Παρασκευή, 31 Μαΐου 2013

Βουτιά προς την επιτυχία Κεφάλαιο 1


  •            Παλμός, σπάσιμο της μέσης, το κεφάλι μπροστά. Να μην ξεχάσω να τεντώσω τα πόδια στο τελείωμα. Φου! Έτοιμη και... βουτιά!
  • -          Ναι, κυρίες και κύριοι, και αυτή η κατάδυση φέρνει την Ελληνίδα πρωταθλήτρια στην πρώτη θέση!!!! Η Ελλάδα έχει το χρυσό, η Ελλάδα θα ανέβει στο πρώτο σκαλί του βάθρου! Και τώρα βλέπετε την Παπαδοπούλου που συγκινημένη αγκαλιάζει τον προπονητή της. Απίστευτη στιγμή, κυρίες και κύριοι, αυτή η φοβερή αθλήτρια χαρίζει στην Ελλάδα το πρώτο της χρυσό γι αυτούς τους Ολυμπιακούς αγώνες.
  •  
  •         Όλα έγιναν τόσο γρήγορα που ούτε το κατάλαβα. Συγκεντρώθηκα, βούτηξα. Βγαίνοντας από το νερό όλο το στάδιο ούρλιαζε, οι σημαίες κυμάτιζαν, στους πάγκους η κοπέλα που ήταν πρώτη έκλαιγε. Δεν είχα καταλάβει, μέχρι που άκουσα τη βαθμολογία μου. Ήμουν πρώτη, είχα κερδίσει το χρυσό μετάλλιο! Αγκάλιασα τον προπονητή μου, δεν το πίστευα. Ύστερα όλα έγιναν πολύ γρήγορα, η απονομή, ο εθνικός ύμνος, τα συγχαρητήρια, τα τηλέφωνα από την Ελλάδα, οι επισκέψεις στο δωμάτιό μου στο ολυμπιακό χωριό και τελικά η συνέντευξή μου στην απευθείας μετάδοση του κρατικού καναλιού. Κι άλλα συγχαρητήρια, οι κλασσικές ερωτήσεις των αθλητικογράφων  « Πώς αισθάνεσαι;» - πώς θες να αισθάνομαι ρε φίλε; - και όλα τα σχετικά.
  •         Μόνο μετά τα μεσάνυχτα, στο κρεβάτι μου, είχα επιτέλους καιρό να σκεφτώ πώς έφτασα ως εδώ, πώς κατάφερα να κερδίσω αυτό το χρυσό μετάλλιο που τώρα κρέμεται στην πόρτα της ντουλάπας μου. Εγώ που μέχρι χθες ήμουν μια συνηθισμένη κοπέλα, με συνηθισμένο όνομα, συνηθισμένη εμφάνιση, από τα άτομα που δε σταματάς για να τα κοιτάξεις δεύτερη φορά στο δρόμο. Και σήμερα, «Χρυσή Ολυμπιονίκης», όπως έγραφε και ο τίτλος στο μόνιτορ της κάμερας, όταν μου πήραν τη συνέντευξη.
  •         Κάθομαι και σκέφτομαι. Όλα ξεκίνησαν στο κολυμβητήριο της γειτονιάς μου, πριν από τρία χρόνια. Τότε, 16 χρονών και απηυδισμένη από το διάβασμα και το φροντιστήριο που απαιτούσε η Δευτέρα Λυκείου, συνήθιζα να πηγαίνω τα βράδια στο ολυμπιακό κολυμβητήριο που τύχαινε να είναι απέναντι από το σπίτι μου. Ένα απόγευμα, αφού είχα κάνει αρκετές διαδρομές και έβγαινα από την πισίνα μου ήρθε μια ιδέα. Αντί να πάω στα αποδυτήρια κατευθύνθηκα στην αντίθετη μεριά. Στο καταδυτήριο. Η αλήθεια είναι ότι ποτέ δεν είχα καλή σχέση με τους βατήρες. Από μικρή φοβόμουνα να ανέβω από το βατήρα της πισίνας μέχρι το βράχο της θάλασσας.
