οδηγούσαν προς μια κατεύθυνση: στο Καραϊσκάκη. Σε όλη την διαδρομή ο Σπύρος ήταν χαμένος (όπως πάντα πριν από κάθε αγώνα), τραγούδαγε και μίλαγε μόνος του. "Φτάσαμε Μανωλιό, φτάσαμε! Κοίτα το, κοίτα το, είναι παράδεισος!". "Παράδεισος για εμάς και κόλαση για τους άλλους", του είπα και μας έπιασαν τα γέλια. Στις 12 ήμασταν ήδη μέσα, Θύρα 7 όπως πάντα.

Οι φωνές, τα τραγούδια, τα πανό, σε βάζανε αμέσως στο κλίμα. Τίποτα μα τίποτα δεν έδειχνε ότι τα γέλια θα μετατραπούν σε κραυγές πόνου και αγωνίας, και ο Χάρος θα σκέπαζε με την κατάμαυρη σκιά του το φαληρικό στάδιο... Όταν βγήκε η ομάδα, το γήπεδο άλλαξε μορφή. Τα συναισθήματα δεν μπορούσαν να περιγραφούν με λόγια, οι καρδιές μας χτυπούσαν δυνατά, όλων, όλων μας. Έβλεπε ο καθένας μας στο πρόσωπο του άλλου, σαν να κοιτούσαμε μέσα από γυαλί, την αγάπη του για την ομάδα. Για τους παίκτες, το γήπεδο, για όλα. Τα πάντα για τον Ολυμπιακό. Ο Σπύρος είχε ήδη εξαφανιστεί από δίπλα μου.

Μετά από κάποια λεπτά, τον είδα πάνω στο κάγκελο να φωνάζει: "Γαλάκο είσαι ένας και μοναδικός!". Όλοι τραγουδούσαμε, όλοι ζούσαμε κάτι το απίθανο. Μα ο Χάρος, παραμόνευε… Τα λεπτά άρχισαν να κυλούν. Το τόπι χανότανε μέσα στα ποδιά των παιχταράδων μας. Ένα γήπεδο "στο πόδι", χωρίς σταματημό, ένα γήπεδο κόλαση. Μετά από το 3ο λεπτό του παιχνιδιού, με ένα τρομερό κατέβασμα που έκανε ο Γαλάκος, έβαλε το πρώτο του γκολ. Αυτό ήταν.




«Ο-ΛΥ-ΜΠΙ-Α-ΚΟΣ! Ο-ΛΥ-ΜΠΙ-Α-ΚΟΣ!»

Το γήπεδο πήρε φωτιά, και μαζί με αυτό και η καρδιά του Σπύρου, ο οποίος γκρεμοτσακίστηκε από το κάγκελο μέσα στα πανηγύρια.Το κεφάλι του άνοιξε, αλλά ποιός έδινε σημασία. Ούτε ο ίδιος. Μέσα στα αίματα φώναζε: "Ο-ΛΥ-ΜΠΙ-Α-ΚΟΣ! Ο-ΛΥ-ΜΠΙ-Α-ΚΟΣ!". "Ρε Σπύρακλα, πρόσεχε ρε. Θα σκοτωθείς ρε φίλε!". "Υπάρχει πιο γλυκός θάνατος ρε??? Να σου πω εγώ: ΔΕΝ ΥΠΑΡΧΕΙ"… Τέλος του ημίχρονου. "Έλα να κάτσεις λίγο κάτω ρε τρελέ". "Κακομοίρη μου, αν σε δει η κ. Κατερίνα έτσι, θα σου το κόψει το γήπεδο μια και καλή! Δεν πρέπει να δεί την κεφάλα σου σπασμένη, ρε". "Καλά ρε, θα δούμε μετά τι θα κάνουμε, όχου...". Το δεύτερο ημίχρονο άρχισε και ο Σπύρος έμεινε τελικά μαζί μου, δεν αισθανότανε και πολύ καλά. Όταν όμως ο Γαλάκος ξανακάρφωσε την μπάλα στα δίχτυα, ανέβηκε πάλι στα κάγκελα και χοροπήδαγε σαν το κατσίκι... "Οικονομόπουλε, να τον προσεχείς αυτόν, θα σου καρφώσει κι άλλα!", έλεγε στον τερματοφύλακα. Τα γκολ διαδέχονταν το ένα το άλλο. Η καρδιά μας είχε βγει από την θέση της και έκανε και αυτή τις βόλτες της μέσα στο γήπεδο.

