Δευτέρα, 11 Ιουνίου 2012

Βόλος είναι και γυρίζει

Διήγημα με θέμα "Ταξίδι στην πόλη που αγάπησα"
Κέρδισε σε διαγωνισμό διηγήματος το βραβείο καλύτερης περιγραφής

               Επιτέλους ξημέρωσε η 10η Ιουλίου! Η Βίκυ σηκώθηκε ανυπόμονα από το κρεβάτι της και κοίταξε με λαχτάρα τις δύο μεγάλες βαλίτσες που βρίσκονταν στη γωνία του δωματίου, δίπλα στην πόρτα. Ήταν και οι δύο κλειστές και έτοιμες να φορτωθούν στο αυτοκίνητο. Άνοιξε τα πατζούρια και κοίταξε έξω τον κήπο με τις μυγδαλιές. Ο καιρός ήταν τέλειος. Δεν είχε ούτε πολλή ζέστη ούτε πολλή υγρασία. Με τη φαντασία της είδε τον ήλιο να λαμπυρίζει πάνω στη θάλασσα και τις βάρκες να ταλαντεύονται νωχελικά στο καλοκαιρινό αεράκι δίπλα στην εκκλησία του Αγίου Κωνσταντίνου. Τέτοια ώρα δεν θα κυκλοφορούσε πολύς κόσμος στην παραλία. Ίσως μερικοί περαστικοί με τα ποδήλατά τους να κατευθύνονταν προς την οδό Ερμού, στο κέντρο της πόλης.                                                                                                                        Με τη φαντασία της πήρε την οδό Κασσαβέτη που ξεκινούσε από την παραλία και ανέβαινε μέχρι να βγει από την πόλη του Βόλου. Προσπέρασε το μεγάλο γωνιακό σπίτι των Παναγήδων, το φούρνο απ’ όπου έπαιρναν το ψωμί, τον ποδηλατά, το χασάπη, το καθαριστήριο και το μαγαζί με τα ψιλικά. Στη γωνία με το φαρμακείο έστριψε και είδε το σπίτι τους με το μεγάλο κήπο και το Ρούντυ, τον σκύλο, να κάθεται, όπως πάντα, στην πόρτα.
-Άντε Βίκυ! Θα αργήσετε. Ήταν η μητέρα της που την έβγαλε από το ονειροπόλημα.
-Έρχομαι, έρχομαι απάντησε και ντύθηκε βιαστικά πετώντας μερικά τελευταία πράγματα στο σακίδιό της καθώς έβγαινε από το δωμάτιο.
       Επιτέλους, αυτό που τόσα χρόνια ονειρευόταν έγινε πραγματικότητα! Η φοιτητική ζωή άνοιγε στο μυαλό της ορίζοντες που ποτέ πριν δεν είχε φανταστεί ότι θα ανακάλυπτε. Ένα ολοκαίνουριο διαμέρισμα την περίμενε, φρεσκοβαμμένο και επιπλωμένο, στην οδό Χαιρωνείας 5, στο Ντεπό, δίπλα στη βίλα του Αλατίνι.    
       Σε δέκα λεπτά η Βίκυ ήταν έτοιμη να φύγει από το σπίτι. Η Θεσσαλονίκη περίμενε να την ανακαλύψει. Επιτέλους, θα γλύτωνε από τις απαγορεύσεις των νυχτερινών εξόδων από τον μπαμπά της, το εβδομαδιαίο καθάρισμα του σπιτιού που επέβαλλε η μητέρα της, την βοήθεια στα μαθήματα της μικρότερης αδερφής της, της Λητώς, και, καιρός ήταν, θα είχε ένα καταδικό της σπίτι όπου δεν θα αναγκαζόταν να μοιράζεται τα πάντα με τον αδερφό της, το Μιχάλη, ή να καυγαδίζουν κάθε τρεις και λίγο. «Θα είμαι κύριος του εαυτού μου!» σκεφτόταν καθώς πλησίαζαν στο σταθμό των ΚΤΕΛ. Η ώρα ήταν έντεκα παρά δέκα και το λεωφορείο θα έφευγε στις έντεκα ακριβώς. Έβγαλαν τα εισιτήρια, φόρτωσαν τις δύο μεγάλες βαλίτσες, χαιρετήθηκαν και ανέβηκε να πιάσει θέση στο παράθυρο. Το λεωφορείο μούγκρισε, έβγαλε μια μαύρη τουλίπα καπνού από την εξάτμιση και, με ένα τράνταγμα, ξεκίνησε. Η μαμά της, ο μπαμπάς της και τα αδέρφια της, ο Μιχάλης και η Λητώ, που χαιρετούσαν χάθηκαν από τα μάτια της μόλις έστριψαν και βγήκαν από τον περίβολο του σταθμού των υπεραστικών Βόλου-Θεσσαλονίκης.
