Δευτέρα, 18 Φεβρουαρίου 2013

Δε χωράς πουθενά

 Ασφυκτιας! Πνίγεσαι μέσα σε μια ρουτίνα. Καταπιεστική, που σου πιέζει το στήθος, το πιέζει, το βαραίνει, σε πατάει κάτω και σε γονατίζει  Κι όμως, εσύ πρέπει να είσαι όρθιος, χαμογελαστός, φανάρι στη σκοτεινιά, όχι για κανέναν άλλο, αλλά για σένα.
        Όταν ένα χέρι σε πιέζει στη θάλασσα και δεν σε αφήνει να ανέβεις στην επιφάνεια, να πάρεις ανάσα, στην αρχή κλωτσάς, μάχεσαι, αγωνίζεσαι για τη γουλιά τον αέρα. Έπειτα όμως παραδίνεσαι στη δύναμη και το βάρος του χεριού που σε πιέζει. Και βυθίζεσαι, βυθίζεσαι στο νερό, χωρίς να μπορείς να κάνεις τίποτα.
        Τότε, έχεις δύο επιλογές. Να αφεθείς και να μείνεις εκεί παγωμένος για πάντα στην άβυσσο ή να περιμένεις να ακουμπήσεις το βυθό και με όση δύναμη σου έχει απομείνει να κλωτσήσεις δυνατά και να φτάσεις στην επιφάνεια. Στην πολυπόθητη ανάσα.
        Υπάρχει όμως και η περίπτωση που το χέρι που σε πνίγει είναι το ίδιο το χέρι που θα σε σώσει. Αν παλέψεις εναντίον του θα σε πατήσει πιο δυνατά, αν αφεθείς, την τελευταία στιγμή θα σε τραβήξει για να αναπνεύσεις, μια ανάσα, πριν σε ξαναπατήσει.
        Το χέρι είναι η ίδια η ζωή, το νερό η στάση μας απέναντί της και ο βυθός... Ο βυθός; Ο βυθός είναι χιλιάδες κόκκοι άμμου. Ο βυθός είμαστε εμείς οι ίδιοι, οι φίλοι μας, οι άνθρωποι γύρω μας. Χωρίς το βυθό δε θα ξαναφτάναμε ποτέ στην επιφάνεια.
        Και τι γίνεται αν ο βυθός είναι σαθρός; Είμαστε καταδικασμένοι να αφεθούμε στα παγωμένα νερά, στην άβυσσο, χωρίς μάχη; Χωρίς ούτε κάνει μια προσπάθεια; Κι αν μείνουμε χωρίς βυθό; Αν οι αμετρητοι κόκκοι άμμου γίνουν μια τόση δα χούφτα χώμα;
        Η ρουτίνα καταστρέφει τις σχέσεις, χαλαρώνει τους δεσμούς. Η ρουτίνα, αν δε δαικοπεί, θα μας σκοτώσει, θα μας ισοπεδώσει, θα μας γωνατίσει τόσο που θα έχουμε ξεχάσει πώς μα σηκωθούμε. Θα μας αφήσει μόνους.
        Μόνος: χωρίς παρέα, χωρίς κανέναν, χωρίς οικογένεια, χωρίς φίλους, χωρίς σχέσεις. ΧΩΡΙΣ. Μόνος: εσύ κι ο εαυτός σου σ´ένα αυτοκαταστροφικό ντουέτο, ένα βαλς προς το απόλυτο κενό. Και το χειρότερο είναι όταν ξέρεις ότι το κενό έρχεται ακόμη πιο κοντά. Κι εσύ στροβιλίζεσαι με ταχύτητα και βλέπεις όλους κι όλα να φεύγουν όλο και μακρύτερα. Και ξέρεις ότι φταις εσύ γι αυτό, αλλά δεν ξέρεις γιατί, δεν ξέρεις τι. Τι έκανες και βρέθηκες εκεί; Γιατί δεν μπορείς να το αλλάξεις;
        Και θέλεις να φωνάξεις. Να σηκώσεις το κεφάλι ψηλά και με όση δύναμη έχεις να φωνάξεις: "Βοήθεια! Χάνομαι! Σώσε με!" Μια ανοιχτή παράκληση. Αλλά ποιος θα έρθει να σε βοηθήσει; Μήπως κανείς; Και τότε καταλαβαίνεις ότι πρέπει, πάση θυσία, ν´αφήσεις τον παρτενέρ σου. Αυτός σε καταστρέφει. Αυτός δε σε αφήνει να πετάξεις από πάνω σου τη μιζέρια και με ένα ουρλιαχτό, σαν του άγριου ζώου, να ριχτέις πίσω στη μάχη για να ξανακερδίσεις ό, τι, χωρίς καν να ξέρεις γιατί και πώς, έχασες