Ο Κουσουλάκης και ο Ορφανός είχαν ήδη βάλει από ένα γκολ. Το σκορ ήταν 4-0 και το γλέντι φούντωνε, γλέντι που έγινε ακόμα πιο ξέφρενο έπειτα από την τρελή κούρσα του Βαμβακούλα και το 5-0. Το όνειρο που ζούσαμε, ένα πραγματικό γεγονός πλέον, έφτασε στην αποκορύφωση του όταν ο Μάϊκ Γαλάκος στο 84' έκανε το 6-0. Δεν θέλαμε τίποτα άλλο εκείνη τη στιγμή, τίποτα άλλο δεν θα έφερνε την καρδιά μας σε τέτοιο παραλήρημα. Και έτσι ξαφνικά, όλα άρχισαν... "Πάμε ρε! Πάμεεεεεε!!!". "Που πάνε όλοι ρε Σπύρο, που να πάμε;" "Πάμε ρε σου λέω, πάμε να τους βρούμε ρεεεεε! Τα αγόρια μας, τους άρχοντες μας, πάμε που σου λέω!" "Κάτσε ρε Σπύρο, δεν τελείωσε, ένα λεπτό έχει ακόμα, κάτσε…". Που να ακούσει... "Γαλάκο, σου 'ρχομαι!", φώναζε. Άρχισε να τρέχει προς την έξοδο μαζί με τόσους άλλους.

"Σταματήστε, πέσαμε ρεεεεε!!!"

Τρέχαμε όλοι μαζί, με το μάτι να γυαλίζει απο χαρά και περηφάνια. Κοντά στο πρώτο σκαλί, πήγα να τον πιάσω. "Μην χαθούμε, ρε!", του φώναζα. Λίγο πριν το πρώτο σκαλί, ξαφνικά, τον είδα να χάνεται, να πέφτει. Να πέφτουν όλοι από πάνω του, ο ένας μετά τον άλλον, με φόρα, με ορμή. Παντού φωνές, κραυγές, σπαραχτικές κραυγές... "Ρεεεεεεεεεεεεεεε! Ρεεεεεεεεεεεεεεεεεεεεεεεεεεεεεε!!!", φώναζα. "Σταματήστε, πέσαμε ρεεεεε!!!". Η φωνή μου, ένα τίποτα μέσα στον όχλο, όλοι τρέχανε όλο και πιό πολύ, χωρίς να ξέρουν ότι από κάτω βρίσκεται κόσμος. "Ανοίξτε ρεεεεεεεε!!! Ανοίξτε καθάρματα τις πόρτες!!! Ανοίξτε γ... το στανιό μου...ΣΠΥΡΟΟΟΟΟΟ, που είσαι ρεεεεεε...Ανοίξτε μ...!!! Μηηηηηηη, μη τρέχετε, είμαστε κάτω ρεεεεεεε!!!"... Λόγια, οδύνης λόγια, χαραγμένα σαν από κοφτερή λεπίδα πάνω στην καρδιά μου. Είχαν πέσει από πάνω μου παιδιά και από κάτω μου άλλα να φωνάζουν σπαρακτικά. Μετά από κάποια ώρα, κατάφερα να σηκωθώ ενώ ακόμα παλικάρια, το ένα μετά το άλλο, έπεφταν κάτω στις σκάλες.