-Παπαδοπούλου Βικτώρια για Ντεπό Θεσσαλονίκης, σωστά; Ρώτησε ο ελεγκτής καθώς τσέκαρε το εισιτήριο που κρατούσε.
-Σωστά, απάντησε η Βίκυ τακτοποιώντας τα πράγματα της στα πόδια της. Καθώς έπαιρνε πίσω το σημαδεμένο εισιτήριο, το βλέμμα της έπεσε στη λέξη «Θεσ/νίκη», τυπωμένη συντομογραφικά στο απόκομμα που κρατούσε στο χέρι της . Η θέα της πια δεν της προξενούσε το αίσθημα ανυπομονησίας που ένιωθε κάθε φορά, μέχρι και πριν από λίγο, όταν έφευγε από το σπίτι της. Κοίταξε έξω, ενώ αναρωτιόταν πώς θα σκότωνε τις τρεις ώρες του ταξιδιού και το μάτι της έπεσε στην πινακίδα που είχε τοποθετήσει η τροχαία, με το όνομα του Βόλου διαγραμμένο με μια παχιά κόκκινη γραμμή. Σε λιγότερο από πέντε δευτερόλεπτα, είχαν φτάσει και προσπεράσει τα όρια της πόλης και κατευθύνονταν ολοταχώς στην εθνική οδό Αθηνών-Θεσσαλονίκης.
       Η Βίκυ ένιωσε ένα μικρό τσίμπημα μέσα της το στιγμή που, και επίσημα, έβγαιναν από την πόλη που μεγάλωσε. Ποτέ πριν δεν είχε συνειδητοποιήσει πόσο πολύ την αγαπούσε. Τώρα πια, δεν ανυπομονούσε να φτάσει στο διαμέρισμα της οδού Χαιρωνείας, θα προτιμούσε να γυρίσει στο δικό της σπίτι με τον κήπο, στη γωνία των οδών Δημάρχου Γεωργιάδου και Τρικούπη. Με ένα αίσθημα λύπης, ανάμικτο με χαρά και ανυπομονησία, ακούμπησε το κεφάλι της στο κάθισμα και χάζευε τη διαγράμμιση του δρόμου, και τα αυτοκίνητα που προσπερνούσαν το ΚΤΕΛ στην αριστερή λουρίδα. Κοίταξε το ρολόι της. Η πρώτη στάση στο ΣΕΑ της Εθνικής οδού, θα ήταν σε περισσότερο από μιάμιση ώρα. Ώρα αρκετή για να σκεφτεί πολλά πράγματα. Έκλεισε τα μάτια για να ξεκαθαρίσει όλα αυτά που περνούσαν από το μυαλό της και να τα βάλει σε μία τάξη.
        Μπορεί και να μην είχαν περάσει ούτε πέντε λεπτά όταν ξανάνοιξε τα μάτια της. Δεν ήξερε τι είχε συμβεί στο μεταξύ, αλλά το μόνο σίγουρο ήταν πως δεν βρισκόταν πια στο λεωφορείο. Κοιτώντας γύρω της, η Βίκυ αναγνώρισε το δρόμο που μεγάλωσε. Στη γωνία, βρισκόταν το Σούπερ Μάρκετ. Οι διάφανες πόρτες, διακοσμημένες με άσπρα, μπλε και κόκκινα χρώματα ανοιγόκλειναν σε τακτά χρονικά διαστήματα. Ακριβώς μπροστά της, σε μία καχεκτική νεραντζιά με κιτρινοπράσινα φύλλα, ήταν δεμένα τρία ποδήλατα. Ο κόσμος που έβγαινε από το μαγαζί, κατέβαινε τη σκούρα γκρι πλαστική ράμπα και χανόταν στις γωνίες με τα, λίγα πια, μικρά σπιτάκια που είχαν απομείνει χωρίς να πάρουν τη θέση τους οι πολυώροφες πολυκατοικίες.
