Τετάρτη, 18 Δεκεμβρίου 2013

Ελευθερία ειναι...

Ελευθερία είναι…

Ελευθερία είναι κάτι πάρα πολύ μικρό και συνάμα κάτι πάρα πολύ μεγάλο.

Ελευθερία είναι να μπορείς να σκέφτεσαι και να το εκφράζεις, με τα λόγια και με τις πράξεις σου, χωρίς φόβο. Χωρίς έγνοια.

Ελευθερία είναι να αγαπάς και να μισείς, να συμφωνείς και να διαφωνείς, να κρίνεις και να δέχεσαι την κριτική του άλλου, τη δικιά του ελευθερία.

Ελευθερία είναι μια ξέγνοιαστη μέρα με φίλους.

Ελευθερία είναι ένα μπάνιο στη θάλασσα.

Ελευθερία είναι μια βόλτα με το άλογο.

Ελευθερία είναι να μπορείς να διαλέξεις τι θα κρατήσεις και τι θα πετάξεις. Τι θα ακούσεις και τι θα δεις. Κι ακόμη, τι θα φας και τι θα πιεις, με ποιον θα μιλήσεις, τι θα διαβάσεις, τι θα κάνεις και τι όχι. Ελευθερία είναι το δικαίωμα  στην επιλογή.

Ελευθερία είναι να μη σε χειραγωγούν.

Ελευθερία είναι να ακολουθείς την καρδιά σου.

Ελευθερία είναι ο αυθορμητισμός.

Ελευθερία είναι ο σεβασμός για την ελευθερία κάποιου άλλου.

Ελευθερία είναι αυτή η πολυπόθητη γυναίκα για την οποία πολλοί πολεμήσανε, πολλοί σκοτωθήκανε, πολλοί την επικαλεστήκανε, πολλοί νομίζουν ότι την αποκτήσανε κι ελάχιστοι τη γνώρισαν από κοντά.

Ελευθερία είναι η προσωπική ευτυχία του καθενός.

Ελευθερία είναι η αποδέσμευση από τις προφάσεις.

Ελευθερία είναι τα βασικό εκείνο δικαίωμα του ανθρώπου με τα πολλά πρόσωπα και εκφάνσεις, που όλοι νομίζουν ότι το έχουν και χωρίς να το καταλάβουν το έχουν χάσει.

Ελευθερία είναι κάθε καθημερινή και κάθε μεγάλη πράξη.

Ελευθερία είναι η πορεία προς το όνειρο...