"Του έβγαλα το κεφάλι μέσα από το κάγκελο"

Βλέπω, μέσα στον χαλασμό, τον Σπύρο σφηνωμένο στην γωνία της πόρτας. Ένα κουβάρι να φωνάζει: "Ααααααααααααα το κεφάλι μου, το κεφαλάκι μουυυυυυ...". Πήγα κοντά του. Του έβγαλα το κεφάλι μέσα από το κάγκελο. Ήταν σαν ένα ξένο σώμα πάνω του, δεν το αισθανόταν. Βρήκαμε ένα άνοιγμα, μια τρύπα που προσπάθησαν να ανοίξουν στην πόρτα. Βγήκαμε έξω. Έσυρα σαν τσουβάλι τον Σπύρο στον περίβολο της θύρας, και τον πήρα στην αγκαλιά μου. Δεν ένιωθε τίποτα πάνω του. Του στερέωσα το κεφάλι στο τοίχο. Έβαλα τα κλάματα.. Δεν θα μπορούσε να τον αναγνωρίσει ούτε η μανά του έτσι όπως ήταν... "Σπύρο...Μίλα ρε φίλε. ΜΙΛΑΑΑΑ!!!" "Πονάω...Το κεφάλι μου...Πονάω…Τι γίνεται;...Tι έγινε;...Πονάω Μανωλιό. Πονάωωωωωω...". "Σώπα, σώπα. Έρχονται ρε, έρχονται. Θα σε φτιάξουν ρε, μη μιλάς...Σώπα..."."Γιατί φωνάζουν; Τι γίνεται ρε Mανωλιό. Τι γίνεται, τι μας κάνανε". "Τίποτα, σταμάτα αγόρι μου, έρχονται".

Τον αφήνω, πάω προς την είσοδο να βοηθήσω. Περνάω το χέρι μου μέσα από την τρύπα, 10 άτομα το αρπάζουν. Προσπαθούσαν να γλιτώσουν, να βγούν. Δεν μπορούσα να πιάσω κανέναν. Έπιανα ένα χέρι, αλλά ήταν αδύνατον να ξεχωρίσω το υπόλοιπο σώμα. Μια μάζα όλα, χέρια, πόδια, μυαλά, όλα ένα... Έξω από την είσοδο, κόσμος να τρέχει να βοηθήσει, πανικός, κραυγές, κραυγές που σου έκαιγαν την ψυχή. Όλα μία κόλαση… Τα πρώτα ασθενοφόρα έφτασαν. Έτρεξα στον Σπύρο. "Σπύρακλα, έλα φτάσανε, έλα πάμε στον γιατρό, πάμε! Ακούς; Θα σε πάρω αγκαλιά να σε πάω μέχρι εκεί, ακούς; Κάνε υπομονή, ήρθαν...". Δεν μιλούσε. Τα μάτια του τρεμόπαιζαν κλειστά, δεν μίλαγε, δεν κουνιόταν.

Τα έχασα... "Όχι ρε! Όχι...Σπύρο, κάνε κουράγιο, ήρθανε ρε. Έλα, και θα σου φέρω τον Γαλάκο να σε δει, ακούς;...Ακούς Σπύρο μου;...Έλα πάμε, πάμε αγόρι μου, πάμε...". Τον παίρνω στην αγκαλιά μου. Το κεφάλι του κρεμότανε κάτω. Τον πάω στο πρώτο ασθενοφόρο που είδα μπροστά μου, είχαν μέσα αλλά δυο παιδιά. "Πάρτε τον, πάρτε τον σας παρακαλώ. Δεν μιλάει, δεν σαλεύει, πάρτε τον!" "Στο δίπλα, είναι άδειο. Στο δίπλα...", μου λέει ο νοσοκόμος. Πάω δίπλα, τον παίρνει ένας γιατρός, τον βάζουν στο φορείο, του περνάνε ορούς και την μάσκα οξυγόνου και στο τέλος του φοράνε ένα κολάρο στο λαιμό.