  •         Δεν ξέρω τι με είχε πιάσει εκείνη τη μέρα, αλλά αποφάσισα πως εκείνη ακριβώς τη στιγμή εγώ θα πηδούσα από βατήρα – τον πιο χαμηλό βέβαια, αλλά εν πάση περιπτώσει βατήρα – και μάλιστα με το κεφάλι. Ανέβηκα λοιπόν και άρχισα να περπατάω στη σανίδα, όταν με τρόμο διαπίστωσα πως, από ένα σημείο και μετά, αυτή κουνιόταν σε κάθε μου βήμα σαν τραμπολίνο, και ούτε με τα τραμπολίνα είχα καλή σχέση. «Θα πηδήξεις!», προσπάθησα να τρομοκρατήσω τον εαυτό μου. Έκανα ένα δειλό βήμα, η σανίδα τρεμόπαιξε, ύστερα κι άλλο ένα, τώρα κουνήθηκε για τα καλά, έπειτα κι άλλο, εδώ κόντεψα να πέσω. Με τα πολλά, κατάφερα να φτάσω στην άκρη. Τα δάχτυλα των ποδιών μου προεξείχαν, ενώ με την παραμικρή μου κίνηση ο βατήρας κουνιόταν σ’ όλο το μήκος του.
  •         Φοβόμουν εκεί πάνω είναι η αλήθεια. Έτσι όπως κοιτούσα το νερό, από κάτω μου ένιωσα τη ζαλάδα του πανικού να με έχει σχεδόν κυριεύσει. «Ή τώρα ή ποτέ!». Λύγισα τα πόδια, ο βατήρας τραμπαλίστηκε επικίνδυνα και χαμήλωσε μαζί με το σώμα μου, λίγο ακόμα και θα πάθαινα κρίση υστερίας. Τέντωσα τα χέρια πάνω από το κεφάλι μου, με είχε κυριεύσει τόσο πολύ ο φόβος που σχεδόν δεν ένιωσα το βατήρα που έτρεμε κάτω από τα πόδια μου. Με μία υπεράνθρωπη, για μένα, προσπάθεια πήδηξα.
  •        Η ώθηση που έδωσα εγώ σε συνδυασμό με την εύκαμπτη σανίδα του βατήρα με τίναξε ψηλά. Για μια στιγμή ένιωσα να αιωρούμαι, την επόμενη έσκιζα τα νερά και ο απέναντι τοίχος ερχόταν καταπάνω μου. Ανέβηκα στην επιφάνεια και κοίταξα πίσω μου. Οι αφροί που είχαν μείνει στην πισίνα φανέρωναν πως τα είχα καταφέρει. Δε φοβόμουνα πια, αντιθέτως ένιωθα σα να είχα πατήσει την πιο ψηλή κορυφή του κόσμου. Αισθανόμουν υπέροχα. Βγήκα από την πισίνα και έβαλα τα χέρια στη μέση επιθεωρώντας τι είχα κάνει. Από μέσα μου θριαμβολογούσα – μπράβο κοπελιά, είσαι αστέρι, φοβερή, ο πιο γενναίος άνθρωπος του κόσμου, βουτηχταρού μου εσύ!  – και αφοσιωμένη στον εαυτό μου δεν κατάλαβα τον τύπο που με πλησίαζε, μέχρι που ακούμπησε το χέρι του στο ώμο μου.
  • -          Συγγνώμη...
  • Γύρισα απότομα και βρέθηκα φάτσα με φάτσα με έναν κούκλο ο οποίος με κοίταζε με περιέργεια από πάνω ως κάτω.
  • -          Ναι; απάντησα εγώ σαν ηλίθια.
  • -          Το ξέρεις ότι έχεις ταλέντο; Αυτή η βουτιά που έκανες, ήταν εκπληκτικό. Πρώτα τινάχτηκες ψηλά και μετά μπήκες στο νερό τελείως κατακόρυφα! Μιλούσε για τη βουτιά μου με θαυμασμό, σχεδόν με δέος.