        Όσα από αυτά τα σπίτια είχαν αντισταθεί στη μόδα των αντιπαροχών, έστεκαν καλά ακόμα στις θέσεις τους. Τα κόκκινα κεραμίδια τους, που και που χορταριασμένα, φιλοξενούσαν ένα σωρό αδέσποτες γάτες, οι οποίες τσακώνονταν συχνά και τα ουρλιαχτά τους αντηχούσαν σε όλη τη γειτονιά, μαζί με τους βαρβάτους γάτους που τους έκαναν καντάδες και ξεσήκωναν και τους σκύλους, όπου υπήρχαν. Τα γιασεμιά και τα αγιοκλήματα το καλοκαίρι μοσκοβολούσαν από μακριά, ενώ όταν φούντωναν ήταν δύσκολο να διακρίνεις τους πάντα άσπρους και ασβεστωμένους τοίχους από κάτω. Μπροστά, οι μικρές πλακοστρωμένες αυλές, με τις φημισμένες πλάκες Πηλίου, ήταν διακοσμημένες με φυτά κάθε είδους, από βασιλικούς και λουΐζες στις απόμερες γωνίες για να μην τις πιάνει ο αέρας, μέχρι κολοκυθάκια καλλιεργημένα σε στενόμακρες κόκκινες ζαρντινιέρες.
        Κοιτώντας γύρω της, η Βίκυ αποφάσισε να πάρει το ποδήλατό της και να κάνει μία βόλτα στο Βόλο, μιας και της δόθηκε η ευκαιρία. Πέρασε την αυλόπορτα του σπιτιού της και διέσχισε τον κήπο μέχρι να φτάσει το υπόστεγο όπου φύλαγαν τα τέσσερα ποδήλατά τους. Υπήρχε ένα για τον καθένα τους, εκτός από τη Λητώ, την αδερφή της, που δεν είχε ακόμα το δικό της. Αντί όμως να πάει κατευθείαν να πάρει το πράσινο αναδιπλούμενο ποδήλατό της, μοντέλου ESKA, και να φύγει κάνοντας γρήγορα πετάλι, έκανε μια μικρή παράκαμψη, για να σταθεί κάτω από το πιο αγαπημένο της φυτό μέσα στον κήπο. Τον χειμώνανθο.
        Ο χειμώνανθος ήταν ένας μεγάλος θάμνος, σχεδόν δέντρο, που, αν και όλο το χρόνο είχε απάνω του μόνο μερικά άσχημα φυλλαράκια, γύρω στον Φλεβάρη έβγαζε τα πιο όμορφα λουλούδια του κόσμου. Είχαν πάρα πολύ λεπτά πέταλα, άσπρα με μια ελαφριά κίτρινη απόχρωση στη βάση τους και μύριζαν πιο όμορφα κι απ’ το καλύτερο άρωμα που είχε μυρίσει ποτέ στη ζωή της. Το δεντράκι αυτό, βρισκόταν δίπλα σε μια αγριομυγδαλιά, που την άνοιξη έβγαζε ρόδινα αντί για άσπρα λουλούδια, μια κερασιά και μια αχλαδιά, που φύτρωναν στον κήπο και που κάθε χρόνο μάζευαν τους καρπούς τους, με μεγάλη χαρά που είχαν τα δικά τους φρούτα. Ο αδερφός της Βίκυς μάλιστα, ο Μιχάλης, όταν οριζόταν η μέρα της «συγκομιδής», καλούσε και τους φίλους του για να τους περηφανευτεί που αυτός είχε δικά του αχλάδια κι αμύγδαλα, κι εκείνοι όχι.
        Ρίχνοντας μια τελευταία ματιά στον κήπο του σπιτιού της, η Βίκυ κατέβηκε τη ράμπα με ορθοπεταλιά, όπως συνήθως, και πήρε την οδό Δημάρχου Γεωργιάδου σιγοτραγουδώντας.  Μερικά στενά πιο κάτω βρισκόταν μια εκκλησία με μια μεγάλη παιδική χαρά δίπλα της. Καθώς ήταν καλοκαίρι και τα σχολεία είχαν κλείσει από καιρό, τα παιδιά έπαιζαν μπουλούκια-μπουλούκια. Έκαναν κούνια, τσουλήθρα, σκαρφάλωναν στις τραμπάλες και τα μονόζυγα και έτρεχαν πάνω κάτω παίζοντας παιχνίδια που υπήρχαν μόνο στη φαντασία τους.