Τετάρτη, 20 Νοεμβρίου 2013

Βουτιά προς την επιτυχία Κεφάλαιο 7

  • Αφού ξύπνησα τον Κώστα αρχίσαμε να τρέχουμε για να προλάβουμε να φτάσουμε στην πισίνα στην ώρα μας και είκοσι λεπτά μετά το τηλεφώνημα του προπονητή είχαμε ξεκινήσει το ζέσταμα. Εκείνη τη μέρα δουλέψαμε πάρα πολύ στους βατήρες, που έφτασα στο σημείο να ιδρώσω – να ιδρώσω στην πισίνα! – και να κουραστώ τόσο που να ανυπομονώ να γυρίσω στο σπίτι για να ξαπλώσω και να φάω, μιας και δεν είχαμε προλάβει να βάλουμε τίποτα στο στόμα μας. Τελειώνοντας – επιτέλους! – την προπόνηση έκανα ένα γρήγορο ντους και βγήκα στο δρόμο την ίδια ακριβώς ώρα με τον Κώστα.
  • -          Επ! Πού πας εσύ; μου φώναξε ενώ έβγαινε στο πεζοδρόμιο. Τον περίμενα να με φτάσει και τον κάλεσα να έρθει για φαγητό στο σπίτι μου.
  • -          Φαγητό! Να μια ωραία λέξη, μου είπε χαμογελώντας.
  • -          Από πότε έχουμε να φάμε; τον ρώτησα εγώ.
  • Με κοίταξε σκεφτικός κι έβαλα τα γέλια. Έτσι γελώντας φτάσαμε στην πόρτα του σπιτιού μου και μπήκαμε μέσα. Δεν ήταν κανείς, η μητέρα μου αργούσε να γυρίσει και ο πατέρας μου πρέπει τώρα να βρισκόταν στα στενά του Γιβραλτάρ με κατεύθυνση το Μπουένος Άιρες.
  •         Έφτιαξα στα γρήγορα μια μακαρονάδα και βάλαμε να φάμε.
  • -          Πότε γυρίζει η Φανή; τον ρώτησα όσο τρώγαμε.
  • -          Θα μείνει μερικές μέρες στους γονείς της και μετά θα περάσει από εδώ φεύγοντας για Πάτρα, γιατί ρωτάς;
  • -          Έτσι... από περιέργεια, αναρωτιόμουνα τι να έκανε τόσους μήνες μόνος του. Σε πειράζει να πάω να δω τον Άρη αύριο;
  • -          Γιατί να με πειράζει;
  • -          Λέω... μπορεί να θέλεις παρέα.
  • Χαμογέλασε και μουρμούρισε κάτι που ούτε άκουσα ούτε κατάλαβα. Συνεχίσαμε να τρώμε με ησυχία, μέχρι που η κατσαρόλα άδειασε. Στη συνέχεια τον έστειλα στο σαλόνι όσο να μαζέψω το τραπέζι και να πλύνω τα πιάτα και μόλις τελείωσα πήγα και κάθισα δίπλα του.
  •         Καθώς έψαχνα τις εφημερίδες που υπήρχαν στο τραπέζι, μήπως και υπήρχε τίποτα ενδιαφέρον, ένιωθα το βλέμμα του απάνω μου. Γύρισα και τον είδα που με κοιτούσε διστακτικά.
  • -          Πες το.
  • -          Τι πράγμα;
  • -          Κάτι σκέφτεσαι. Κάτι θέλεις να μου πεις. Πες το.
  • Τον είχα μάθει υπερβολικά καλά για να πέσω έξω.
  • -          Ξέρεις, μου είπε, σχετικά με χθες το βράδυ...
  • -          Κι εγώ είχα εφιάλτες, τον έκοψα. Για πολλούς μήνες, το ίδιο όνειρο κάθε βράδυ.
  • -          Τι έβλεπες; με ρώτησε περίεργα.
  • -          Θυμάσαι εκείνη τη φορά, όταν πρωτογνώρισα το Μιχάλη; Που κόντεψα να πνιγώ στην πισίνα;
  • Έγνεψε καταφατικά.
  • -          Αυτό έβλεπα. Ότι πνιγόμουν. Ήθελα να αναπνεύσω και το σώμα μου γέμιζε νερό αντί για αέρα. Κλοτσούσα για να βγω στην επιφάνεια, αλλά μετά από λίγο το νερό μαύριζε και πάγωνε και τότε πνιγόμουνα και πέθαινα.
  • -          Και τι έκανες; Με ρώτησε με περιέργεια. Το βλέπεις ακόμα;
  • -          Όχι πια, ευτυχώς. Καταρχάς δεν ξαναπήγα στην πισίνα, αλλά παρόλα αυτά, φοβόμουνα να κοιμηθώ. Έπεφτα στο κρεβάτι τρέμοντας και κάθε φορά που ο εφιάλτης ερχόταν, νόμιζα ότι θα πέθαινα στ’ αλήθεια. Μετά από πολύ καιρό, πάνω από μήνα, κάθε φορά που ξυπνούσα έλεγα στον εαυτό μου ότι ήταν όνειρο. Μόνο ένα ψεύτικο όνειρο. Άναβα το φως και ξανακοιμόμουνα. Σταδιακά πέρασε τελείως και δεν το έβλεπα καθόλου. Άφησα να περάσει λίγος καιρός, και ξαναήρθα στην πισίνα.
  • -          Πόσο καιρό το είχες αυτό το πράγμα;
  • -          Μήνες. Με τις εξετάσεις που είχα τότε κι όλα αυτά άρχισε να περνάει, αλλά υπάρχουν φορές που ακόμα φοβάμαι να κοιμηθώ. Σπάνια, αλλά υπάρχουν.
  • Με κοίταξε, χωρίς να πει τίποτα.
  • -          Λέει τίποτα; Με ρώτησε σε λιγάκι, δείχνοντάς μου την εφημερίδα.
  •         Του την έδωσα, μάζεψα τα πόδια μου στον καναπέ και πήρα το τηλέφωνο από το τραπέζι.
  • -          Έλα! η φωνή του Άρη, έστω κι από το ακουστικό, πάντα με έκανε χαρούμενη.
  • -          Τι κάνεις;
  • -          Καλά είμαι. Ψάχνω σπίτι. Εσύ;
  • -          Μια χαρά. Κάνω προπόνηση. Πού το ψάχνεις το σπίτι;
  • -          Στο Κολωνάκι. –« Κολωνάκι! Εκεί τα ενοίκια είναι πανάκριβα...» - Ο φίλος σου;
  • -          Καλούτσικα. Να σου πω, πότε θα έχεις χρόνο να βρεθούμε;
  • -          Αύριο το πρωί θα είμαι ελεύθερος. Να περάσω από το ΟΑΚΑ να σε δω και μετά να πάμε κάπου να φάμε;
  • -          Είσαι καταπληκτικός! Ναι! Ναι, να έρθεις! Από την άλλη της γραμμής τον άκουσα που γελούσε.
  • -          Αύριο λοιπόν, μου είπε. Θα περιμένω να με εντυπωσιάσεις. Πρέπει να κλείσω, εντάξει; Θα σε πάρω το βράδυ. Φιλάκια.
  • -          Κάτι ξέχασες, του είπα ψευτοπαραπονεμένη.
  • -          Δεν μπορώ τώρα, ψιθύρισε ένοχα, το βράδυ που θα σε πάρω τηλέφωνο. Γέλασε και το έκλεισε.
  •         Ακούμπησα το ακουστικό στο τραπέζι και γύρισα προς τον Κώστα που διάβαζε ένα άρθρο για τα οικονομικά.
  • -          Αύριο θα έρθει στην πισίνα!
  • -          Μμμ... Ποιος; Φαινόταν απορροφημένος από αυτό που έλεγε το άρθρο του
  • -          Μα, ο Άρης! Έρχεται αύριο!
  • -          Μμμ... μου ξαναείπε.
  • -          Μούξινος, του απάντησα και σηκώθηκα να προλάβω να ξεθάψω από την τσάντα μου το κινητό που χτυπούσε. Ήταν η μητέρα μου, θα έλειπε το βράδυ, έπρεπε να πάει λέει σ’ ένα νοσοκομείο όπου ήταν ο άντρας μιας φίλης της. Δεν ήθελε να μείνω στο σπίτι με όλα αυτά που γινόντουσαν τώρα τελευταία τελείως μόνη μου. Γκρίνιαξα, της είπα ότι σε λίγο θα έκλεινα τα δεκαεννιά και ότι θα μπορούσα κάλλιστα να μένω μόνη μου, αλλά ανησυχούσε, την προηγουμένη έκλεψαν λέει δύο γείτονες. Γκρίνιαξα λίγο ακόμα και της είπα ότι θα πήγαινα στης φίλης μου της Κατερίνας. Με τον Κώστα χωρίσαμε το απογευματάκι. Εκείνος θα πήγαινε στο φάστ-φούντ κι εγώ στης φίλης μου. Ανυπομονούσα να περάσει η νύχτα. Αύριο θα έβλεπα τον Άρη. Αύριο θα εντυπωσίαζα τον Άρη. Αύριο ο Άρης θα ερχόταν να με δει. Αύριο...
  • -          Μπάστα! Μου είχε πει η Κατερίνα. Ό, τι είναι να γίνει θα γίνει, μην το γρουσουζεύεις. Πες μου κι άλλα γι αυτόν!
  •         Το βράδυ μετατράπηκε σε ένα ιδιωτικό πυτζάμα πάρτι για δύο, με αποτέλεσμα το πρωί να μην ακούσω καθόλου το ξυπνητήρι που στις εννιά άρχισε να χτυπάει σαν δαιμονισμένο. Τελικά με ξύπνησε η Κατερίνα κι αφού φάγαμε μαζί πρωινό με πήγε μέχρι το ολυμπιακό κολυμβητήριο, δέκα λεπτά δρόμος από το σπίτι της. Της είπα να πάει στις κερκίδες να περιμένει, αλλά είχε κι αυτή να κάνει διάφορα. Χωρίσαμε – αφού βέβαια της υποσχέθηκα ότι θα την έπαιρνα τηλέφωνο για αναλυτική ενημέρωση – και μπήκα στα αποδυτήρια βιαστικά. Σε χρόνο ρεκόρ είχα ετοιμαστεί και αποφάσισα να κολυμπήσω λίγο στην μεγάλη πισίνα. Είχα να σκοτώσω πάνω από μισή ώρα μέχρι να έρθει ο Άρης.
  •         Πρέπει να κοίταξα το ρολόι μου πάνω από είκοσι φορές στο διάστημα έντεκα παρά δέκα με έντεκα ακριβώς. Όταν επιτέλους ήρθε η ώρα, άρχισα να κάνω το κλασσικό ζέσταμα πριν από τις βουτιές με τα μάτια καρφωμένα στις κερκίδες και τότε τον είδα να μπαίνει από την πόρτα των θεατών. Φυσικά, παράτησα τα πάντα και έπεσα κυριολεκτικά απάνω του. Μείναμε έτσι αγκαλιασμένοι για αρκετή ώρα. Είχα να τον δω σχεδόν μία εβδομάδα και μου είχε λείψει πάρα πολύ. Του το είπα.
  • -          Και μένα μου έλειψες. Δύο μέρες στο νησί δεν ήξερα τι να κάνω. Τριγυρνούσα στην παραλία και στο ξενοδοχείο σαν κατάδικος. Ο πατέρας μου είπε ότι έμοιαζα με ζόμπι καταδικασμένο να ζει μόνο τη μέρα.
  • Έβαλα τα γέλια. – Ζόμπι καταδικασμένο να ζει μόνο τη μέρα! Δε μπορούσα να το φανταστώ, αλλά ταυτόχρονα μου φαινόταν τόσο αστείο. – Κάθισα δίπλα του και του είπα με δύο λόγια τι είχε γίνει αυτές τις μέρες.
  • -          Εσύ είσαι καλά; Με ρώτησε μόλις τελείωσα.
  • -          Τώρα είμαι καλύτερα, του απάντησα χαμογελώντας.
  •         Με κοίταξε καλά στα μάτια για πολλή ώρα και ένιωσα να χάνομαι μέσα στο καφέ των ματιών του.  Κι ακριβώς τη στιγμή που βυθιζόμουνα μέσα στο φουντουκί αυτό χρώμα και δεν υπήρχε τίποτα άλλο γύρω μου, έσκυψε και με φίλησε. Αργά, παρατεταμένα και γλυκά, μέχρι που ακούσαμε ένα διακριτικό βήξιμο από κάπου πιο μακριά. Γυρίσαμε και οι δύο ταυτόχρονα για να δούμε τον Κώστα και τον προπονητή να μας κοιτάνε.