Γιατρέ τι...Τι γίνεται, πες μου...Πες, ζει;

Μπαίνουμε μέσα και κατευθυνόμαστε προς το Τζάνειο. Στη διαδρομή, ο νοσοκόμος του μέτραγε την πίεση και του έκανε συνέχεια ενέσεις. "Γιατρέ τι...Τι γίνεται, πες μου...Πες, ζει; Θα γίνει καλά; Πες μου, σε παρακαλώ, είμαι φίλος του, πες μου!" "Πρέπει να έχει σπάσει τον λαιμό του, δύσκολα...Θα δούμε..." "Όχι ..Όχι ρε Σπύρο, μην μου το κανείς αυτό, όχι...Έλα, ξύπνα! Ξύπνα!!!" Με έπιασε πανικός. Έπεσα πάνω του και άρχισα να τον κουνάω πέρα δώθε. Του έβγαλα τον ορό από το χέρι κατά λάθος. Δεν καταλάβαινα τι μου γινόταν. Κρύωνα, ίδρωνα, είχα πάθει σοκ. Ο γιατρός με τράβηξε μακριά, έβαλε τον ορό στον Σπύρο, και μου είπε ότι δεν του κάνω καλό με αυτό τον τρόπο.

Με ρώτησε αν ήθελα να μου κάνει μια ηρεμιστική ένεση. "Όχι δεν θέλω τίποτα, καλά είμαι", του είπα. Φτάσαμε στο νοσοκομείο. Ήδη ο πανικός είχε μεταφερθεί εκεί. Βγήκαμε, πήραν τρέχοντας στην εντατική τον Σπύρο. Εγώ πήγα στα ιατρεία να μου περάσουν μια γάζα στο κεφάλι, το είχα σκίσει. Μετά βγήκα και περίμενα τα νέα για τον φίλο μου. Άρχισα να κλαίω, μόλις συνειδητοποιούσα τι είχε γίνει. Ζήτησα από τους γιατρούς να πάρω τηλέφωνο την οικογένεια του Σπύρου. Πήρα τηλέφωνο σπίτι του... "Μαρία, δώσε μου την μαμά σου...Κυρία Κατερίνα...". Δεν πρόλαβα να τελειώσω την φράση μου… "Μανωλιό, πες μου ότι είσαστε καλά! Βλέπουμε τηλεόραση, μάθαμε τι έγινε, πες μου μόνο αυτό...Γιατί κλαίς αγόρι μου; Μην κλαις, πέρασε τώρα...Δώσε μου τον Σπύρο να ησυχάσω, δώσε μου να του μιλήσω στο τηλέφωνο...". "κ. Κατερίνα, ελατέ από δω...Δεν είναι καλά ο Σπύρος". Η γυναίκα έπεσε, λιποθύμησε στο λεπτό. Επικράτησε πανικός.

Ο θείος του πήρε το τηλέφωνο σαν πιο ψύχραιμος (ο πατέρας του είχε πεθάνει), ένας δεύτερος πατέρας για αυτόν. Του εξήγησα τι είχε συμβεί... Σε 15 λεπτά φτάσανε. Το χάος έξω από το νοσοκομείο επιβάρυνε την κατάσταση της κυρίας Κατερίνας, η οποία έχασε πάλι τις αισθήσεις της. Την πήγαν οι γιατροί να ξαπλώσει. Ο θείος του Σπύρου έκλαιγε ασταμάτητα. Πήγε να τον δει. Όταν βγήκε δεν μας μίλησε. Κατευθύνθηκε προς την έξοδο, πήρε φόρα, και κοπάνισε την γροθιά του στον τοίχο... "Γιατί Θεέ μου...", φώναξε, "ΓΙΑΤΙ; Γιατί το παλικάρι μου ρε...". Η μικρή του αδερφή έτρεξε προς το μέρος του, του έπιασε το πόδι και άρχισε να κλαίει. Αυτή την εικόνα την έβλεπες παντού, σε κάθε γωνία μέσα στο νοσοκομείο. Στο νεκροθάλαμο, μαζεύονταν συνέχεια συγγενείς, προσπαθούσαν να αναγνωρίσουν τους δικούς τους ανθρώπους. Δεν υπάρχει πιο τρομακτικό πράγμα απο το να είσαι με την αμφιβολία, να περιμένεις την σειρά σου να μπείς σε εκείνο το δωμάτιο, μη ξέροντας αν θα βγείς με το παιδί σου νεκρό στα χέρια σου ή όχι. Η πιό συγκλονιστική αναγνώριση ήταν του πιό μικρού παιδιού, του Παναγιωτάκη Τουμανίδη.