        Στον μεγάλο περίβολο της εκκλησίας βρίσκονταν καμιά δεκαριά μεγαλύτερα αγόρια κάνοντας σκέιτμπορντ. Έπαιρναν φόρα και έκαναν φιγούρα στις σκάλες, πέφτοντας πότε πότε στο ξύλινο τέμπλο του πλαισίου που διακοσμούσε τα αναμμένα κεριά δίπλα στην είσοδο του ναού. Επωφελούμενοι από το γλιστερό άσπρο μάρμαρο που τους έδινε φόρα, πήγαιναν πάνω κάτω ασταμάτητα, μέχρι που βγήκε θυμωμένη η εκκλησάρισσα και τους έδιωξε.
-Να φύγετε από’ δω παλιόπαιδα! Εδώ είναι εκκλησία, να πάτε αλλού να κάνετε τα κόλπα σας.
        Χαχανίζοντας ακόμα με τη θυμωμένη γυναίκα, η Βίκυ δεν κατάλαβε για πότε έφτασε στην οδό Ιωλκού, έναν από τους μεγαλύτερους δρόμους του Βόλου. Πάτησε απότομα φρένο, και το ποδήλατο ακινητοποιήθηκε λίγα μόλις εκατοστά από το σημείο που πέρναγαν φουλαριστά τα αυτοκίνητα. Σε ένα κενό της κίνησης, πάτησε με δύναμη το πετάλι και βρέθηκε να κατεβαίνει την οδό Ιωλκού με κατεύθυνση την παραλία. Αντί όμως να πάει κατευθείαν στην είσοδο του λιμανιού, όπου και κατέληγε ο δρόμος που είχε πάρει, αποφάσισε να κάνει μία στάση στην Πλατεία Ελευθερίας, μιας και βρισκόταν στο δρόμο της.
        Έστριψε το τιμόνι της αριστερά και βρέθηκε στην πλατεία Ελευθερίας, μία από τις πιο πράσινες πλατείες της πόλης που, αρκετά συχνά, φιλοξενούσε διάφορες εκδηλώσεις. Από συναυλίες τα Χριστούγεννα και το καλοκαίρι, μέχρι πάρτι που διοργάνωνε ο δήμος για τις απόκριες και θεατρικές παραστάσεις από ερασιτεχνικούς συλλόγους και σχολεία. Καθώς είχε αρχίσει να κάνει ζέστη, η Βίκυ αποφάσισε να κάτσει για λίγη ώρα στην πλατεία, κοντά στο σιντριβάνι και κάτω από τα δέντρα. Αγόρασε ένα μπουκάλι νερό από το κοντινότερο περίπτερο και κάθισε σε ένα πεζούλι με το ποδήλατο ακουμπισμένο στα πόδια της.
        Από το μέρος που καθότανε, έβλεπε παραπάνω από τη μισή πλατεία γύρω της. Πάντα της έκανε εντύπωση το γεγονός ότι, αυτός που τη σχεδίασε, την χώρισε σε τέσσερα μέρη, μέσω μονοπατιών, που σχημάτιζαν το σχήμα «Χ». Γύρω-γύρω, υπήρχαν τέσσερα παρτέρια, φυτεμένα και καταπράσινα. Τα δέντρα ήταν πολλά, κουτσουπιές, πλατάνια, ακακίες, μουσμουλιές και ένα τεράστιο κυπαρίσσι, μεταμόρφωναν την άνοιξη την πλατεία σε έναν μικρό παράδεισο. Οι κόκκινες πλάκες, με τις οποίες ήταν στρωμένη, της έδιναν έναν τόνο χαρούμενο και οι πολλές κουτσουλιές που συνήθως τις διακοσμούσαν, φανέρωναν τον αυξημένο πληθυσμό περιστεριών που σύχναζαν στην  πλατεία.
        Παρόλα όμως τα δέντρα και τα κατάφυτα παρτέρια, τη σπουδαιότερη θέση στην πλατεία κατείχε το σιντριβάνι, που έστεκε μεγαλόπρεπο ακριβώς στη μέση. Το πεζούλι που το κύκλωνε ήταν κατασκευασμένο από γρανίτη, ενώ το εσωτερικό του ήταν βαμμένο ανοιχτό γαλάζιο και έκανε τα νερά του να φαίνονται ακόμα πιο όμορφα και ελκυστικά, ιδιαίτερα με τη ζέστη του καλοκαιριού. Οι πίδακές του δεν σταματούσαν ποτέ να βγάζουν νερό σχηματίζοντας διαφορετικά σχήματα κάθε τόσο. Πότε ένας μόνος του εκτόξευε το νερό στα ύψη, πότε τέσσερις μαζί σχημάτιζαν ένα τετράγωνο και πότε έξι, σχηματίζοντας μια ευθεία γραμμή προκαλούσαν το μάτι να τους κοιτάζει.