  • -          Να, εμ, να σας συστήσω τον Άρη, τους είπα λίγο ντροπιασμένη. Δεν ήταν ακριβώς αυτό που φανταζόμουνα το προηγούμενο βράδυ για τη γνωριμία των τριών πιο σημαντικών αντρών της ζωής μου. Τα βλέμματα και των δύο πάντως ήταν μάλλον επιδοκιμαστικά καθώς μας κοιτούσαν. Χάρηκα που έβλεπα ότι στα «αγόρια μου» άρεσε ο Άρης, όχι ότι αν δεν τους άρεσε θα με ένοιαζε ιδιαίτερα, αλλά ένιωθα – πώς να το πω; – κάπως πιο ελεύθερη.
  •         Δεν είχα καμία απολύτως όρεξη να κουνηθώ από τη θέση μου, αλλά ένα βλέμμα του Μιχάλη Αντωνίου που έλεγε «δουλειά πρώτα, διασκέδαση μετά» ήταν αρκετό για να μου δώσει ένα κίνητρο να σηκωθώ.
  • -          Εντυπωσίασέ με λοιπόν! Μου είπε ο Άρης χαμογελώντας, και σχεδόν έτρεξα – χωρίς να πέσω! – προς την πισίνα.
  • Αφού έκανα πολλές ασκήσεις και τις συνηθισμένες μου πρώτες βουτιές στους χαμηλούς βατήρες, ανέβηκα στα δέκα μέτρα για να εξασκηθώ στο πρόγραμμά μου, κάτι που σήμαινε ότι μόλις τελείωνε και ο Κώστας μάλλον θα ήμασταν ελεύθεροι... Είχα κάτι λιγότερο από οχτώ μήνες για να γίνω τέλεια, αλλά πίστευα ότι θα τα κατάφερνα. Ξεκίνησα με την πρώτη και κλασσική κατάδυση. Χωρίς φόρα, από μπροστά με δυόμιση περιστροφές και κατακόρυφη είσοδο στο νερό. Πήρα θέση στην άκρη του βατήρα και σήκωσα τα δυο μου χέρια. Λύγισα τα πόδια, σφίγγοντας το κορμί μου και τινάχτηκα στον αέρα. Συσπειρώθηκα και ξεκίνησα να γυρίζω. Περίμενα να κάνω τις δύο τούμπες και μόλις ξαναβρέθηκα με το κεφάλι κάτω ευθυγραμμίστηκα όσο πιο καλά μπορούσα και τέντωσα τα χέρια μου, δευτερόλεπτα μόλις, πριν οι παλάμες μου συναντήσουν το νερό. Το σώμα μου μπήκε με ταχύτητα μέσα, οι γάμπες μου χτυπήσανε την επιφάνεια, έσκισα το νερό με ταχύτητα και βγήκα να πάρω ανάσα και να βγω από την πισίνα.
  • -          Όχι πολύ καλή προσπάθεια... Μου είπε ο προπονητής μόλις έβγαλα το κεφάλι μου από το νερό. Άργησες να γυρίσεις και αν καθυστερούσες ένα ή δύο δευτερόλεπτα ακόμα, πιθανόν να έμπαινες στο νερό με την πλάτη.
  • Έκανα μια γκριμάτσα. Ήξερα τι σήμαινε να χτυπήσεις την επιφάνεια με τόση ορμή με την πλάτη. Αν δεν έμενες ξερός στον τόπο, είχες μεγάλες πιθανότητες να μείνεις ανάπηρος, αν όχι παράλυτος.
  • -          Θα ξαναδοκιμάσω. Του είπα αποφασιστικά και ανέβηκα τρέχοντας σχεδόν τα σκαλιά του βατήρα – αυτό κι αν ήταν άσκηση για τα πόδια – παίρνοντας γρήγορα τη θέση μου.
  •         Επανέλαβα μηχανικά τις προκαταρκτικές κινήσεις, χέρια ψηλά, πόδια λυγισμένα και τα λοιπά. Συγκεντρώθηκα όσο πιο πολύ μπορούσα και πήδηξα στον αέρα. Μόλις ένιωσα ότι τα δάχτυλά μου έχασαν την επαφή με το έδαφος, μάζεψα τα γόνατα στο στήθος μου και το, γνωστό – και καθόλου τρομακτικό πια – στροβίλισμα ξεκίνησε. Δύο περιστροφές, ξεκινάω την τρίτη. Το κεφάλι μου φτάνει στο κατώτατο σημείο, τεντώνω το κορμί και τα πόδια μου. Τελευταία έρχονται τα χέρια πάνω από το κεφάλι μου που τεντώνουν κι αυτά, με τις παλάμες ενωμένες. Μένω λίγο σε αυτήν τη στάση και μετά μπαίνω πάλι με φόρα στο νερό, οι γάμπες μου χτυπάνε και τσούζουν, διασχίζω την πισίνα και βγαίνω έξω.
  • -          Σχεδόν άψογο! Μου είπε ικανοποιημένος ο Μιχάλης Αντωνίου. Αν μπορούσες μόνο να βελτιώσεις αυτήν την καταραμένη την είσοδο...
  • -          Μην είσαι πλεονέκτης! του είπα χαμογελώντας. Είχα κάνει μια πραγματικά καλή βουτιά και ήμουνα ευχαριστημένη από τον εαυτό μου.
  • -          Τι θα κάνω με σένα και τον φίλο σου; Ρώτησε γελώντας.
  • -          Εγώ σε τι φταίω αν αυτή δεν μπορεί να μπει καλά στο νερό; Πετάχτηκε ο Κώστας.
  • -          Αν μου το μάθεις, του είπα προκλητικά, θα σου δώσω δέκα ευρώ, στο υπόσχομαι.
  • -          Προσφορά δεκτή! Είπε αυτός, σκάζοντας στα γέλια.
  • Καθώς περνούσα δίπλα του τον έσπρωξα λιγάκι – τελείως επίτηδες – και τον έστειλα στα φιλόξενα βάθη του καταδυτηρίου.
  • -          Δέκα ευρώ κι ένα σπρώξιμο, είπε μόλις έβγαλε έξω το κεφάλι του.
  • -          Έγινε!
  • Το στοίχημα είχε μπει και από τότε ο Κώστας ξεκίνησε πραγματικά φιλότιμες προσπάθειες για να με μάθει να μπαίνω στο νερό χωρίς να χτυπάνε τα πόδια μου. Οι μέθοδοί του μπορεί να μην ήταν όσο εμπνευσμένες ήταν αυτές του Μιχάλη Αντωνίου, αλλά πέσανε κι αυτές στο κενό. Δύο μήνες και κάτι αργότερα δήλωσε επίσημα ότι είμαι ανεπίδεκτη μαθήσεως και παράτησε την προσπάθεια.
  •         Βγαίνοντας από την προπόνηση εκείνη τη μέρα ένιωθα αυτή την ευχάριστη κούραση που σου δίνει το νερό. Μετά την πισίνα, ο Άρης με έβγαλε για φαγητό όπως είχαμε κανονίσει και περάσαμε το απόγευμά μας σε διάφορα μαγαζιά με έπιπλα, προκειμένου να διαλέξει αυτά που ήθελε για το σπίτι που είχε νοικιάσει. Καταλήξαμε σε ένα από τα καφενεία του κέντρου, όπου καθίσαμε αγκαλιά στους αναπαυτικούς καναπέδες για πολύ ώρα. Η σχολή του ξεκινούσε σε τρεις μέρες και ήθελε μέχρι τότε να έχει βρει ό, τι χρειαζόταν για την εγκατάστασή του στο διαμέρισμα. Με γύρισε στο σπίτι κάποια στιγμή αργά το απόγευμα, με το αυτοκίνητό του – είχε βγάλει δίπλωμα μέσα σ’ ένα μήνα – και μου υποσχέθηκε ότι θα μου τηλεφωνούσε το επόμενο πρωί.
  •         Καθώς έμπαινα στο σπίτι αισθανόμουν σαν να πατούσα σε ζαχαρένια σύννεφα και όχι στο μωσαϊκό του σαλονιού. Σαν υπνωτισμένη, προσπέρασα τη μητέρα μου, που κάτι πρέπει να μου είπε, και πήγα κατευθείαν στο δωμάτιό μου. Τακτοποίησα μηχανικά κάποια πράγματα που ήταν πεταμένα εδώ κι εκεί και τηλεφώνησα στην Κατερίνα, τη φίλη μου, για ενημέρωση του τι είχε γίνει. Το βράδυ με πήρε ο ύπνος νωρίς στον καναπέ. Σαν σε όνειρο, ένιωσα λίγα λεπτά αφότου είχα κλείσει τα μάτια μου τη μητέρα μου να με ξυπνάει. Ήταν εννιά και μισή το πρωί και στις έντεκα είχα προπόνηση. Σηκώθηκα ανόρεχτα, λέγοντας κάτι για τις προπονήσεις σαββατιάτικα. Θα προτιμούσα να περάσω τη μέρα μου στο κρεβάτι. Όσο έπαιρνα πρωινό μου τηλεφώνησε και ο Άρης. Την Κυριακή θα μου έκανε το τραπέζι στο καινούριο του σπίτι. Αισθανόμουν τόσο κουρασμένη που σχεδόν του το έκλεισα στα μούτρα, ενώ έβαζα ένα δεύτερο φλιτζάνι δυνατό καφέ.
  •         Στις έντεκα, και κάπως πιο ξύπνια, παρουσιάστηκα στην πισίνα. Όπως βουτούσα από τους χαμηλούς βατήρες, ένιωθα το σώμα μου βαρύ και δυσκίνητο, τα πόδια μου σαν ξύλινα. Καμία βουτιά μου δεν ήταν καλή. Παρά το κρύο νερό του ντους και της πισίνας, ένιωθα ακόμα τα βλέφαρά μου βαριά και δεν μου άρεσε καθόλου. Παρόλα αυτά, φαινόταν πως οι άλλοι δύο δεν το είχαν αντιληφθεί κι έτσι κάποια στιγμή ο Μιχάλης Αντωνίου με έστειλε στον ψηλό βατήρα. Μου είπε να αρχίσω με τη δύσκολη βουτιά, γιατί ήθελε να μου διορθώσει μια λεπτομέρεια. Ανέβηκα την ατελείωτη σκάλα και πλησίασα την άκρη του βατήρα. Θα εκτελούσα μια βουτιά από πίσω, με δύο οριζόντιες και μιάμιση κανονική περιστροφή και κατακόρυφη είσοδο.
  •         Πήρα θέση με την πλάτη στραμμένη στην πισίνα και τα πόδια μου σηκωμένα στις μύτες και χιλιοστά από το κενό. Σήκωσα τα χέρια και λύγισα τα πόδια μου για να πάρω φόρα. Τινάχτηκα στον αέρα κι άφησα το σώμα μου να οριζοντιωθεί στο κενό. Έριξα το βάρος μου στη μια μεριά και γύρισα δύο φορές. Στη συνέχεια γύρισα σε κατακόρυφη στάση, και ήμουν έτοιμη να συσπειρωθώ και να ξεκινήσω να γυρίζω όταν άκουσα τη φωνή του Μιχάλη Αντωνίου.
  • -          Μαρία, ξέχνα την τούμπα, πέσε με τα πόδια!
  • Τελείως μηχανικά τέντωσα το κορμί μου και μπήκα στο νερό με τα πόδια.
  • -          Τι σ’ έπιασε σήμερα και άργησες τόσο να εκτελέσεις τις περιστροφές; με ρώτησε ο προπονητής όταν βγήκα από την πισίνα.
  • -          Δεν το’ χω σήμερα Μιχάλη. Πραγματικά δεν το’ χω. Το μόνο που θέλω είναι να πάω στο σπίτι και να κάτσω στον καναπέ για την υπόλοιπη μέρα με τα πόδια ψηλά.
  • -          Και δε μου λες, μου είπε προκλητικά, αν ήταν σήμερα οι αγώνες τι θα έκανες;
  • -          Μία κακή βουτιά, του απάντησα αδιάφορα.
  • -          Δεν είναι αυτό απάντηση. Τώρα είχε θυμώσει πραγματικά. Δε θα φύγεις από εδώ αν δεν κάνεις μία ικανοποιητική βουτιά που να σου δώσει τους βαθμούς που αξίζεις.
  • Τον κοιτούσα έκπληκτη, αλλά δεν με συνέφερε καθόλου να του αντιμιλήσω εκείνη τη στιγμή. Φαινόταν πραγματικά θυμωμένος – με μένα; με την αδιαφορία μου; – όταν μου έδειχνε το δρόμο για το βατήρα. Εκείνη τη μέρα έφυγα από την πισίνα μιάμιση ώρα μετά τον Κώστα, μην έχοντας κάνει ούτε μία καλή βουτιά και έχοντας φέρει τον πάντα καλόβολο και υπομονετικό Μιχάλη Αντωνίου στα όριά του.  