"Σήκω αγόρι μου να φύγουμε..."

Οι θείοι του, όταν τον αναγνώρισαν, άρχισαν με λιγμούς να του φωνάζουν: "Αυτό…Αυτό είναι το παλικάρι μας. Σήκω Παναγιώτη μου..Σήκω αγόρι μου να φύγουμε, σήκω λεβέντη μουυυυ". Ήταν απίστευτο όλο αυτό που βλέπαμε και ακούγαμε, και επιβάρυνε ακόμα πιό πολύ την κατάσταση μας, την ίδια στιγμή που περιμέναμε νέα από τους δικούς μας ανθρώπους. Μανάδες πέφτανε στο πάτωμα, πατεράδες ξεσπούσαν με γροθιές στους τοίχους από την οδύνη. Ξαφνικά, είδα έναν γιατρό να κατευθύνεται προς εμάς. Δεν το ήθελα, αλλά η ώρα είχε φτάσει... Πλησίασε προς το μέρος μας. Το ύφος του, παγερό αλλά ταυτόχρονα γεμάτο θλίψη. Η μητέρα του κατάλαβε…Άρχισε να κλαίει και να φωνάζει το όνομα του παιδιού της, του Σπυράκου. "Σπύρο μουουου...Αγόρι μου...Όμορφε μου...".


Ήρθε ο "μοναδικός του", ο Μάϊκ Γαλάκος

Δεν ξεχνάω ποτέ τον φίλο μου τον Σπύρο, που χάθηκε άδικα, που έφυγε από την ζωή χαρούμενος για την ομάδα του, με το χαμόγελο στα χείλη και το όνομα του Γαλάκου μέσα στην ψυχή του. Πέθανε πάνω στο καθήκον, πέθανε για την μεγάλη του αγάπη, τον Ολυμπιακό. Πέθανε όμως και εξαιτίας της απροσεξίας και της ανευθυνότητας κάποιων. Η οργή μετά απο τόσα χρόνια έχει εξασθενήσει και την έχει διαδεχθεί η λύπη και η θύμηση αυτών των παιδιών. Στην κηδεία του Σπύρου, ήρθε ο "μοναδικός του", ο Μάϊκ Γαλάκος. Ο παίκτης που τον έκανε να τρέξει στα "σκαλιά του θανάτου" για να τον συναντήσει.

Ένα τηλέφωνο στον Ολυμπιακό αρκούσε. Σημαίες, φανέλες, κασκόλ παντού. Τον συνόδευσε και μια φανέλα ακουμπισμένη στην κοιλιά του, με την υπογραφή του Μάϊκ: "Θα σε θυμόμαστε πάντα παλικάρι μου...Γαλάκος". Όταν μετά απο μήνες κόπασε ο θόρυβος από όλη την ιστορία, η οικογένεια του Σπύρου είχε ένα αναπάντεχο τηλεφώνημα: Ήταν ο κύριος Νταϊφάς. Ήθελε να εκφράσει προσωπικά την λύπη του για τον θάνατο του Σπύρου. Δεν ήθελε, είπε, να πάρει πιο πρίν, γιατί οι οικογένειες των παιδιών χρειαζόντουσαν ηρεμία. Όλοι οι παίκτες τότε είχαν πάθει σοκ απο όλα αυτά τα γεγονότα. Επισκέπτονταν τα τραυματισμένα παιδιά και τις οικογένειες των θυμάτων με δάκρυα στα μάτια.