        Αφού χάζεψε για αρκετή ώρα τα περιστέρια, το σιντριβάνι και τον κόσμο που πηγαινοερχότανε, η Βίκυ αποφάσισε να ξανακαβαλικέψει το ποδήλατό της και να συνεχίσει τη βόλτα της.  Έτσι, από την πλατεία Ελευθερίας, έστριψε σε ένα στενό που κατέληγε στην οδό Ερμού. Το εμπορικό κέντρο του Βόλου. Μαγαζιά κάθε είδους, προσέφεραν στους καταναλωτές τα πάντα. Βιβλιοπωλεία, καταστήματα για ρούχα, παπούτσια, αξεσουάρ και καφενεία. Άλλα ήταν μικρές οικογενειακές επιχειρήσεις και άλλα μεγάλες παγκόσμιες αλυσίδες. Θα μπορούσε κανείς να παρομοιάσει αυτό το δρόμο με μία χούφτα γεμάτη χαρτοπόλεμο, όπου κάθε χρωματιστή χάρτινη νιφάδα αντιπροσώπευε και ένα από τα μαγαζιά με το μαγαζάτορα και την πελατεία τους. Όλος ο κόσμος ήξερε όλο τον κόσμο, ενώ οι καλημέρες έδιναν κι έπαιρναν.
        Έτσι όπως έμπαινε στον εμπορικό πεζόδρομο, η Βίκυ αναγκάστηκε να σπρώχνει το ποδήλατο με τα χέρια, εξαιτίας της πολυκοσμίας, ενώ στα σταυροδρόμια το στριμωξίδι αυξανόταν μιας και πολύς κόσμος, είτε μαζευόταν στο ρείθρο για να περάσει απέναντι, είτε καθόταν στην ουρά για να εξυπηρετηθεί από τους πλανόδιους κουλουράδες. Ύστερα από δέκα περίπου λεπτά, η Βίκυ είχε φτάσει πια μπροστά στην εκκλησία του Αγίου Νικόλα, του πολιούχου της πόλης του Βόλου.
         Βιαστικοί περαστικοί, χασομέρηδες διαβάτες, μαμάδες με καροτσάκια και ένα σωρό αδέσποτα σκυλιά, δεν επέτρεπαν στον περίβολο της εκκλησίας να ερημώσει ούτε στιγμή. Στη γωνία, υπήρχε μια μεγάλη καμπάνα, κρεμασμένη από ένα οριζόντιο δοκάρι που τραβούσε την προσοχή των παιδιών και που τα Χριστούγεννα φιλοξενούσε την εντυπωσιακότερη φάτνη της πόλης. Ακριβώς μπροστά από την καμπάνα και έξω από το πεζούλι του περιβόλου της εκκλησίας, ήταν τοποθετημένο από το δήμο ένα μεγάλο ξύλινο βαγόνι από παλιό τρένο, που χρησίμευε ως τόπος συνάντησης των προσκόπων του δήμου Βόλου.
        Χωρίς να χάσει πολύ χρόνο στην εκκλησία του Αγίου Νικολάου που, έτσι κι αλλιώς, την έβλεπε κάθε μέρα, η Βίκυ συνέχισε να σπρώχνει το ποδήλατό της, αντίθετα στο ρεύμα του κόσμου, με κατεύθυνση την παραλία. Έστριψε σε έναν από τους πολλούς μικρούς σκοτεινούς δρόμους που διασταυρώνονταν με εκείνο το κομμάτι της οδού Ερμού και ξανακαβάλησε τη σκληρή μαύρη σέλα. Μετά από ελάχιστες πεταλιές, είχε βρεθεί στο φανάρι της οδού Δημητριάδος, ενώ απέναντι φαινόταν ο ήλιος που στραφτάλιζε στα νερά της θάλασσας. Μόλις διέσχισε το δρόμο, βρέθηκε δίπλα σε ένα από τα πιο φημισμένα κτήρια του Βόλου. Το Αχίλλειον.