  • -          Πλάκα μου κάνεις τώρα; Ρώτησα θιγμένη, ήμουν σίγουρη πως με δούλευε. Εγώ και οι βουτιές είμαστε δύο τελείως διαφορετικά πράγματα.
  • Έπαιξε τα μάτια του. Ένα πράγμα ήταν σίγουρο, δε με πίστευε.
  • -          Πώς σε λένε; Με ρώτησε ξαφνικά
  • -          Μαρία, γιατί;
  • -          Πόσο χρονών είσαι;
  • -          16, αλλά γιατί ρωτάς; Τώρα πια, εκτός από ενοχλημένη ήμουν και φοβισμένη. Ένας τύπος που δεν με ξέρει και δεν τον ξέρω να ρωτάει στα καλά καθούμενα για μένα... Κάτι δεν πήγαινε καλά.
  • -          Πρέπει να γνωρίσεις κάποιον, έλα μαζί μου.
  • -          Όπα φίλε - δε θα τολμούσε να με πάει πουθενά μπροστά σε τόσο κόσμο αν δεν το ήθελα, έτσι δεν είναι; - Πού θέλεις να με πας έτσι στα καλά καθούμενα; Αν υποθέσουμε ότι εγώ δεν θέλω να έρθω μαζί σου;
  • Γύρισε και με κοίταξε έκπληκτος. Η έκφρασή του άλλαξε αμέσως, χαμογέλασε.
  • -          Άκου, μου είπε πιο φιλικά τώρα, εγώ κάνω πρωταθλητισμό στις καταδύσεις κι εσύ έχεις ταλέντο.  Αυτό που έκανες σήμερα εγώ προσπαθώ να το καταφέρω δυο μήνες τώρα.
  • -          Ε, – σ’ αυτό το σημείο κοκκίνισα – η τύχη του πρωτάρη, είπα ντροπαλά.
  • -          Παρεμπιπτόντως, με λένε Κώστα, είπε και μου έδωσε το χέρι του, έρχεσαι συχνά εδώ;
  •         Πηγαίνοντας προς τα αποδυτήρια μιλήσαμε λίγο ακόμα, εκείνος ήταν 18 και έκανε προπόνηση δύο ώρες κάθε μέρα στο Ολυμπιακό καταδυτήριο, τα σαββατοκύριακα, τις διακοπές και τις αργίες πήγαινε δύο φορές, πρωί και απόγευμα. Είχε ήδη συμμετάσχει σε αρκετά πρωταθλήματα, αλλά δεν είχε πάει ακόμα στους Ολυμπιακούς Αγώνες που ήταν το όνειρό του. Ήθελε να μου γνωρίσει τον προπονητή του, εγώ δεν ήξερα αν ενδιαφερόμουνα. Στο κάτω κάτω της γραφής, είχα το σχολείο μου, τις σπουδές μου, ποτέ δεν είχα ασχοληθεί πολύ με κάποιο άθλημα για να κάνω πρωταθλητισμό.
  •         Έτσι γνώρισα τον πρώτο αθλητή της ζωής μου και, λίγο ως πολύ, τον ερωτεύτηκα. Ήξερα πως πρωταθλητισμός και σχολείο δύσκολα, πολύ δύσκολα πάνε μαζί. Τότε, ήθελα να μπω στη Νομική της Αθήνας και από εκεί να προσπαθήσω να πάρω υποτροφία σε κάποιο καλό αμερικανικό πανεπιστήμιο. Διάβαζα πολύ, για το σχολείο, για το φροντιστήριο, για μένα. Οι γονείς μου δεν παραπονιόντουσαν, αλλά έβλεπα ότι για να πληρώσουν τα επιπλέον μαθήματα έκοβαν από παντού. Το δημόσιο σχολείο δεν ήταν και πολύ καλό, λίγοι οι δάσκαλοι που ενδιαφερόντουσαν, και το φροντιστήριο ήταν αναγκαίο για να πάρω τις κατάλληλες βάσεις. Τα έξοδα πολλά, τα λεφτά λίγα. Όχι, ο πρωταθλητισμός δε χωρούσε στη ζωή μου.