Αρκετοί από αυτούς έδωσαν απο την τσέπη τους αρκετά χρήματα στις οικογένειες. Είναι χαρακτηριστικό οτι 2 από τα 21 θύματα ήταν προσωπικοί φίλοι του Νίκου Αναστόπουλου, ο οποίος είχε προμηθεύσει ο ίδιος τα παιδιά με τα εισιτήρια της "μαύρης θύρας". Ήταν ο Μιχάλης Μάρκου με την αρραβωνιαστικιά του Ζωγραφιά Χαϊρατίδου. Θυμάμαι τον Μάικ Γαλάκο ο οποίος έλεγε ότι μία ώρα μετά από το τραγικό γεγονός, καθότανε στο γήπεδο και κοιτούσε την Θύρα 7, μη μπορώντας να συγκρατήσει τα δάκρυα του.

Κυριακή, 29 Ιανουαρίου 2012

Ιθάκη-Κ.Π.Καβάφης

Σα βγεις στον πηγαιμό για την Ιθάκη,
να εύχεσαι νάναι μακρύς ο δρόμος,
γεμάτος περιπέτειες, γεμάτος γνώσεις.
Τους Λαιστρυγόνας και τους Κύκλωπας,
τον θυμωμένο Ποσειδώνα μη φοβάσαι,
τέτοια στον δρόμο σου ποτέ σου δεν θα βρεις,
αν μέν’ η σκέψις σου υψηλή, αν εκλεκτή
συγκίνησις το πνεύμα και το σώμα σου αγγίζει.
Τους Λαιστρυγόνας και τους Κύκλωπας,
τον άγριο Ποσειδώνα δεν θα συναντήσεις,
αν δεν τους κουβανείς μες στην ψυχή σου,
αν η ψυχή σου δεν τους στήνει εμπρός σου.

Να εύχεσαι νάναι μακρύς ο δρόμος.
Πολλά τα καλοκαιρινά πρωιά να είναι
που με τι ευχαρίστησι, με τι χαρά
θα μπαίνεις σε λιμένας πρωτοειδωμένους·
να σταματήσεις σ’ εμπορεία Φοινικικά,
και τες καλές πραγμάτειες ν’ αποκτήσεις,
σεντέφια και κοράλλια, κεχριμπάρια κ’ έβενους,
και ηδονικά μυρωδικά κάθε λογής,
όσο μπορείς πιο άφθονα ηδονικά μυρωδικά·
σε πόλεις Aιγυπτιακές πολλές να πας,
να μάθεις και να μάθεις απ’ τους σπουδασμένους.

Πάντα στον νου σου νάχεις την Ιθάκη.
Το φθάσιμον εκεί είν’ ο προορισμός σου.
Aλλά μη βιάζεις το ταξείδι διόλου.
Καλλίτερα χρόνια πολλά να διαρκέσει·
και γέρος πια ν’ αράξεις στο νησί,
πλούσιος με όσα κέρδισες στον δρόμο,
μη προσδοκώντας πλούτη να σε δώσει η Ιθάκη.

Η Ιθάκη σ’ έδωσε τ’ ωραίο ταξείδι.
Χωρίς αυτήν δεν θάβγαινες στον δρόμο.
Άλλα δεν έχει να σε δώσει πια.

Κι αν πτωχική την βρεις, η Ιθάκη δεν σε γέλασε.
Έτσι σοφός που έγινες, με τόση πείρα,
ήδη θα το κατάλαβες η Ιθάκες τι σημαίνουν.

Τι πραγματικά είναι η "Ιθάκη" του Καβάφη;