        Επρόκειτο για το δημοτικό κινηματογράφο του δήμου Βόλου, που βρισκόταν πάνω στην παραλία, στα πενήντα μέτρα περίπου από τη θάλασσα. Αλλά το κτίριο αυτό είχε γίνει διάσημο για άλλο λόγο.  Καθώς ήταν ένα από τα πολύ λίγα νεοκλασικά της πόλης που είχαν σωθεί, είχε κριθεί διατηρητέο και είχε επιζήσει από την κατεδαφιστική μανία των ιδιοκτητών ακινήτων που γκρέμιζαν τα μικρά γραφικά σπιτάκια για να φτιάξουν πολυώροφες πολυκατοικίες. Έτσι, το Αχίλλειον βρισκόταν στριμωγμένο ανάμεσα σε δύο πανύψηλα τσιμεντένια «κουτιά» τα οποία περιείχαν και τα ακριβότερα διαμερίσματα της πόλης, καθώς βρισκόντουσαν ακριβώς πάνω στη θάλασσα, χωρίς τίποτα να του κόβει τη θέα προς αυτήν.
        Η πρόσοψη του Αχιλλείου, ήταν βαμμένη με ένα χρώμα ανάμεσα στο πορτοκαλί και το σομόν, ενώ οι γύψινες διακοσμήσεις στου τοίχους και τα παράθυρα ήταν άσπρες. Μόλις ανέβαινε κανείς τα λίγα μαρμάρινα σκαλιά της εισόδου, βρισκόταν κάτω από τρεις ψηλές καμάρες, ενώ μπροστά του ορθώνονταν μια τεράστια τζαμαρία. Το σχήμα του κτιρίου, ήταν αρκετά παράξενο. Στη μέση, η οροφή του τελείωνε με μία ευθεία γραμμή, όπως όλες οι κοινές ταράτσες, όπου ήταν γραμμένο με αρχαιοελληνική γραμματοσειρά το όνομά του. Στις δύο άκρες του όμως, η οροφή έκανε ένα ημικύκλιο σχηματίζοντας κάτι σαν δύο τετράγωνους πύργους με καμπυλωτό τελείωμα στα πλάγια του κτηρίου, διακοσμημένους με γύψινα ανάγλυφα σχέδια.
        Μετά το σινεμά «Αχίλλειον», και λίγο πιο κάτω, βρισκόταν το Πανεπιστήμιο, το δεύτερο πιο αξιόλογο κτίσμα της παραλίας του Βόλου. Ήταν χτισμένο ακριβώς πάνω στη γωνία που έκανε η άσφαλτος, χωρίζοντας έτσι κατά κάποιον τρόπο τον περίπατο της μαρίνας, όπου βρίσκονταν αραγμένα τα κότερα και τα σκάφη,  από τον περίπατο της παραλίας. Το κτίριο που στεγαζόταν τώρα το πανεπιστήμιο της Θεσσαλίας, παλιότερα ήταν εργοστάσιο παρασκευής καπνού που στη συνέχεια πτώχευσε και το κτίσμα πέρασε στην ιδιοκτησία του δήμου, ο οποίος το διαμόρφωσε κατάλληλα, το ανακαίνισε και το παρέδωσε πίσω στην πόλη, ως το κεντρικό κτήριο του Πανεπιστημίου.
        Αρχιτεκτονικά, ήταν σαν μια συνηθισμένη πολυκατοικία, με μοναδική ιδιαιτερότητα ένα πύργο που βρισκόταν στη θέση της δεξιάς του γωνίας, ο οποίος κατέληγε σε μία μετάλλινη κωνική σκεπή, που ανακλούσε τον ήλιο όποτε αυτός χτυπούσε επάνω της. Το πολύ ξεχωριστό χαρακτηριστικό του Πανεπιστημίου, ήταν η εξωτερική του διακόσμηση. Το χρώμα των τοίχων του ήταν ένα σκούρο μπεζ, που είχε ξεφτίσει από τον αέρα τη θάλασσα και τον ήλιο και, τόπους-τόπους είχε φύγει τελείως, αφήνοντας να φανεί από κάτω το προηγούμενο χρώμα που το είχαν βάψει.