  •         Είχαν περάσει πολλές μέρες από τότε που έκανα την πρώτη μου βουτιά. Στην πισίνα δεν είχα σταματήσει να πηγαίνω, αλλά για να κάνω τις διαδρομές μου, τίποτα άλλο. Πήγαινα, κολυμπούσα, πλενόμουνα, έφευγα, όπως πάντα. Δεν είχα μιλήσει σε κανέναν για τη συνάντησή μου με τον Κώστα – αλήθεια, ποιο ήταν το επίθετό του; - αλλά το μικρόβιο που μου είχε βάλει δεν με εγκατέλειψε. Όταν επιτέλους έφτασαν οι διακοπές του Πάσχα ανάσανα. Το σχολείο ξανάρχιζε τέλος Απριλίου και μετά μισός Μάιος, εξετάσεις και τέλος! Μέσα Ιουνίου με μέσα Ιουλίου θα πήγαινα στο φροντιστήριο και μετά... Ονειρευόμουνα τις διακοπές του καλοκαιριού. Θα κοιμόμουνα πολύ, θα διάβαζα λίγο, διακοπές... τι εκπληκτική εφεύρεση!
  •         Και τότε, σαν να άναψε ένα λαμπάκι στο κεφάλι μου. Άφησα ένα σημείωμα στη μητέρα μου που έλειπε στη δουλειά, έβαλα το μαγιό μου, έφτιαξα το σάκο μου και βγήκα σχεδόν τρέχοντας από το σπίτι. Περπατούσα με γρήγορο βήμα στο δρόμο, έστριψα τη γωνία και μπροστά στα μάτια μου υψώθηκε το ΟΑΚΑ. Πήγα στο κολυμβητήριο, χαιρέτησα τη θυρωρό – «Πώς κι από’ δω έτσι πρωί;» « Άρχισαν οι διακοπές μου του Πάσχα» - τελείωσα γρήγορα με τα αποδυτήρια και πήγα γραμμή στους βατήρες των καταδύσεων. Ναι, στις διακοπές, τις αργίες και τα σαββατοκύριακα ο Κώστας έκανε προπόνηση και το πρωί.
  • -          Έι, εκεί κοπελιά! γύρισα. Ένας κύριος, γύρω στα 50, καραφλός, κοντός, ασχημούλης με μια στρογγυλή κοιλίτσα που προεξείχε από τη μπλούζα του χειρονομούσε σαν τρελός τροχονόμος.
  • -          Σε μένα μιλάτε; Ρώτησα ευγενικά μόλις τον πλησίασα
  • -          Μάλιστα, η πισίνα των καταδύσεων είναι κλεισμένη για σήμερα το πρωί. Πρέπει να έρθεις άλλη μέρα. Σήμερα έχει προπόνηση εδώ.
  • -          Το ξέρω, μην ανησυχείτε, του είπα επιστρατεύοντας το πιο αφοπλιστικό μου χαμόγελο. Ήρθα μόνο για να δω.
  • Ο κυριούλης ανασήκωσε τους ώμους του και μου γύρισε την πλάτη. Ήμουν έτοιμη να καθίσω  στην άκρη της πισίνας όταν άκουσα βήματα από βρεγμένες σαγιονάρες. Δύο άντρες και τέσσερις γυναίκες πλησίαζαν τον κυριούλη που μου είχε μιλήσει.
  • -          Είμαστε η ομάδα που έχουμε προπόνηση, του είπαν. Αυτός έκανε μια αδιάφορη κίνηση με το κεφάλι προς τους βατήρες. Η ομάδα προχώρησε προς την άλλη άκρη του καταδυτηρίου. Άφησαν τα μπουρνούζια τους σε κάτι πλαστικές κούτες που βρισκόντουσαν εκεί στην άκρη και άρχισαν να κάνουν προθέρμανση. Κάμψεις, περιφορές των χεριών, διατάσεις, τέτοια πράγματα.