Σάββατο, 16 Νοεμβρίου 2013

17 Νοεμβρίου 2013



Το χρονικό της 7ετίας σ' ένα πολύ ενδιαφέρον μικρού μήκους ντοκιμαντέρ.
Τι κάνουμε σήμερα, στις διαφορετικές συνθήκες που ζούμε; Ιδού η απορία....

Ψωμί, Παιδεία, Ελευθερία, η Χούντα όμως τελείωσε και όχι το '73, αλλά το '74.
Τα αιτήματα των φοιτητών του Πολυτεχνείου ακόμα επίκαιρα και επιτακτικά.
Ψωμί: Η ανεργία στους νέους ξεπερνά το 60%. Μπουχτίσαμε στο παντεσπάνι.
Παιδεία: Τα πανεπιστήμια παραμένουν κλειστά γιατί το προσωπικό τους απολύθηκε. Τα σχολεία δεν έχουν καθηγητές, γιατί ήταν υπεράριθμοι και απολυθήκανε.
Ελευθερία: Αυτήν τυπικά ακόμα την έχουμε, πενθούμε όμως την ελεύθερη ενημέρωση που... πλεόναζε και απολύθηκε επίσης.

Η Χούντα τελείωσε και πάει. Εμείς τι κάνουμε;;;

Πέμπτη, 7 Νοεμβρίου 2013

Γιατι δεν είναι η ΕΡΤ αλλα η δημοκρατία μας!

Είναι το τέταρτο κατα σειρά μαύρο. Κι όμως, ακόμα εκπέμπουν. Είναι το δεύτερο κατα σειρά κλείσιμο. Κι όμως, είναι ακόμα εκεί. Και ειμαι κι εγω, γιατι σημερα ένιωσα οτι έχασα έναν δικό μου άνθρωπο. Την ΕΡΤ. Την ΕΡΤ με τα πολλα πρόσωπα και τις πολλές φωνές. Την ΕΡΤ που για 5 μήνες έγινε πρότυπο ραδιοτηλεορασης. 

Την ΕΡΤ που, ίσως, τελικά να τη φοβηθηκανε. Γιατι περνούσε ενα σαφές μήνυμα στους πολίτες: τι θα πει να παλεύεις για το δίκιο σου. Μόνο οι κυβερνήσεις που φοβούνται τους πολίτες τους προβαίνουν σε τέτοιες πράξεις τη νύχτα.

Η ηθική δε γεμίζει στομάχια, γεμίζει όμως ψυχές και καρδιές. Τις δικές τους, τις δικές μας, τις δικές σας.

Αγαπημένοι μου παραγωγοί της ΕΡΑ,
ΚαλησπΕΡΑ!
Σας οφείλω ενα μεγαλο κ ειλικρινές ευχαριστώ που μπήκατε στη ζωη μου και μου μάθατε τι θα πει να υπερασπίζεσαι το δίκαιο και να δίνεις αγώνα. Εσείς και οι υπέροχοι και ακούραστοι τεχνικοί, χωρίς τους οποίους η φωνή σας δε θα έφτανε ποτε στα ηχεία απο το μικρο γκρι τρανζιστορακι μου.

Το οτι σας έβαλα στο σπίτι μου, στο μυαλό μου, στην καρδιά μου, δεν  μπορει να μου το πάρει κανεις! Μαζι σας γέλασα, θύμωσα, διαφώνησα... Δεν ήταν όμως δικιά μου επιλογή να σταματήσω να σας ακούω. Δεν άλλαξα εγω το κανάλι. Αντίθετα, έβαλα ΕΡΑ κ δεν άκουσα τιποτα. Ουτε χιονια, ουτε παράσιτα, ουτε λευκό ήχο. Άκουσα σιωπη, την τελευταια απελπισμένη φωνή της ΕΡΑ, κ ενιωσα σαν να πέρασε οδοστρωτήρας απο πανω μου. 

Εισασταν εκεί για πέντε μήνες, χωρίς προσωπικό όφελος, χωρίς χρήματα.


Καλή δύναμη, ευχαριστώ, ευχαριστούμε!!!

Τετάρτη, 23 Οκτωβρίου 2013

Μάνος Χατζιδάκις.

Γεννήθηκε στην Ξάνθη μια μέρα σαν σήμερα, στις 23 Οκτωβρίου 1925 και πέθανε στην Αθήνα μετά από 69 χρόνια, στις 15 Ιουνίου του 1994. Ήταν ο Μάνος Χατζιδάκις, ο μάγος Χατζιδάκις, ο άνθρωπος που ψήφιζε δεξιά, σκεφτόταν αριστερά, αλλά στην πραγματικότητα ήταν ελεύθερος και βαθιά δημοκράτης.
Ο Χατζιδάκις που δεν φοβόταν, δεν ντρεπόταν να πει αυτά που σκεφτόταν, αδιαφορώντας ποιους θα ενοχλούσε, ποιανών την έχθρα θα προκαλούσε.
Ο συνθέτης που όταν κέρδισε το όσκαρ καλύτερης μουσικής για το "Ποτέ την Κυριακή" με τα "Παιδιά του Πειραιά", στενοχωρήθηκε γιατί δεν ήθελε ο κόσμος να τον γνωρίσει για ένα "απλοϊκό τραγουδάκι" σε μια ταινία, μια "ζαχομάρα" και αρνήθηκε να παρευρεθεί στην τελετή απονομής των βραβείων.
Ο άνθρωπος που δημιούργησε το Τρίτο Πρόγραμμα της Ελληνικής ΡΑδιοφωνίας, που δημιούργησε τη Λιλιπούπολη, τον Κεμάλ και τα σχόλια του Τρίτου. Που ανακάλυψε και ανέδειξε κάποιες από τις σημαντικότερες φωνές στην Ελλάδα. Που έκανε την Ελλάδα παγκοσμίως γνωστή.
Που αν ζούσε σήμερα, ποιος ξέρει τι θα μπορούσε να πει...