Για τον Όμηρο η Ιθάκη είναι η πατρίδα, ο νόστος, ο πρροορισμός. Για τον Καβάφη είναι το ταξίδι. Η Ιθάκη που περιγράφει στο ποίημά του είναι ένα μέρος, διαφορετικό για τον κάθε άνθρωπο, όπου φτάνει ή επιστρέφει και θα επιστρέφει πάντα. Η Ιθάκη είναι ένα μέρος όπου, μετά τις κακουχίες, την ταλαιπωρία και τις εμπειρίες που συνέλλεξε, γυρίζει και ξεκουράζεται συγκεντρώνοντας δυνάμεις για την επόμενη περιπλάνηση που, μετά από πολύ δρόμο, πάλι στην Ιθάκη θα τον οδηγήσει. Έτσι, η Ιθάκη είναι συγχρόνως η αφετηρία και το τέλος κάθε φάσης που ζούμε στη ζωή μας, σηματοδοτώντας την περίοδο όπου επεξεργαζόμαστε τα όσα μέχρι τώρα μας συνέβησαν ενώ ταυτόχρονα προετοιμαζόμαστε για όσα πρόκειται να μας συμβούν. Η Ιθάκη είναι, για όσους ξέρουν το "Οσα παίρνει ο άνεμος", η Τάρα του καθενός από μας.

Τετάρτη, 11 Ιανουαρίου 2012

Μας πήρανε τον Μοντριάν μας

 Δευτέρα, αμέσως μετά τις διακοπές των Χριστουγέννων, ημέρα να φτύνεις. Αρχίζουν σχολεία, υποχρεώσεις, λογαριασμοί που πρέπει να πληρωθούν έως την Παρασκευή, ξανά κίνηση στους δρόμους. Και ακούς ότι σου βούτηξαν κάποιοι και ένα «μοντριάν». Ακούγεται πιο πολύ σαν κάτι που τρώγεται  (μεταξύ μονμπλάν και σατομπριάν ίσως;) αλλά όχι. Τα κανάλι και τα ραδιόφωνα θρηνούν. Για κάτι που δεν ξέρω πόσοι ήξεραν μέχρι σήμερα ότι υπήρχε. Ότι η Ελλάδα είχε στην κατοχή της πίνακα του Πικάσο, που κέρδισε με πολύ αίμα κάποτε και ένα πίνακα του Ολλανδού Πίετ Μοντριάν (1872 -1944).Ο Μοντριάν είναι ο ζωγράφος της απλότητας. Ξεκίνησε ζωγραφίζοντας κλασικά σχεδόν τοπία όπως αυτό που μας πήραν αλλά ήταν ένας τόσο ευαίσθητος δέκτης των τάσεων του καιρού του ώστε πέρασε γρήγορα στο Φοβισμό, στον Κυβισμό και σε άλλες τέτοιες τεχνοτροπίες για να καταλήξει να χαράξει το δικό του δρόμο της πλέον ακραίας απλότητας. Να καταργήσει τελείως τις εικόνες, να χρησιμοποιεί μόνο γκρί, μαύρο και τα τρία βασικά χρώματα κόκκινο, μπλε, κίτρινο προσπαθώντας να φθάσει στον πυρήνα των πραγμάτων που όπως και στη Φυσική εκεί δεν αναγνωρίζεις πλέον μορφές αντικειμένων αλλά τα ίδια τα στοιχεία που συνθέτουν την ύλη. Οι πίνακες που τον έκανα διάσημο είναι αυτοί που όταν τους βλέπεις θες να πεις «μα αυτό το κάνω κι εγώ». Ξεχνώντας ότι εννοείς πως αυτό το «αντιγράφεις» κι εσύ αλλά δεν το σκέφθηκες πριν το δεις.Η Ελλάδα λοιπόν έχασε προς το παρόν και ένα Μοντριάν αν και που τον είχε ποιος το ήξερε. Θα τον ξαναβρεί όμως γρήγορα. Έχω κάποιο γνωστό που ξέρει τον Υπουργό Πολιτισμού. Και μου είπε χθες στο τηλέφωνο ότι αμέσως πήρε επάνω του το πρόβλημα. Τηλεφώνησε και παρήγγειλε αλεύρι, καρύδια, σταφίδες, ζάχαρη και ό,τι άλλο απαιτεί μια συνταγή που είχε από τη μητέρα του. Αυτή τη στιγμή ψήνεται μια Φανουρόπιτα τόοοση, έχει μυρίσει ωραία όλο το Υπουργείο…

του Άλκη Γαλδαδά