  •         Εγώ είχα καθίσει στην άκρη με τα πόδια μου μέσα στο νερό και τους χάζευα. Σε δέκα – δεκαπέντε λεπτά εμφανίστηκαν και οι προπονητές. Οι έξι αθλητές χωρίστηκαν και πήγαν ο καθένας και σε έναν διαφορετικό βατήρα. Οι δύο κοπέλες ανέβηκαν στους δύο ψηλούς – τι ύψος να έχουν άραγε; - η τρίτη και η τέταρτη στον λίγο πιο χαμηλό. Ό ένας από τους άντρες περίμενε στον πάγκο. Ο άλλος ήρθε και κάθισε δίπλα μου.
  • -          Γεια, μου είπε χαμογελώντας
  • -          Γεια, τον χαιρέτησα κι εγώ, κοκκινίζοντας εννοείται.
  • -          Πώς κι από δω; Έχω να σε δω τουλάχιστον δύο βδομάδες. Αποφάσισες επιτέλους να καλλιεργήσεις το ταλέντο σου;
  • Δεν ήξερα τι να πω. Πρέπει να τον κοίταζα σαν ηλίθια γιατί μετά από λίγο με σκούντηξε.
  • -          Είσαι καλά;
  • -          Τι; Ε, όχι, δηλαδή ναι μια χαρά – Ρεζίλι έγινα! –
  • -          Λοιπόν; Πώς και ήρθες;
  • -          Θυμήθηκα που μου είχες πει ότι στις διακοπές έρχεσαι το πρωί και είπα να δω τι κάνεις όταν έχεις προπόνηση.
  • Χαμογέλασε κι εγώ μόνο που δεν έπεσα μέσα στο νερό κατευθείαν – πάει, τη δάγκωσα άσχημα τη λαμαρίνα . Σηκώθηκε και μου έδωσε το χέρι του να σηκωθώ κι εγώ.
  • -          Θέλω να σε δει ο προπονητής μου. Μπορείς να έρθεις σήμερα το απόγευμα; Κατά τις τέσσερις; Θέλω να τον γνωρίσεις και να μου πει τη γνώμη του κι αυτός. Τι λες;
  • -          Τι;
  • -          Δεν μπορείς;
  • -          Ε, ο... δηλαδή ναι. Ναι φυσικά, δηλαδή ναι, ναι θα έρθω.
  • -          ΟΚ! θα σε δω τότε.
  • -          Εντάξει λοιπόν.
  •         Με χαιρέτησε και έφυγε. Εγώ πήγα στην πισίνα. Έκανα μερικά κατοστάρια, αλλά δεν είχα κέφι για κολύμπι. Πίσω στο σπίτι έστρωσα να διαβάσω, κάτι μου έλεγε πως αυτές τις δύο εβδομάδες θα είχα άλλα πράγματα να κάνω. Άνοιξα την τσάντα μου κι έβγαλα βιβλία, τετράδια, φυλλάδια. Ο σωρός που σχηματίστηκε με τρομοκράτησε. «Νομική!» σκέφτηκα και τράβηξα τα φυλλάδια με το άγνωστο των αρχαίων για το σχολείο. Με τις δύο πρώτες γραμμές που διάβασα θυμήθηκα ότι πριν από δύο μήνες είχα κάνει ακριβώς το ίδιο κείμενο στο φροντιστήριο. Αντέγραψα γρήγορα το συντακτικό και τη μετάφραση, χωρίς ιδιαίτερες ενοχές. Στο κάτω κάτω, εγώ τα είχα κάνει του φροντιστηρίου. Ωραία πάει αυτό. Το πέταξα αδιάφορα στο κρεβάτι και τράβηξα το επόμενο τετράδιο. Μαθηματικά. Το άνοιξα και ξεκίνησα να λύνω τις ανισώσεις. Χι στο τετράγωνο συν χι τρίτης μεγαλύτερο ή ίσο του, άραγε γιατί να ήθελε ο Κώστας να πάω το απόγευμα; «Συγκεντρώσου!», μεγαλύτερο ή ίσο του δεκατέσσερα πλην τριάντα δύο και όλο στο τετράγωνο.