Παρασκευή, 11 Οκτωβρίου 2013

Βουτιά προς την επιτυχια Κεφάλαιο 6

  •         Παραξενεμένη παρατήρησα ότι ο σκαραβαίος της Φανής δεν ήταν παρκαρισμένος μπροστά. Χτύπησα το κουδούνι δύο φορές και περίμενα. Μετά από λίγη ώρα ξαναχτύπησα. Πάλι τίποτα. Αποφάσισα να τηλεφωνήσω στον Κώστα, στην τελική μπορεί να ήταν στο μπάνιο ή ακόμα μπορεί να είχε βγει. Το σήκωσε στο δεύτερο κουδούνισμα.
  • -   Έλα, του είπα, είμαι από κάτω, γιατί δεν μου ανοίγεις;
  • Αντί για απάντηση μου έκλεισε το τηλέφωνο. Έμεινα να κοιτάω το ακουστικό παραξενεμένη, όταν άκουσα κάτι να πέφτει πίσω μου. Γύρισα και στο πεζοδρόμιο αναγνώρισα το μπρελόκ του Κώστα. Το σήκωσα και άνοιξα την πόρτα, μπαίνοντας στο ασανσέρ δεν ήξερα τι να υποθέσω. Ξεκλείδωσα την πόρτα της γκαρσονιέρας του και τον είδα στο κρεβάτι με τα σεντόνια τραβηγμένα μέχρι τη μύτη.
  • -   Είσαι άρρωστος; Τον ρώτησα ανήσυχη. Ήταν χλωμός και τα μάτια του – το μόνο που φαινόταν – ήταν κατακόκκινα.
  • Κούνησε το κεφάλι του αρνητικά.
  • -   Η Φανή πού είναι;
  • -   Στους γονείς της, ψιθύρισε βραχνά.
  • -   Ω, θεέ μου! Ακούγεσαι χάλια. Σίγουρα δεν έχεις πυρετό;
  • Κούνησε το κεφάλι του καταφατικά.
  • -   Γιατί ήρθες; με ρώτησε με φωνή που μόλις ακουγόταν
  • -   Ήμουνα στο κολυμβητήριο και περίμενα τον Μιχάλη, όταν με πήρε τηλέφωνο και μου είπε ότι έχει μπλέξει στην κίνηση και να έρθω εδώ. Θα έρθει κι αυτός σε λίγο.
  • Όταν του είπα ότι θα ερχόταν και ο προπονητής με κοίταξε ανακουφισμένος.
  • -   Παρ’ τον τηλέφωνο να δεις πού είναι, μου είπε βραχνά.
  • -   Τι έχεις; τον ρώτησα όσο σχημάτιζα τον αριθμό του Μιχάλη Αντωνίου.
  • Ο προπονητής το σήκωσε σχεδόν αμέσως.
  • -   Πού είσαι;
  • -   Αργώ ακόμα. Έχει γίνει δυστύχημα και ο δρόμος είναι κλειστός. Δεν ξέρω πότε θα φτάσω. Είσαι σπίτι του;
  • -   Ναι.
  • -   Να μη φύγεις από εκεί καθόλου, ακούς;
  • -   Εντάξει, αλλά...
  • -   Μαράκι, με έκοψε με τρυφερή φωνή, να τον προσέχεις μέχρι να έρθω, και το έκλεισε.
  • Κοίταξα τον Κώστα.
  • -   Έχει γίνει δυστύχημα και ο δρόμος έχει κλείσει. Δεν ξέρει πότε θα φτάσει.
  • -   Καλά πήγαινε εσύ. Είμαι καλά, μου είπε λίγο δυνατότερα από την προηγούμενη φορά.
  • -   Δεν σ’ αφήνω για κανένα λόγο σ’ αυτή την κατάσταση. Κάθισα δίπλα του στο κρεβάτι και του έπιασα το μέτωπο. Ήταν δροσερός.
  • -   Φύγε! Μου είπε ύστερα από λίγο. Η φωνή του έτρεμε.
  • -   Ούτε να σου περάσει από το μυαλό. Του έπιασα το χέρι πάνω από την κουβέρτα και τον ένιωσα που έτρεμε. Τον κοίταξα στα μάτια, αλλά απέφυγε το βλέμμα μου. Όταν μου ξαναζήτησε να φύγω ανησύχησα.
  • -   Κώστα, τι έχεις;
  • Δεν μου απάντησε.
  • -   Κώστα με τρομάζεις.
  • Πάλι δεν είπε τίποτα.
  • -   Φύγε. Θα περιμένω το Μιχάλη. Είμαι καλά.
  • -   Ο Μιχάλης μου ζήτησε να μείνω και δεν πάω πουθενά. Δεν με νοιάζει αν δε θέλεις να μου πεις τι έχεις και δε θέλω να μάθω αν δεν μου πεις, αλλά πριν έρθει ο Μιχάλης δεν πρόκειται να το κουνήσω από αυτήν εδώ τη θέση, κατάλαβες;
  • Χαμογέλασε λιγάκι, αλλά δεν είπε τίποτα. Του γύρισα την πλάτη και σταύρωσα τα χέρια στο στήθος. Μετά από πέντε λεπτά περίπου γύρισα να τον κοιτάξω.
  • -   Πραγματικά δε θα μου πεις τι συμβαίνει;
  •          Έκανα πως δεν είδα ένα δάκρυ που κυλούσε προς το μαξιλάρι του. Κάτι με τσίμπησε μέσα μου. Ο Κώστας έκλαιγε; Ο πάντα γελαστός και χαρούμενος Κώστας έκλαιγε; Κάτι δεν πήγαινε καθόλου καλά, αλλά δεν μπορούσα να φανταστώ τι μπορεί να ήταν αυτό. Κούνησε το κεφάλι του αρνητικά, αλλά δε μίλησε. Τώρα καταλάβαινα γιατί τα μάτια του ήταν κόκκινα όταν ήρθα, δεν ήταν καλοκαιρινό συνάχι όπως νόμιζα στην αρχή.
  • -   Έχει να κάνει με τη Φανή; τον ρώτησα ύστερα από λίγο. Ξανακούνησε το κεφάλι του. Όχι, με τη Φανή όλα πήγαιναν καλά.
  • -   Με την προπόνηση; Πάλι κούνημα του κεφαλιού. Όχι, ούτε η πισίνα ήταν το πρόβλημα.
  • -   Θα παίξουμε τις είκοσι ερωτήσεις τώρα; Τα μάτια του φάνηκαν να χαμογελάνε. Κατέβασε την κουβέρτα μέχρι το λαιμό του. Ένα μικρό χαμόγελο είχε σχηματιστεί στο πρόσωπό του, αλλά και πάλι, δεν κράτησε για πολύ.
  • -   Θα πάω στο μπάνιο, μην κουνηθείς. Μπήκα στην τουαλέτα κι έκλεισα πίσω μου την πόρτα. Ήθελα να του δώσω λίγο χρόνο, στο κάτω κάτω είχα εισβάλλει κανονικά στο σπίτι του. Κατέβασα το καπάκι της λεκάνης και κάθισα πάνω της βγάζοντας το κινητό μου από την τσέπη που το είχα. Έστειλα μήνυμα στον Άρη, «Δε μπορώ να έρθω να σε συναντήσω στο λιμάνι, θα σου πω τι έγινε όταν σε δω. Σ’ αγαπώ», σήμερα επέστρεφε στην Αθήνα. Σε δύο λεπτά ήρθε η απάντηση. Θα μου τηλεφωνούσε το επόμενο πρωί για να κανονίσουμε, του έλειπα.
  •           Και μένα μου έλειπε, αλλά τώρα έπρεπε να δω τι θα κάνω με το άλλο μου αγόρι που είχε τα χάλια του. Τράβηξα το καζανάκι και βγήκα έξω. Τον είδα που ανέβαζε ξανά τα σεντόνια μέχρι πάνω από τη μύτη του. Κοίταξα το ρολόι στον απέναντι τοίχο. Ήταν δώδεκα παρά τέταρτο και ο Μιχάλης Αντωνίου δεν είχε φανεί. Πήγα στην κουζίνα του Κώστα και έβαλα κρύο νερό σε δύο ποτήρια και του πήγα το ένα.
  • -   Δε θα με ξεφορτωθείς έτσι εύκολα εμένα, του είπα δίνοντάς του το νερό.
  • Ανασηκώθηκε και το σεντόνι με την κουβέρτα έπεσε στη μέση του. Το χέρι με το οποίο πήρε το ποτήρι ήταν σταθερό, αλλά τα χείλια του τρέμανε. Όταν τελείωσε πήγα τα ποτήρια πίσω στο νεροχύτη.
  • -   Θες άλλο; τον ρώτησα με την πλάτη γυρισμένη.
  • Στα αυτιά μου έφτασε ένα σπασμένο «όχι». Δεν τον είχα συνηθίσει έτσι κι αυτή η απραξία του με ενοχλούσε. Δεν τον ήξερα ποτέ ανήμπορο και καταβεβλημένο και ήξερα ότι έπρεπε να τον βοηθήσω.
  • -   Άκου, του είπα σχεδόν θυμωμένα, δεν έχω καμία αντίρρηση να είμαι μαζί σου και να σε βοηθήσω σε ό, τι και να σου συμβαίνει, αλλά δεν μπορώ να κάθομαι εδώ πέρα και να σε βλέπω να μιζεριάζεις. Δεν είμαι χαζή, το βλέπω ότι δεν είσαι καλά, αλλά δεν μπορώ να σε βοηθήσω κατά αυτόν τον τρόπο. Δε θες να μου πεις τι έχεις, κράτα το για τον εαυτό σου, δεν με νοιάζει, αλλά έτσι δεν καταφέρνεις τίποτα. Δεν είμαι υποχρεωμένη να κάθομαι εδώ μέσα για να σε βλέπω σε αυτήν την κατάσταση. Λοιπόν, πες στο Μιχάλη ότι είχα μια δουλειά στον Πειραιά, εκεί θα είμαι, είπα ανοίγοντας παράλληλα την πόρτα . Τα δάκρυα δεν κρύβονται, του πέταξα καλώντας το ασανσέρ και κλείνοντας την πόρτα.
  • -   Μαρία! Περίμενε!
  •           Θα έφευγα πραγματικά αν δεν τον άκουγα να με φωνάζει. Χαμογέλασα και ξαναμπήκα στο σπίτι.
  • -   Έτσι μπράβο... του είπα μόλις τον είδα όρθιο να πετάγεται προς την πόρτα. Τώρα κάτσε κάτω και λέγε μου τι έχει γίνει, ο Μιχάλης θα αργήσει. Ο τόνος μου πρέπει να ήταν ιδιαίτερα επιτακτικός. Κάθισα στη μοκέτα και κάθισε δίπλα μου, ακουμπώντας στο κρεβάτι. Τα χέρια και τα χείλια του τρέμανε ελαφρά.
  • -   Όταν εσύ τρέμεις και κλαις κάτι τρέχει. Ήταν το μόνο που είπα. Έπιασα τα χέρια του και τον κοίταξα. Αυτή τη φορά δεν με απέφυγε. Μείναμε σε αυτή τη στάση για πολλή ώρα. Στο τέλος σήκωσε το κεφάλι του και με κοίταξε.
  • -   Υποσχέσου μου ότι δε θα σηκωθείς να φύγεις μόλις σου πω.
  • Πραγματικά παραξενεύτηκα όταν το είπε αυτό. Ήταν το τελευταίο που περίμενα να ακούσω.
  • -   Στο υπόσχομαι.
  • -   Ό, τι και να σου πω;
  • -   Ό, τι και να μου πεις.
  •          Έβαλε το κεφάλι στα γόνατά του και πήρε μια βαθιά ανάσα. Τον αγκάλιασα από την πλάτη, αλλά μόλις τον ακούμπησα τον ένιωσα να τσιτώνεται. Τράβηξα απαλά το χέρι μου.
  • -   Κώστα, σήκωσε το κεφάλι και με κοίταξε, αποφεύγοντας το βλέμμα μου. Θα σου κάνει καλό αν μιλήσεις.
  • -   Πέθανε η μητέρα μου ήταν το μόνο που είπε.
  • -   Ω θεέ μου! Πώς; – «Μα καλά, αφού τη μητέρα του δεν την έβλεπε ποτέ, γιατί είναι σε τέτοια κατάσταση;» –  Δεν ήταν καλά;
  • -   Αν σου πω θα με μισήσεις.
  • -   Δεν μπορώ να σε μισήσω. Σ’ αγαπάω. Είσαι ο καλύτερός μου φίλος, μου έχεις σώσει τη ζωή. Στο υποσχέθηκα. Ό, τι και να μου πεις.
  • -   Αυτοκτόνησε. Η φωνή του που ήταν ουδέτερη ως τότε έσπασε.
  • -   Χριστέ μου! αναφώνησα. Είχα τρομάξει.
  • -   Μη φύγεις...
  • -   Εννοείται πως δε θα φύγω. Είχε χλομιάσει, του πήγα λίγο νερό και μια βρεγμένη πετσέτα για να δροσίσει το πρόσωπό του.
  • -   Εγώ φταίω που αυτοκτόνησε. Τώρα μιλούσε σαν μηχάνημα.
  • -   Κώστα καταλαβαίνεις τι λες;
  • -   Με μισείς.
  • -   Δε σε μισώ. Προσπαθώ να καταλάβω, αλλά δεν μπορώ.
  •         Τον είχα αγκαλιάσει από τον ώμο, αλλά δεν ήθελε να τον ακουμπάω. Εκείνη τη στιγμή σιχαινόταν τον εαυτό του. Πήρε άλλη μια ανάσα και τρέμοντας ξεκίνησε να μιλάει.
  • -   Χθες το βράδυ, όταν γυρίσαμε σπίτι με πήρε τηλέφωνο. Ήθελε λέει να με δει. Ήταν σημαντικό είπε. Άφησα τη Φανή να ξεπακετάρει και πήγα στο σπίτι. Μπήκα μέσα, ήταν σκοτάδι. Φώναξα και μου απάντησε από το δωμάτιό της. Καθόταν στο κρεβάτι της και διάβαζε ένα βιβλίο, βίπερ ήταν. «Θα αφήσεις τις βουτιές και αυτήν την ξετσιπωμένη που έχεις για κοπέλα και θα πιάσεις δουλειά». Της είπα να μην πιάνει στο στόμα της τη Φανή, μουρμούρισε κάτι, αλλά πήρε πραγματικά φωτιά όταν της είπα ότι οι καταδύσεις είναι η δουλειά και η ζωή μου και δεν τις αφήνω για κανένα λόγο. Άρχισε να μου φωνάζει ότι αυτό δεν είναι δουλειά για έναν φυσιολογικό άνθρωπο, ότι θα μείνω για πάντα φτωχός και δεν θα καταφέρω τίποτα στη ζωή μου. Φώναξα για να ακουστώ πάνω από αυτήν. Δεν άφηνα τις καταδύσεις και αν δεν της άρεσε η ιδέα πρόβλημά της. «Το κάνεις επίτηδες, το κάνεις γιατί δεν μ’ αγαπάς» μου είπε και άρχισε να φωνάζει. Έλεγε ασυνάρτητα πράγματα. Γύρισα να φύγω. Όταν ήμουν στην πόρτα φώναξε ότι αν πάθει ποτέ τίποτα δεν θα ενδιαφερθώ γι αυτήν και της είπα ότι είχε δίκιο βροντώντας την πόρτα πίσω μου. Μετά από μερικές ώρες με πήρε τηλέφωνο και μου είπε ότι θα αυτοκτονήσει. Της απάντησα να κάνει ότι καταλαβαίνει και έκλεισα τελείως το κινητό μου. Το πρωί με πήρε τηλέφωνο η αστυνομία. Τους είχε πάρει τηλέφωνο ότι υπάρχει ένα πτώμα στο διαμέρισμα και μετά το... το έκανε.
  •         Όση ώρα μιλούσε τα δάκρυα κυλούσαν από τα μάτια του. Ο άνθρωπος που έβλεπα μπροστά μου δεν έμοιαζε καθόλου με τον Κώστα που ήξερα. Είχα τρομάξει και δεν ήξερα τι να κάνω. Για λίγη ώρα έμεινα σιωπηλή βάζοντας τις σκέψεις μου σε τάξη. Στη συνέχεια σηκώθηκα και έβγαλα το κινητό μου. Τον είδα που με κοιτούσε, σίγουρος ότι θα έφευγα. Ξανακάθισα. Πρώτα πήρα στο σπίτι μου. Τους είπα ότι θα έμενα στου Κώστα και το έκλεισα. Με κοιτούσε παραξενεμένος. Μετά πήρα τον Άρη.
  • -   Έλα! Η φωνή του, χαρούμενη, μου έφτιαξε το κέφι και χαμογέλασα μόλις τον άκουσα.
  • -   Έφτασες; τον ρώτησα
  • -   Κοντεύω, γιατί; Θα έρθεις τελικά;
  • -   Λυπάμαι... Πέθανε η μητέρα του καλύτερου φίλου μου...
  • -   Του Κώστα;
  • -   Ναι. Ούτε αύριο θα μπορέσουμε να συναντηθούμε.
  • -   Εννοείται πως όχι. Πάρε με όταν θα μπορείς. Εσύ είσαι καλά;
  • -   Ναι, μην ανησυχείς. Χαμογέλασα, μου άρεσε ο τρόπος που το είπε. Ενδιαφερόταν πραγματικά για μένα.
  • -   Σ’ αγαπώ!
  • -   Κι εγώ. Θα σε ξαναπάρω.
  • Πάει κι αυτό. Το επόμενο τηλεφώνημα ήταν στον Μιχάλη Αντωνίου. Είχαν περάσει σχεδόν δύο ώρες από όταν τον είχα πάρει τελευταία φορά. Ήταν στη Βεΐκου. Σε ένα τέταρτο θα έφτανε. Του είπα να σταματήσει στο δρόμο και να αγοράσει κάτι για να φάμε, κόντευε δυόμιση.
  •         Μόλις τέλειωσα και με αυτό γύρισα στον Κώστα. Φαινόταν λίγο καλύτερα.
  • -   Λοιπόν, του είπα, ο Μιχάλης θα είναι εδώ σε ένα τέταρτο, κι εγώ θα μείνω εδώ το βράδυ.
  • -   Δηλαδή, δε θέλεις να φύγεις; Δε με σιχαίνεσαι; Ήταν έκπληκτος.
  • -   Και να με διώξεις δε θα πάω πουθενά. Πρώτον αυτό και δεύτερον. Είσαι ο καλύτερος φίλος μου, εσύ μου έμαθες τις καταδύσεις και όταν πνιγόμουνα εξαιτίας σου μου έσωσες τη ζωή. Είσαι ο δορυφόρος μου, το ξέχασες;
  • Χαμογέλασε αχνά. Σηκώθηκα και του έδωσα το χέρι μου να σηκωθεί κι αυτός. Μέχρι να ρίξει νερό στο πρόσωπό του έφτασε και ο προπονητής. Του είπα με δυο λόγια την κατάσταση, τα βασικά τα ήξερε. Μέχρι να τα πούνε πετάχτηκα μέχρι το σπίτι να πάρω μια οδοντόβουρτσα κι ένα ζευγάρι πυτζάμες. Όταν ξαναγύρισα, χρησιμοποιώντας τα κλειδιά του Κώστα, καθόντουσαν στο τραπέζι και μιλούσανε. Ο Μιχάλης Αντωνίου ήταν σοβαρός. Ο Κώστας ήταν σαν παιδί του και τον αγαπούσε σαν πατέρα. Τον άκουγε με κατεβασμένο κεφάλι, ήταν χλωμός και τα μάτια του κόκκινα και πρησμένα, αλλά έδειχνε πολύ πιο ξαλαφρωμένος απ’ ότι πριν φύγω. Ό, τι και να του είπε, ο προπονητής έκανε καλή δουλειά.
  •         Μέχρι να φύγει, στις πέντε το απόγευμα, ο Κώστας είχε γίνει άλλος άνθρωπος. Κατάλαβε ότι δεν έφταιγε αυτός σε τίποτα, και σε λίγη ώρα χαμογελούσε και πάλι. Όταν μείναμε οι δυο μας παίξαμε μια παρτίδα σκραμπλ και μετά τον ανάγκασα να πέσει στο κρεβάτι με δυο φέτες αγγουράκι στα μάτια του.
  • -   Κανόνισε! του είπα. Αν δεν κάτσεις καλά θα σου βάλω μπριζόλες!
  • Γέλασε και ξάπλωσα δίπλα του. Όσο καθόταν έτσι με τα αγγουράκια με έβαλε και του είπα τα πάντα για τον Άρη. Πώς ήταν σαν χαρακτήρας, τι πίστευα γι αυτόν, τι εντύπωση μου είχε κάνει. Άρχισα λοιπόν, και του είπα όλα όσα είχα μάθει για αυτόν. Κατέληξε κι αυτός στο ίδιο συμπέρασμα που είχα καταλήξει κι εγώ, ένας άνθρωπος με απλή και εύκολη ζωή που του λείπανε λίγα πράγματα και ήταν ευτυχισμένος με όσα είχε. Το βράδυ είδαμε μία ταινία στην τηλεόραση και κατά τις έντεκα μου έδωσε καθαρά σεντόνια, φούσκωσε κι ένα στρώμα που είχε για τέτοιες περιπτώσεις και έστρωσα στο πάτωμα – είπαμε, έλειπε η Φανή, αλλά μην το παρακάνουμε κιόλας – και ξεραθήκαμε στον ύπνο.
  •         Κάποια στιγμή άκουσα μία φοβισμένη φωνή και ξύπνησα. Ήταν τέσσερις η ώρα. Προς στιγμήν νόμισα ότι κάποιος είχε μπει στο σπίτι, αλλά κατάλαβα ότι ήταν μόνο ο Κώστας που ονειρευόταν. Ετοιμάστηκα να ξανακοιμηθώ, όταν άκουσα την ίδια φοβισμένη φωνή. «Εφιάλτης» σκέφτηκα και σκαρφάλωσα στο κρεβάτι δίπλα του. Το πρόσωπό του ήταν πονεμένο. Ξαφνικά πετάχτηκε πάνω ξυπνώντας. Του χάιδεψα διστακτικά το κεφάλι.
  • -   Κοιμήσου. Ήταν μόνο ένα όνειρο, του ψιθύρισα απαλά.
  • -   Φανή;
  • Νόμιζα ότι κοιμόταν ακόμα.
  • -   Δεν είναι τίποτα. Τον έσπρωξα προς το στρώμα.
  • -   Μαρία; Εσύ είσαι;
  • -   Ναι. Κοιμήσου τώρα.
  • -   Σε ξύπνησα;
  • -   Δεν πειράζει, του είπα ήρεμα. Είδες ένα όνειρο αυτό ήταν όλο. Πέρασε τώρα.
  • -   Δεν ήταν απλώς ένα όνειρο. Τον ένιωσα που ανατρίχιασε δίπλα μου.
  • -   Ήταν μόνο όνειρο. Εφιάλτης. Δεν ήταν αληθινό.
  • Ξάπλωσε και ξάπλωσα κι εγώ δίπλα του. Σαν φλας μπακ επέστρεψαν οι πρώτες νύχτες μου με τον πνιγμό, ανατρίχιασα. Του έπιασα το χέρι και του το έτριβα απαλά μέχρι που με πήρε ο ύπνος και δεν ξαναξύπνησα μέχρι που άκουσα το κινητό μου να χτυπάει στις έντεκα. Ήταν ο Μιχάλης Αντωνίου και θα μας περίμενε και τους δύο σε μισή ώρα στην πισίνα.