        Αυτό το καθημερινό και συνηθισμένο έσπαγε χάρη στην εξής έξυπνη ιδέα του αρχιτέκτονα. Από την μετάλλινη σκεπή του στρογγυλεμένου πύργου, ξεκινούσε μία πλατιά λωρίδα που κατέβαινε μέχρι τη βάση του κτιρίου. Ήταν βαμμένη με απαλό άσπρο χρώμα και παρέπεμπε σε μία ηλιακή ακτίνα καθώς, αν κανείς κοιτούσε καλύτερα, θα παρατηρούσε πως από όπου περνούσε αυτή η άσπρη λωρίδα, ο τοίχος ήταν διακοσμημένος με γύψινα ανάγλυφα σχέδια, νεοκλασικής νοοτροπίας που δεν υπήρχαν πουθενά αλλού σε όλον τον υπόλοιπο τοίχο.
        Κοιτώντας το Πανεπιστήμιο, η Βίκυ θυμήθηκε ότι όταν ήταν ακόμη στο δημοτικό, κάθε φορά που έβγαινε βόλτα στην παραλία με τους γονείς της, κοίταζε το μεγάλο γωνιακό κτίριο απ’ όπου μπαινόβγαιναν οι φοιτητές και φανταζόταν τον εαυτό της ανάμεσά τους. Πάντα της άρεσε η ιδέα του να κάνει μάθημα δίπλα στη θάλασσα. Αυτό της το όνειρο ήταν κι ένα παραπάνω λόγος που την έσπρωξε, αργότερα, να δηλώσει στο μηχανογραφικό της πρώτα τη Φιλοσοφική σχολή της Θεσσαλονίκης και μετά της Αθήνας, όταν αποφάσισε να σπουδάσει αρχαιολογία.
        Κάνοντας αυτές τις σκέψεις είχε σταματήσει να προσέχει τι γινόταν γύρω της. Όταν το συνειδητοποίησε όμως ήταν αργά. Η κολώνα της ΔΕΗ ερχόταν καταπάνω της με ταχύτητα και δεν μπορούσε να στρίψει το τιμόνι για να την αποφύγει, γιατί είχε φτάσει ήδη πολύ κοντά. Δευτερόλεπτα πριν από την σύγκρουση άνοιξε τα μάτια της και κοίταξε γύρω. Οι διακεκομμένες γραμμές της διαγράμμισης της Εθνικής Οδού περνούσαν δίπλα της με νανουριστικό ρυθμό, ενώ από τα αυτοκίνητα που προσπερνούσαν το ΚΤΕΛ Βόλου-Θεσσαλονίκης ακουγόταν ο χαρακτηριστικός θόρυβος που κάνουν όταν σκίζουν τον αέρα.
        Μετά από αυτήν την αποχαιρετιστήρια βόλτα στην πόλη όπου πέρασε τα πρώτα της χρόνια, το Βόλο, ακόμα κι αν έγινε όσο κοιμόταν, μέσα στο όνειρό της, η Βίκυ ένιωσε έτοιμη να ανοίξει επιτέλους τα φτερά της εγκαταλείποντας τη φωλιά του σπιτιού, της γειτονιάς και της πόλης όπου μεγάλωσε. Η Θεσσαλονίκη, η δεύτερη μεγαλύτερη πόλη της Ελλάδας, και το πανεπιστήμιό της περίμεναν αποκλειστικά εκείνη! Ήταν έτοιμη να κάνει αισθητή την παρουσία της σ’ αυτήν την άγνωστη πόλη που, όμως, ήταν σίγουρη πως σε λίγο καιρό θα την έκανε δική της.   

3 σχόλια:

  1. ΠΡΟΣΟΧΗ!!!!!!!!!
    Ολα τα ονόματα έχουν αλλαχτει για να προστατευτούν τα προσωπικά δεδομένα των "ηρώων" της ιστορίας. Οποίος τυχαίνει να είναι ξένιιτεμενος ή και όχι βολιωτης και αναγνωρίζει σε ποιους αναφέρεται η ιστορία, ας επικοινωνήσει μαζί μου στο mikroisuggrafeis@gmail.com τα σχόλια που αναφέρονται σε υπαρκτά πρόσωπα δεν θα δημοσιευτούν

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  2. Μου άρεσε το άρθρο. με αφήνετε
    να το κάνω ένα like στο twitter μου και να βάλω το λινκ σας?

    Ευχαριστώ.
    Κατερίνα

    Feel free to visit my webpage - Οδοντίατρος Βόλος

    ΑπάντησηΔιαγραφή