  •        Μπορεί να ήθελε να βουτήξω κι εγώ ή να μην ήθελε να με δει η υπόλοιπη ομάδα. Γιατί να μην θέλει να με δει η υπόλοιπη ομάδα; – Αργότερα, έμαθα ότι είχαν πάει για να προβάρουν τις συγχρονισμένες καταδύσεις, αλλά η ομάδα τους δε δούλεψε και δεν ξαναφάνηκαν – . Αν με βάλει να βουτήξω θα προσπαθήσω να το κάνω όσο καλύτερα μπορώ. Αχ, μακάρι να μη ξαναφοβηθώ τον βατήρα και να κάνω καλή βουτιά. Και - ωχ θεέ μου! – ας μην ξαναχάσω τα λόγια μου. Έγινα ήδη ρεζίλι δύο φορές. Θα νομίζει ότι είμαι τελείως βλαμμένο. Ας μην πέσω στην πισίνα μόλις με κοιτάξει. Από την ονειροπόληση με έβγαλε το στομάχι μου. Κοίταξα την ώρα, μία και μισή. Σηκώθηκα κι έκλεισα το τετράδιο. Στην ανίσωση το τριάντα δύο είχε γίνει καρδούλα, το πλην φατσούλα ενώ τα περιθώρια είχαν κυριολεκτικά ανθίσει.
  •         Αναστέναξα, δεν θα κατάφερνα να διαβάσω σήμερα. Έβαλα κάτι να φάω και άνοιξα την τηλεόραση. Χάζευα τα διάφορα μεσημεριανάδικα που κουτσομπόλευαν τον ένα και τον άλλον, όταν γύρισε η μητέρα μου.
  • -          Τι έκανες σήμερα;
  • -          Διάβαζα τι ήθελες να κάνω; Γράφω Λατινικά μόλις γυρίσω στο σχολείο, τετραμήνου – να πάρει, αυτό το είχα ξεχάσει.
  • -          Να ξεκουραστείς, διακοπές έχεις, μου είπε η μητέρα μου και πήγε στο δωμάτιό της να αφήσει τα πράγματα της.
  • -          Θα πάω στην πισίνα το απόγευμα, να σου στρώσω τραπέζι; φώναξα ενώ έβγαζα ήδη το πιάτο και τα μαχαιροπίρουνα. Εγώ έφαγα πριν από λίγο.
  •        Η ώρα περνάει βασανιστικά αργά όταν περιμένεις κάτι. Στις τρεις γύριζα πάνω κάτω στο σπίτι σαν την άδικη κατάρα. Στις τρεις και πέντε, είχα φάει τα νύχια μου, μέχρι τις τρεις και οχτώ είχα πει στο ρολόι όλες τις βρισιές που ήξερα, σε όλες τις γλώσσες που ήξερα. Στις τρεις και δέκα άνοιξα τον υπολογιστή και μπήκα στο facebook αναστενάζοντας. Ό, τι και να έκανα η ώρα δεν θα περνούσε πιο γρήγορα. «Μέσα» ήταν καμία τριανταριά άτομα. Μίλησα με μια φίλη μου και με έναν μακρινό ξάδερφο που έμενε στην Αγγλία. Τρεις και μισή. Σηκώθηκα και ετοίμασα το σάκο μου. Μπουρνούζι καθαρό, σαγιονάρες, σαμπουάν, αφρόλουτρο, το μαγιό μου δεν είχε στεγνώσει ακόμα. Το έβαλα σε μια σακούλα, θα το φορούσα βρεμένο. Έτσι κι αλλιώς θα έκανα ντους πριν βγω από τα αποδυτήρια. Τέσσερις παρά είκοσι πέντε. Γαμώτο! Είχα κάποιες καλές ιδέες για το τι έπρεπε να κάνει αυτός που έδωσε στην ώρα εξήντα λεπτά, αλλά τις κατάπια. Πίσω στον υπολογιστή. Άνοιξα μία πασιέντζα, δε μου βγήκε. Ούτε η δεύτερη, ούτε η τρίτη. Μετά από πολλά μοιράσματα σηκώθηκα. Ήταν τέσσερις παρά πέντε!