Τετάρτη, 18 Σεπτεμβρίου 2013

Παύλος Φυσσας, 18/09/2013, ετών 34.


http://m.youtube.com/watch?v=iBRqMynXFuw 

Ανάθεμα την ωρα, κατάρα τη στιγμή....
Και μετά τι; 
Μετά... Ενα απλό όνομα αναμεσα στα αλλα, ενα ακόμα όνομα στα τόσα της ιστορίας.

Παύλος Φυσσας, 18/09/2013, ετών 34,

70 χρονια μετά το Χιτλερ επιστρέφουμε στα ίδια. 70 χρονια μετά, διεξάγεται η πρώτη δίκη με κατηγορία "αντιφασιστικη προπαγάνδα". 70 χρονια μετά, τα τάγματα εφόδου αυτοδικουν στους δρόμους....

Κι εμεις; Εμεις τι κάνουμε; Καταδικάζουμε την πράξη και αλλάζουμε κανάλι... Αυτοί είμαστε.



Δευτέρα, 9 Σεπτεμβρίου 2013

Βουτιά προς την επιτυχία, Κεφάλαιο 5

  • Ο Μιχάλης Αντωνίου έκανε σα μωρό παιδί από τη χαρά του μόλις του ανακοίνωσα την απόφασή μου. Είχα κάτσει και συζητήσει με τους γονείς μου, υπολόγιζα ότι είχα πιάσει τη βάση της Νομικής της Αθήνας, αλλά στο μεταξύ είχα αγαπήσει τις καταδύσεις και πίστευα ότι άξιζε τον κόπο να προσπαθήσω κι εκεί για να δω τι θα καταφέρω. Καταλήξαμε ότι θα θυσίαζα τον πρώτο χρόνο στη σχολή, αν περνούσα, για να προλάβω το προολυμπιακό και αν προκρινόμουνα, πράγμα απίθανο, θα αφιερωνόμουνα στον αθλητισμό. Αν όχι, και αυτό ήταν και το πιο πιθανό σενάριο, θα πήγαινα στη σχολή μου με καθυστέρηση και θα ξεκινούσα την καριέρα μου στη δικηγορική, αφήνοντας τις βουτιές για τον ελεύθερο χρόνο μου.
  • -          Ετοιμάσου να λάμψεις! Μου είχε πει ο προπονητής μου, στέλνοντάς με στον ψηλότερο βατήρα. Είχα περίπου τρεις μήνες να πατήσω στο κολυμβητήριο πράγμα που σημαίνει ότι μετά από την πρώτη – και εκατό τοις εκατό αποτυχημένη – βουτιά από τα δέκα μέτρα επέστρεψα στο τραμπολίνο.
  • -          Όσο καιρό μας είχες φτύσει για ανόητα και ανιαρά πράγματα όπως το να κυνηγάς το όνειρό σου στο πανεπιστήμιο, μου είπε κάποια στιγμή πειράζοντάς με ο Μιχάλης Αντωνίου, ο Κώστας κατάφερε δύο πράγματα. Ένα εύκολο κι ένα δύσκολο. Έχεις ένα μήνα να φτάσεις στο ίδιο επίπεδο μ’ αυτόν.
  •         Όσο λοιπόν εγώ ασχολιόμουνα με «ανόητα και ανιαρά πράγματα» ο Κώστας είχε σκιστεί στην προπόνηση. Είχε πιάσει μια γκαρσονιέρα κοντά στο κολυμβητήριο και για να πληρώνει το νοίκι τα βράδια δούλευε σ’ ένα φαστφουντάδικο πάνω στη λεωφόρο Κύμης. Το πρωί κοιμόταν λίγες ώρες και από το μεσημέρι μέχρι να πιάσει δουλειά βρισκόταν στο καταδυτήριο και κυνηγούσε το δικό του όνειρο. Αυτούς του τρεις μήνες είχε τελειοποιήσει την κλασσική του βουτιά από το τραμπολίνο. Δυόμιση περιστροφές από μπροστά και είσοδος στο νερό σε τέλειο κατακόρυφο. Η είσοδός του ήταν το πρώτο που είχε καταφέρει, το εύκολο. Αφού κατέκτησε λοιπόν το «πλέον κλασσικότερο των κλασσικών» - όπως έλεγε αμπελοφιλοσοφώντας – καταπιάστηκε με κάτι πραγματικά δύσκολο. Ξεκινώντας με την πλάτη, τιναζόταν πραγματικά ψηλά και έκανε δύο σουβλάκια – όπως τα ονόμασα εγώ μετά – ,δηλαδή δύο πλάγιες περιστροφές με το σώμα τεντωμένο, μία τούμπα και είσοδο. Αυτό ήταν το δεύτερο κατόρθωμά του και ήταν πραγματικά δύσκολο.
  • -          Πότε προλαβαίνεις να τα κάνεις όλα αυτά βουτώντας από το τραμπολίνο; Τον είχα ρωτήσει την πρώτη φορά που το είχε εκτελέσει μπροστά μου. Δεν μπορούσα να το καταλάβω. Απλώς δε χωρούσαν τόσα πράγματα σε τόσο λίγο χρόνο. Ήταν το μυστικό του, μου είχε πει, είχε έναν τρόπο.
  • -          Μήπως ξεκίνησες να ντοπάρεσαι; τον είχα ρωτήσει μισοαστεία μισοσοβαρά.
  • -          Όχι βέβαια! Τον είχα θίξει. Είναι θέμα τεχνικής. Όλα είναι έργο του Μιχάλη.
  •  Όσο γι αυτό, δεν είχα λόγους να αμφιβάλλω.  
  •         Μετά από ένα μήνα και κάτι στα χαμηλά, ο Μιχάλης Αντωνίου αποφάσισε πως είχα ανακτήσει τη φόρμα μου και ξαναπήρα προαγωγή στα μεσούρανα, στον ψηλότερο βατήρα. Από εκεί ξεκίνησε μια μακριά πορεία ασκήσεων, κινήσεων και συνδυασμών προκειμένου να βγάλω ένα πρόγραμμα πάνω στο οποίο θα προπονούμουν μέχρι το τουρνουά. Πρώτα, είχε πει ο προπονητής, έπρεπε να τελειοποιήσω την είσοδό μου. Τα πόδια μου πάντα χτυπούσαν το νερό μπαίνοντας. Προσπαθούσα να τα τεντώνω όσο πιο πολύ μπορούσα, αλλά ποτέ δεν κατάφερνα να βουτήξω «σαν σανίδα», όπως έλεγε ο Κώστας προσπαθώντας να μου δώσει να καταλάβω. Μετά από περίπου δύο εβδομάδες άκαρπων προσπαθειών ο Μιχάλης Αντωνίου, απηυδισμένος με μένα, εφάρμοσε μία, ας πούμε, πρωτοποριακή μέθοδο.
  • -          Μπορείς να κάνεις κατακόρυφο; Με ρώτησε ένα πρωί.
  • -          Μπορώ, του απάντησα παραξενεμένη.
  • -          Ωραία, τόσο το καλύτερο για σένα, μου είπε και ανέβηκε μαζί μου στο βατήρα, μαζί με ένα κομμάτι ξύλο και μια καλούμπα με σχοινί για χαρταετό.
  •          Εκεί πάνω με έβαλε να κάνω κατακόρυφο και μου έπιασε τα πόδια στον αέρα. Ενώ εγώ έμενα με το κεφάλι κάτω εκείνος πήρε το κομμάτι το ξύλο και το έβαλε πίσω από το ένα μου γόνατο και το έδεσε πάνω στο πόδι μου. Έτσι κρατώντας τα πόδια μου, μου είπε να περπατήσω – με τα χέρια – ως την άκρη του βατήρα. Κι εκεί μ’ έβαλε να βουτήξω – πηδώντας με τα χέρια πάντα– και να μπω στο νερό σε τέλεια ευθεία.
  • -          Είσαι σαδιστής. Θυμάμαι ότι του είχα πει όταν ήμουν έτοιμη να πέσω.
  • -          Αν δεν είναι το αριστερό σου πόδι όσο ίσιο είναι το δεξί – το δεξί είχε το ξύλο πάνω του – θα το ξανακάνουμε, μου είχε απαντήσει ήρεμα.
  • -          Είσαι σίγουρα σαδιστής, του είχα πει πριν πηδήξω.
  • Εκείνη ήταν η πρώτη και, όπως αποδείχτηκε αργότερα, η τελευταία φορά που έμπαινα στη συγκεκριμένη πισίνα με το ένα πόδι ίσιο. Ο Μιχάλης Αντωνίου τραβούσε τα μαλλιά του. Ακόμα και με μισό σκουπόξυλο δεμένο στο πόδι μου, το άλλο ήταν λυγισμένο όταν βουτούσα.
  • -          Μα πώς το κάνεις αυτό; Με είχε ρωτήσει. Αφού από τον άλλο βατήρα πέφτεις ίσια.
  • Προσπάθησα σκληρά να κάνω τέλεια είσοδο, αλλά πάντα, έστω κι εκεί που νόμιζα ότι το είχα καταφέρει, ένιωθα το γνωστό πια τσούξιμο στα πόδια που σήμαινε ότι κι εκείνη η βουτιά μου ήταν αποτυχημένη.
  •        Αφού ο Μιχάλης Αντωνίου κατάλαβε πως όσο εφευρετικός κι αν γινόταν η είσοδός μου δεν θα άλλαζε, προχώρησε στο επόμενο βήμα. Τώρα, προκειμένου να φτάσω τον Κώστα – έστω και εκπρόθεσμα – έπρεπε να καταφέρω το σουβλάκι. Άλλο βάσανο κι αυτό! Μέχρι να μάθω την τεχνική, κάτι που με δυσκόλεψε ιδιαίτερα και χρειάστηκα τον Κώστα να με βοηθήσει – χάνοντας έτσι ένα στοίχημα των πέντε ευρώ – είχαν ανακοινωθεί και οι βαθμολογίες των Πανελληνίων. Η περσινή βάση της Νομικής ήταν δεκαεννιά εκατό κι εγώ είχα γράψει δεκαοχτώ εννιακόσια εβδομήντα έξι. Αν έπεφταν λίγο οι βάσεις, μόνο λίγο, θα την έπιανα. Υπολόγιζα ότι είχα δεκαεννιά χιλιάδες μόρια και δεν έπεσα πολύ έξω.
  • -          Αχ, ας πέσουν οι βάσεις των θεωρητικών σχολών... Το έλεγα και το ξαναέλεγα αλλά δε θα μάθαινα πριν από τον Αύγουστο αν είχα περάσει ή όχι.
  • -          Αχ, ας συγκεντρωθείς επιτέλους, μου έλεγε ο Μιχάλης Αντωνίου φανερά εκνευρισμένος.
  •  Όλη εκείνη τη βδομάδα δεν είχα κάνει ούτε μία καλή βουτιά και μέχρι το τέλος της είχε θυμώσει πραγματικά πολύ και το αποκορύφωμα ήρθε όταν την Πέμπτη το πρωί του τηλεφώνησα ότι δεν θα μπορούσα να πάω στο κολυμβητήριο μέχρι τη Δευτέρα. Αφού με έβρισε καλά, παραδέχτηκε ότι δεν έφταιγα εγώ που είχα γεννηθεί γυναίκα και μου επέτρεψε να λείψω για τέσσερις μέρες.
  •         Όσο ήμουνα στο σπίτι, βοηθούσα τον πατέρα μου να φτιάξει τα πράγματά του για να ξαναμπαρκάρει. Αυτή τη φορά θα πήγαινε σε ένα μικρό ρωσικό λιμάνι της βαλτικής και θα γύριζε αρχές Σεπτεμβρίου. Το Σάββατο το πρωί τον αποχαιρέτησα – αφού τον έβαλα πρώτα να μου υποσχεθεί ότι αν συναντούσε τίποτα ξεστρατισμένα παγόβουνα δε θα έπαιζε τον Τιτανικό – και τον πήγα με τον Ηλεκτρικό ως τον Πειραιά. Την επόμενη μέρα την πέρασα στην γκαρσονιέρα του Κώστα που προσπαθούσε να μου μάθει να γυρίζω σα σουβλάκι στον αέρα.
  • -          Πρέπει πρώτα να φέρεις το σώμα σου όσο πιο οριζόντια μπορείς και μετά να αφεθείς ώστε να στριφογυρίσεις. Δύο φορές, όχι παραπάνω, μετά θα γυρίσεις κάθετα με τα πόδια κάτω, θα συσπειρωθείς για την τούμπα, θα τεντωθείς και μπλουμ!
  • -          Απ’ όλα όσα είπες, μόνο το μπλουμ ήταν το εύκολο. Πώς στο καλό θα γυρίσω οριζόντια; Αν το κάνω αυτό θα το βγάλω και το υπόλοιπο.
  • -          Λοιπόν, κοιτά. Είναι σαν να ξαπλώνεις σε ένα αόρατο κρεβάτι και να θες να αλλάξεις πλευρό.
  • -          Ναι βρε πουλάκι μου. Το πρόβλημά μου είναι να ξαπλώσω σ’ αυτό το κρεβάτι. Σ’ αυτό το σημείο πλησίασα στο κρεβάτι του, με το σώμα παράλληλα με την δεξιά πλευρά και την πλάτη προς το στρώμα. Πώς θα το κάνω, έτσι; Και λέγοντας αυτό, πήδηξα με την πλάτη στο κρεβάτι και κύλισα από τα μαξιλάρια μέχρι τα πόδια.
  • -          Ακριβώς έτσι! Μου απάντησε.
  • Σήκωσα το κεφάλι έκπληκτη και το έκανα τόσο απότομα που βρέθηκα πεσμένη στο πάτωμα, πάνω στη μοκέτα. Ο Κώστας γελούσε. Μόλις κατάλαβα τι είχα πάθει άρχισα να γελάω κι εγώ.
  • -          Γιατί γελάς τώρα; τον ρώτησα μετά από λίγο ενώ πνιγόμουνα από ένα νέο κύμα γέλιου.
  • -          Γιατί γελάς κι εσύ! Μου απάντησε μισοπνιγμένος.
  •        Μείναμε έτσι αρκετή ώρα ώσπου χρειάστηκε να πάω στην τουαλέτα.
  • -          Αυτό είναι που λέμε «κατουρήθηκε από τα γέλια», μου είπε ο Κώστας σοβαρός μόλις βγήκα από το μπάνιο. Ένα νέο κύμα νευρικού γέλιου με κατέκλυσε. Περπατώντας σκόνταψα στα πόδια μου – νέο νευρικό φυσικά – και έπεσα με τα μούτρα στο κρεβάτι του. Με κύλησε στο πλάι και κάθισε δίπλα μου γελώντας υστερικά. Γελούσαμε έτσι δίπλα δίπλα τόσο δυνατά που σε λίγο ακούσαμε την ταβανόσκουπα του κάτω ορόφου να χτυπάει με δύναμη.
  • -          Ουπς! είπα εγώ προσπαθώντας να καταπιώ τα γέλια, πράγμα που μου έφερε λόξυγκα. Στο πρώτο «χικ» ο Κώστας γέλασε ακόμα πιο υστερικά. Πρέπει να ήμασταν ένα φοβερό θέαμα αν μας έβλεπε κανείς. Ο Κώστας να γελάει υστερικά και να χτυπιέται στο στρώμα κι εγώ να γελάω δίπλα του, διακοπτόμενη όμως από το λόξυγκα. Όταν κάποια στιγμή καταφέραμε να ησυχάσουμε και σηκώθηκα να φύγω, έξω είχε σουρουπώσει. Στην πόρτα με πρόλαβε και με κράτησε από τον ώμο.
  • -          Μου χρωστάς ένα στοίχημα, μου υπενθύμισε με ένα γελάκι – υπήρξα υπερβολικά σίγουρη ότι δε θα χρειαζόμουνα τη βοήθειά του και αποδείχτηκε ότι είχα λάθος.
  • -          Μην αρχίζεις! Του είπα προσπαθώντας να φανώ αυστηρή, με παταγώδη αποτυχία. Μπαίνοντας στο ασανσέρ άκουγα ακόμη το γέλιο του, μακρινό, σαν από χωνί.
  •         Την επόμενη μέρα παρουσιάστηκα στην πισίνα έτοιμη να εντυπωσιάσω το Μιχάλη Αντωνίου. Μετά το ζέσταμα ανέβηκα στο χαμηλό βατήρα και έκανα μερικές ασκήσεις. Απλή βουτιά με το κεφάλι και μερικές εύκολες περιστροφές για πάρω το κολάι. Μετά από λίγη ώρα ο προπονητής με έστειλε στα δέκα μέτρα.
  • -          Άντε να κάνεις τίποτα σοβαρό, μου είπε, γιατί θα το δεις από την τηλεόραση το προολυμπιακό έτσι όπως πας αυτές τις μέρες.
  • -          Μπορώ να κάνω σουβλάκι, του απάντησα κοιτώντας τον σοβαρά, αλλά μόνο αν πέσω από πίσω.
  • Το πρόσωπό του φωτίστηκε.
  • -          Έφυγες! Μου φώναξε ενώ ήδη ανέβαινα τα πρώτα σκαλιά του βατήρα.
  •         Όταν έφτασα στην κορυφή πήρα θέση, αλλά αντί να κοιτάω την πισίνα γύρισα την πλάτη.
  • -          Πήγαινε όσο πιο άκρη μπορείς και μείνε στις μύτες! Άκουσα τον Μιχάλη Αντωνίου να φωνάζει από κάτω. Έκανα μερικά μικρά βηματάκια, μέχρι που ένιωσα τις φτέρνες μου να προεξέχουν στο κενό. Σηκώθηκα στις μύτες και έκανα άλλο ένα βήμα, τώρα βρισκόμουν ακριβώς στο ρείθρο, χιλιοστά μόλις από την άκρη του βατήρα. Σήκωσα τα χέρια μου, λύγισα τα πόδια και πήδηξα. Άφησα το σώμα μου να πέσει πίσω. Μόλις ένιωσα ότι είχα ξαπλώσει στο αόρατο κρεβάτι του Κώστα προσπάθησα να μετατοπίσω το βάρος μου στα δεξιά. Το κατάφερα και ένιωσα να γυρίζω σαν ψητό αρνί του Πάσχα. Μία, δύο, τρεις φορές. Κατέβασα τα πόδια – ένας θεός ξέρει πώς το έκανα – και μάζεψα τα γόνατά μου στο στήθος. Μία, δύο τούμπες. Τεντώνω τα χέρια και το κορμί μου με το κεφάλι κάτω και βλέπω το νερό να έρχεται πάνω μου. Μπαίνουν πρώτα οι παλάμες μου, ανοίγοντας την επιφάνεια στα δύο. Τεντώνω τα πόδια όσο πιο πολύ μπορώ και μπαίνει και το κεφάλι μου. Ακολουθούν με ταχύτητα οι ώμοι, το στομάχι και τα πόδια μου. Μόλις περνούν και τα γόνατά μου νιώθω το τσούξιμο. Πάλι δεν έκανα καλή είσοδο. Έχω φτάσει στον πάτο, ανεβαίνω να πάρω αέρα. Ο Μιχάλης Αντωνίου χειροκροτάει. Βγαίνω από την πισίνα και κοιτάω τον Κώστα.
  • -          Μου χρωστάς πέντε ευρώ, είναι το μόνο που μου είπε.
  • -          Αν είναι να κερδίσω κάτι χάρη σε σένα, χαλάλι. Του έδωσα τα λεφτά. Αυτή η βουτιά μου είχε στοιχίσει ακριβά, αλλά πού θα πάει. Θα τα έπαιρνα πίσω, κάποια στιγμή...
  •         Για όλο τον υπόλοιπο μήνα έκανα σκληρή προπόνηση. Πολλές ασκήσεις στους χαμηλούς βατήρες για ενδυνάμωση των ποδιών, των κοιλιακών, των ραχιαίων, των χεριών. Δοκίμασα πολλές παραλλαγές συνδυασμών προκειμένου ο Μιχάλης Αντωνίου να καταλήξει στο καλύτερο πρόγραμμα, πάνω στο οποίο θα έχυνα αίμα, ιδρώτα και δάκρυα για να το ετοιμάσω για τα προολυμπιακά. Όταν επιτέλους αποφάσισε, ήμασταν στα τέλη του Αυγούστου. Ο Κώστας κι εγώ είχαμε οχτώ γεμάτους μήνες για να δουλέψουμε τις βουτιές μας. Στις 22 του μήνα επέστρεψε ο πατέρας μου, νωρίτερα απ’ όσο τον περιμέναμε. Πήραμε όλη η οικογένεια άδεια, οι γονείς μου από τη δουλειά κι εγώ από τον προπονητή μου – «Δύο εβδομάδες, να κολυμπάς για να μη χάσεις τη φόρμα σου, να γυμνάζεσαι κάθε δύο μέρες, αν βρεις κολυμβητήριο ανοιχτό να μην μπεις και σε κλέψουν άλλοι. Αυτά! Α, και να περάσεις καλά» – και πήγαμε στην Νάξο μαζί με κάτι οικογενειακούς φίλους.
  •          Μέναμε σε ένα αρκετά τουριστικό μέρος κοντά στη Χώρα, με την πιο υπέροχη παραλία του κόσμου. Φυσικά, μόλις πάτησα το πόδι μου στην άμμο ξέχασα και τον Μιχάλη Αντωνίου και τις οδηγίες του. Αγόρασα ένα στρώμα και δύο αντηλιακά και τις πρώτες τρεις μέρες τις πέρασα στη θάλασσα. Το πρωί σηκωνόμουνα κατά τις εννιά και γύρω στις δέκα πασαλειβόμουνα με αντηλιακό, πετούσα το στρώμα στο νερό και δεν κατέβαινα από πάνω πριν πάει δώδεκα. Στη συνέχεια κολυμπούσα λιγάκι, μέχρι να με τραβήξει η μητέρα μου στις σκιές γιατί «πρέπει να αποφεύγεις τη ζέστα του μεσημεριού, θα σε βαρέσει στο κεφάλι», όπως έλεγε. Την τέταρτη μέρα με πλησίασε ένας τύπος και πιάσαμε την κουβέντα.
  •           Τον λέγανε  Άρη, ήταν ψηλός, μαυρισμένος, με καστανά σγουρά μαλλιά κουρεμένα σε μέτριο μήκος και μελιά μάτια. Κολυμπούσε εκπληκτικά και φαινόταν ενδιαφέρων. Στην Αθήνα έμενε στο Φάληρο με τη μητέρα του και δύο μήνες κάθε καλοκαίρι τους περνούσε μαζί με τον πατέρα του – οι γονείς του είχαν χωρίσει όταν ήταν μικρός – ο οποίος τον πήγαινε κάθε χρόνο και σε ένα νησί. Ήταν 17 χρονών, όπως κι εγώ, και μόλις είχε τελειώσει το σχολείο ενώ τώρα περίμενε να ανακοινωθούν οι βάσεις, κάτι που θα γινόταν από μέρα σε μέρα, για να δει αν είχε περάσει στην Αρχιτεκτονική. Μετά από μερικές μέρες μαζί στην παραλία και το ξενοδοχείο, μου έκλεισε ραντεβού για παγωτό σ’ ένα καφέ της περιοχής. Έτσι, στις 30 Αυγούστου, προέκυψε η πρώτη μου σοβαρή σχέση.
  •           Την επομένη, μου έστειλε μήνυμα ο Κώστας ότι ανακοινώθηκαν οι βάσεις. Μαζί με τον Άρη πήγαμε στον υπολογιστή του ξενοδοχείου και μπήκαμε στη σελίδα του υπουργείου. Εκείνος είχε το ποντίκι και κοίταξε πρώτα την Αρχιτεκτονική. Είκοσι μία χιλιάδες διακόσια τριάντα τέσσερα μόρια.
  • -          Περνάς; τον ρώτησα
  • -          Περνάω! μου απάντησε.
  • -          Κοίτα και τη Νομική! Έτρεμα ολόκληρη – «κάνε να περάσω! κάνε να περάσω!»
  • -          Δεκαοχτώ χιλιάδες εννιακόσα είκοσι δύο, μου ανακοίνωσε.
  • -          Περνάω! Άρη περνάω! Ήμουν τόσο ενθουσιασμένη που από τη χαρά μου τον φίλησα. Και τότε εμφανίστηκαν οι γονείς μου. Ο πατέρας μου έβηξε διακριτικά μόλις μας είδε.
  • -          Εμ, μαμά, μπαμπά, αυτός είναι ο Άρης. Αφού χαιρετήθηκαν και γνωρίστηκαν, ετοιμάστηκα να τους ανακοινώσω και το δεύτερο νέο.
  • -          Μαμά, πέρασα! Πέρασα στη Νομική! Αγκαλιαστήκαμε και οι τρεις. Μετά από λίγο πήγα να τηλεφωνήσω στον Κώστα και το Μιχάλη Αντωνίου. Πήρα πρώτα τον προπονητή.
  • -          Έλα κούκλα, τι έγινε; Η φωνή του τον έφερε σχεδόν δίπλα μου, κάνοντάς με να συνειδητοποιήσω ότι μου είχε λείψει.
  • -          Πέρασα στη Νομική!
  • -          Συγχαρητήρια Μαράκι! Συγχαρητήρια! Δεν πιστεύω να σταματήσεις τις καταδύσεις, έτσι; Ανησυχούσε πραγματικά για τον πρωταθλητισμό, τόσο που, αν δεν τον ήξερα, θα νόμιζα ότι δεν ήθελε να περάσω στο πανεπιστήμιο.
  • -          Αφού τα είπαμε αυτά. Θα συνεχίσω στο τουρνουά. Θα τα πούμε την άλλη βδομάδα. Παίρνω τον Κώστα.
  • -          Είναι στη Μύκονο με τη Φανή, πρόλαβε να μου πει πριν κατεβάσω το ακουστικό. Λίγο με ένοιαζε. Ο Κώστας είχε γίνει ο καλύτερός μου φίλος, είχε καθήκον να υποστεί τον ενθουσιασμό μου. Πήρα το τηλέφωνό του.
  • -          Περνάς! Ήταν το πρώτο πράγμα που μου είπε μόλις το σήκωσε.
  • -          Το ξέρω! του φώναξα κι εγώ με όλη μου τη δύναμη. Σ’ ευχαριστώ, σ’ ευχαριστώ που μου έστειλες μήνυμα!
  • -          Ξέρεις, μου είπε διστακτικά, βασικά, ήταν η Φανή που...
  • -          Βλάκα! Τον έκοψα παιχνιδιάρικα.
  • -          Αλλά εγώ μπήκα στο σάιτ και κοίταξα τη Νομική, αυτό το είπε συμπληρωματικά, ήξερα ότι με πείραζε, όπως επίσης ήξερα ότι θα ενδιαφερόταν να μάθει για μένα. Στο κάτω κάτω ένα μήνα και του είχα φάει το κεφάλι με τις βάσεις.
  • -          Ξέρεις πόσο θα ήθελα τώρα να είμαστε όλοι μαζί. Ο Μιχάλης, η Φανή, εσύ, ο Άρης κι εγώ... Ονειροπολούσα.
  • -          Ποιος είναι ο Άρης; Με ρώτησε με περιέργεια.
  • -          Μεγάλη ιστορία, θα σου τα πω από κοντά. Πότε γυρίζεις;
  • -          Την άλλη Κυριακή με το «Ιθάκη», φεύγω από εδώ στις δύο το μεσημέρι.
  • -          Τότε θα σε δω στο καράβι! του είπα και του το έκλεισα.
  •         Λίγο αργότερα συναντήθηκα με τον Άρη στην παραλία. Είχε πάρει κι αυτός τη μητέρα και την αδερφή του να τους πει τα νέα. Ήταν ενθουσιασμένος. Κι εγώ το ίδιο.
  • -          Τι λες; Πάμε το βράδυ στη Χώρα να το γιορτάσουμε;
  • Μόνο και μόνο για να του τη σπάσω του απάντησα παίζοντάς το δήθεν «συνετή και καλό κορίτσι».
  • -          Τα ποτά και τα ξενύχτια κλείνουν τα καλύτερα τα σπίτια, κι εγώ κάνω πρωταθλητισμό...
  • Με κοίταξε, δε με είχε περάσει ούτε για «το κορίτσι του μπαμπά» ούτε για αθλήτρια.
  • -          Πλάκα κάνω, του εξήγησα αμέσως. Πρωταθλητισμό όμως κάνω, στις καταδύσεις.
  • -          Νομίζω ότι έχω κάτι καλύτερο, μου είπε τελικά. Τρώμε με τους γονείς μας το μεσημέρι, να χαρούν κι αυτοί, και πάμε για βραδινό μπανάκι κατά τις οχτώ. Εκεί μου λες και για τις καταδύσεις και για όλα. Δέχτηκα κι εκείνη η νύχτα αποδείχτηκε μία από τις ομορφότερες της ζωής μου.
  •          Στις εφτάμιση, λες και το έκανε ειδικά για μας, η παραλία άρχιζε να αδειάζει. Λίγο αργότερα είχε μείνει ελάχιστος κόσμος που κι αυτός έφυγε μόλις έπεσε ο ήλιος. Είχαμε μείνει εμείς κι άλλα τρία άτομα.
  • -          Τι ήταν αυτά που έλεγες για πρωταθλητισμό; με ρώτησε ο Άρης αγκαλιάζοντάς με πάνω στην πετσέτα, όταν τελειώσαμε με το μπάνιο.
  • Του είπα όλη την ιστορία. Από την πρώτη μου βουτιά και τον παραλίγο πνιγμό μου, λίγες μέρες αργότερα, ως το πώς έμαθα το σουβλάκι. Του μίλησα για τον Κώστα, πώς τον ερωτεύτηκα μέχρι που γνώρισα τη Φανή. Για το Μιχάλη Αντωνίου, το πώς με βοήθησε όταν ο πατέρας μου ήταν στη θάλασσα της Μαλαισίας και τι ρόλο έπαιζε στη ζωή μου. Του είπα για το προολυμπιακό τουρνουά και τα πλάνα που είχα κάνει για να συνδυάσω την αγάπη μου για τις καταδύσεις με την αγάπη μου για τη δικηγορική. Του μιλούσα πολύ ώρα, χωρίς να με διακόψει ούτε μια φορά. Όταν τελείωσα είχε εντυπωσιαστεί. Όχι από τις καταδύσεις ή τα σχέδιά μου για Ολυμπιακούς Αγώνες, αλλά από το πόση προσπάθεια έκανα για να τα καταφέρω όλα.
  •         Μετά μίλησε αυτός. Μου είπε για το σχολείο και τους φίλους του που ήταν τα πιο σημαντικά πράγματα, εκτός από την οικογένεια, στη ζωή του. Από δημοτικό είχε πάει στο Κολλέγιο, κι εκεί τελείωσε το σχολείο. Αγαπούσε τους καθηγητές του και τα παιδιά. Έκανε εύκολα παρέες με αγόρια και κορίτσια που τα περισσότερα έφυγαν στο εξωτερικό για να σπουδάσουν. Αυτός κι ο κολλητός του έμειναν στην Αθήνα. Τώρα που θα πήγαινε στη σχολή, θα νοίκιαζε ένα δυαράκι κοντά στο πανεπιστήμιο και θα έμενε εκεί. Στη συνέχεια, μου είπε για την οικογένειά του. Τη μητέρα του την υπεραγαπούσε, χάρη σ’ αυτήν είχε γίνει όπως ήταν. Με τον πατέρα του τα πήγαιναν καλά, αν και τον έβλεπε πολύ σπάνια. Ταξίδευε στον κόσμο για δουλειές και καθόταν σπίτι τρεις ή τέσσερις μήνες το χρόνο. Αυτός ήταν και ο λόγος που χώρισαν οι γονείς του. Την αδερφή του την αγαπούσε επίσης πολύ. Ήταν πέντε χρόνια πιο μεγάλη και ετοιμαζόταν να παντρευτεί. Δεν είχε περάσει στο πανεπιστήμιο κι έτσι πήγε σ’ ένα ιδιωτικό ΙΕΚ και σπούδασε «make up artist» - δηλαδή τρίχες κατσαρές - και τώρα ήταν έγκυος. «Απλή και εύκολη ζωή. Λίγα πράγματα του λείπανε και ήταν ευτυχισμένος με όσα είχε.» Αυτό είχα σκεφτεί για τον Άρη Γληνό.
  •         Είπαμε κι άλλα πολλά εκείνο το βράδυ. Ξαπλωμένοι στις πετσέτες νιώθαμε να φεύγει η ζέστη της άμμου, ακούγαμε τον παφλασμό της θάλασσας και βλέπαμε το φεγγάρι να ανεβαίνει στον ουρανό. Εκείνος με κρατούσε αγκαλιά και μου ψιθύριζε διάφορα. Εγώ άκουγα μαγεμένη, ένιωθα την κάθε στιγμή και ήμουν ολοκληρωτικά και με όλη μου την ψυχή ευτυχισμένη – και ερωτευμένη. Μιλώντας έτσι, και με τη ζεστασιά της νύχτας, καταλήξαμε να μας πάρει ο ύπνος στην άμμο. Ξυπνήσαμε το επόμενο πρωί τα χαράματα από τον ήλιο που έπεφτε απάνω μας και τις φωνές των ανθρώπων στα ξενοδοχεία και τις ταβέρνες. Πηγαίνοντας στο δωμάτιο να αλλάξω, ένιωθα μια ζεστή, ζαχαρένια αίσθηση που ήθελα να κρατήσει για πάντα. Μόνο πέντε μέρες είχανε μείνει στο νησί που – όπως συμβαίνει με όλα τα ωραία – περάσανε σαν νερό. Με τον Άρη κάναμε μερικές βόλτες στο εσωτερικό και περάσαμε ατελείωτες ώρες μαζί σε παραλίες και μικρά χωριά.
  •         Κάποια στιγμή, έφτασε η μέρα που θα φεύγαμε. Για μένα θα άρχιζε ένας μαραθώνιος προπονήσεων μέχρι το προολυμπιακό, ενώ εκείνος γυρίζοντας στην Αθήνα, δύο μέρες αργότερα, θα έψαχνε να βρει σπίτι και έπιπλα κάπου κοντά στη σχολή του. Κανονίσαμε την επόμενη συνάντησή μας και μετά οι γονείς μου κι εγώ μπήκαμε στο καράβι που θα μας γύριζε πίσω. Ένιωθα έναν κόμπο στο λαιμό μου όπως έβλεπα το λιμάνι – με τον Άρη – να φεύγει. Τα σπίτια μίκραιναν, το κάστρο χάθηκε στο τοπίο και οι άνθρωποι έπαψαν να ξεχωρίζουν. Αναστέναξα. Κάθισα έτσι στο κατάστρωμα χαζεύοντας τη θάλασσα από την πρύμνη του πλοίου πολύ ώρα. Σκεφτόμουνα παραλίες, θάλασσες, ήλιο, ζέστη και ανάμεσα σε όλα αυτά το πρόσωπο του Άρη κοντά στο δικό μου, να μου ψιθυρίζει για τα σχέδιά του, για το τι θα κάναμε μαζί στην Αθήνα. Τον Άρη στην παραλία να κολυμπάει για να προλάβει στο στρώμα μου που το είχε πάρει ο αέρας και να μου το φέρνει πίσω χαμογελώντας περήφανα. Τον Άρη να διαλέγει το παγωτό που θα έπαιρνα από το περίπτερο και εγώ να περιμένω να το δοκιμάσω με κλειστά μάτια.
  •         Τώρα πιάναμε στη Μύκονο. Οι ανεμόμυλοι ξεχώριζαν στο βάθος, ανάμεσα στα ασπρισμένα σπίτια. Κάτω στο λιμάνι ο κόσμος περίμενε να ξεφορτώσει το καράβι για να ανεβεί. Σε είκοσι περίπου λεπτά φεύγαμε κι από εκεί. Ξανά το λιμάνι απομακρυνόταν, τα σπίτια μίκραιναν και οι άνθρωποι μαύριζαν και μίκραιναν μέχρι που δεν τους ξεχώριζες πια. Αναστέναξα...
  • -          Μελαγχολίες; Η γελαστή φωνή του Κώστα με έκανε να πεταχτώ.
  • Γύρισα, ήταν αυτός, με τη Φανή δίπλα του – Μα φυσικά, γυρίζαμε με το ίδιο πλοίο – και γελαστός όπως πάντα. Τον αγκάλιασα δυνατά και με φίλησε στο μάγουλο.
  • -          Μου έλειψες, του είπα χαμογελώντας. Χαιρέτησα τη Φανή. Είχαν μαυρίσει και οι δύο και δείχνανε πολύ ωραίοι μαζί. Τους το είπα.
  • -          Εσύ είσαι μαυρισμένος και ξανθός και η Φανή μαυρισμένη και μελαχρινή. Σας πάει!
  • Γέλασαν και οι δύο. Τη μιάμιση ώρα που χρειαζόταν μέχρι την Τήνο την περάσαμε οι τρεις μας λέγοντας νέα και εντυπώσεις από τις διακοπές. Από την Τήνο μέχρι τη Ραφήνα – στη Ραφήνα θα πηγαίναμε, ήταν πιο φθηνό το εισιτήριο – θέλαμε γύρω στις τρεις ώρες. Πιάσαμε μια σκιά και καθίσαμε να τα πούμε. Είχα να δω τη Φανή πολύ καιρό. Στο μεταξύ, είχε βγάλει δίπλωμα και οι γονείς της της είχαν αγοράσει ένα μικρό παλιό μεταχειρισμένο «κατσαριδάκι» βολκσβάγκεν. Στη σχολή της τα πήγαινε καλά, είχε παρέες και συγκάτοικο για να μοιράζεται το νοίκι του σπιτιού, περνούσε τα μαθήματά της σε κανονική βάση, χωρίς να χρωστάει σχεδόν τίποτα και υπολόγιζε ότι σε άλλα τρία χρόνια, αν συνέχιζε έτσι, θα είχε πάρει το πτυχίο της και θα επέστρεφε στην Αθήνα. Αφού έμαθα για αυτήν, ήταν σειρά μου να τους πω για τον Άρη. Μέχρι να τελειώσω, είχαμε περάσει το Κάβο Ντ’ όρο και τους Πεταλιούς και το λιμάνι της Ραφήνας αχνοφαινόταν στο βάθος.
  •         Τότε ήταν που συνειδητοποίησα ότι δεν είχα ιδέα πού ήταν οι γονείς μου, με τα πράγματά μου – που, σαν καλή κόρη, τους τα είχα φορτώσει – και σε λιγότερο από μισή ώρα έπρεπε να κατεβούμε. Ο Κώστας μου έδωσε το κινητό του και τους πήρα τηλέφωνο. Καταφέραμε να βρεθούμε και μόλις το καράβι έριξε άγκυρα περιμέναμε στην πρώτη σειρά για να βγούμε γρήγορα και να προλάβουμε το ΚΤΕΛ. Αντί γι αυτό, μας στρίμωξε η Φανή στο αυτοκινητάκι της. Ο πατέρας μου μπροστά και οι υπόλοιποι τρεις πίσω, η μητέρα μου ανάμεσα στον Κώστα κι εμένα, και οι βαλίτσες μας στην μπαγκαζιέρα, όπου ένας θεός ξέρει πώς χώρεσαν. Σε κάτι λιγότερο από μία ώρα φτάσαμε στο Νέο Ηράκλειο και κατεβήκαμε στο σπίτι του Κώστα. Από εκεί περπατήσαμε μέχρι το σπίτι μας και όσο οι γονείς μου τακτοποιούσαν ρούχα και έβαζαν πλυντήρια εγώ έπαιρνα τηλέφωνο τον Άρη, να του πω ότι έφτασα σπίτι μου ζωντανή, και τον Μιχάλη Αντωνίου, να του πω ότι την επόμενη μέρα θα ήμουνα στην πισίνα στις δέκα το πρωί. Μετά αποφάσισα να βοηθήσω κι εγώ στο συμμάζεμα και στρώθηκα στη δουλειά, μέχρι το βράδυ.
  •         Την επόμενη μέρα σηκώθηκα πρωί και έφτιαξα ξανά τον σάκο μου, που τώρα αντί για πετσέτα είχε το μπουρνούζι μου, αντί για αντηλιακό την κρέμα για τα τραβήγματα ενώ το μπικίνι μου το αντικατέστησα με το αθλητικό ολόσωμο που είχα αγοράσει πριν από τρία χρόνια. Αναστέναξα, αυτές ήταν οι τελευταίες πινελιές που δήλωναν ότι οι διακοπές είχαν περάσει ανεπιστρεπτί. Έβαλα τα αθλητικά μου και μια φόρμα, πήρα το σάκο μου και πήγα στο κολυμβητήριο. Ήμουνα έτοιμη πριν από τις δέκα που είχα ραντεβού με τον Μιχάλη Αντωνίου κι έτσι άρχισα να κάνω ένα καλό ζέσταμα γιατί οι δύο βδομάδες τις χαλάρωσης ήταν σίγουρο ότι με είχαν πάει αρκετά πίσω όσων αφορά τη μυϊκή μου κατάσταση. Κολύμπησα λιγάκι στη μεγάλη πισίνα, έκανα κάμποσους κοιλιακούς και ραχιαίους, δοκίμασα κάτι ασκήσεις που είχα δει για τα χέρια και τα πόδια και κολύμπησα λίγο ακόμα. Μετά πήγα στο τραμπολίνο και τους χαμηλούς βατήρες – δεν έπεφτα ποτέ από ψηλά χωρίς τον προπονητή μου – και έκανα κάποιες βουτιές ξαναβρίσκοντας σταδιακά τη φόρμα μου.
  •         Όταν πια πήγε δέκα και μισή και ο Μιχάλης Αντωνίου δεν είχε εμφανιστεί πήγα στα αποδυτήρια για να βρω το κινητό μου και να τον πάρω τηλέφωνο. Μου είχε κάνει μια αναπάντητη και τον πήρα πίσω. Στο τρίτο κουδούνισμα το σήκωσε.
  • -          Μαράκι; η φωνή του ακουγόταν από πολύ μακριά.
  • -          Τι έγινε; τον ρώτησα. Πού είσαι;
  • -          Μαρία, μπορείς να πας στο σπίτι του Κώστα; ακουγόταν ανήσυχος και σοβαρός. Κάθισα στον πάγκο.
  • -          Τι έγινε; τον ρώτησα, ανήσυχη τώρα. Ο τόνος του δεν μου άρεσε καθόλου.
  • -          Εγώ έχω μπλέξει στην κίνηση και δεν μπορώ να πάω. Πήγαινε σε παρακαλώ. Δε μου έδωσε εξηγήσεις και δεν είχα καταλάβει.
  • -          Μα είμαι στην πισίνα! Του είπα έκπληκτη, είχε ξεχάσει ότι είχαμε ραντεβού για προπόνηση;
  • -          Τόσο το καλύτερο, είσαι κοντά. Πήγαινε, θα έρθω κι εγώ μόλις τα καταφέρω. Με αυτά τα λόγια μου το έκλεισε. Σήκωσα τους ώμους και πήγα να πλυθώ. Ο τόνος του δεν είχε τίποτα το επείγον, οπότε κι εγώ πήρα το χρόνο μου. Έπλυνα τα μαλλιά μου καλά και κάθισα λίγη ώρα κάτω από το δροσερό νερό. Καθώς ντυνόμουνα ένιωθα ανανεωμένη. Τακτοποίησα τα πράγματα στο σάκο μου, έδεσα τα παπούτσια μου και χτενίστηκα. Μισή ώρα μετά το τηλεφώνημα του Μιχάλη Αντωνίου έβγαινα από το ΟΑΚΑ και σε άλλα δέκα λεπτά χτυπούσα την πόρτα του Κώστα.