Πέμπτη, 18 Ιουλίου 2013

Βουτιά προς την επιτυχία Κεφάλαιο 3

  • Βοήθεια! Αέρα, αέρα! Κι άλλο νερό, κλοτσάω με δύναμη. Πρέπει να βγω στην επιφάνεια. Αέρα, αέρα, αέρα, αέρα! Πρέπει να αναπνεύσω! Το νερό σκοτεινιάζει δίπλα μου. Βοήθεια! Δεν έχω πια κουράγιο να κλοτσήσω. Προσπαθώ να πάρω ανάσα, νερό μπαίνει στους πνεύμονες, το στόμα, τη μύτη, τα αυτιά και τα μάτια μου. Τα πάντα σκοτεινιάζουν. Πνίγηκα, σκέφτομαι ενώ νιώθω το νερό παντού γύρω μου, κρυώνω πολύ. Πνίγηκα.
  •          Τα μάτια μου ανοίγουν απότομα. Είμαι στο κρεβάτι μου, τα σκεπάσματα στο πάτωμα. Τρέμω ολόκληρη. Εφιάλτης, ευτυχώς μόνο εφιάλτης. Ο πρώτος από πολλούς, πάρα πολλούς που ακολούθησαν. Κάθε δύο τρεις μέρες αυτός ο πνιγμός στοίχειωνε τον ύπνο μου. Τα όνειρά μου με είχαν τρομοκρατήσει. Μέχρι τις διακοπές του καλοκαιριού δεν ξαναπάτησα στην πισίνα. Διάβαζα, έβλεπα τηλεόραση, έμπαινα στον υπολογιστή, έβγαινα πού και πού με φίλες μου. Μετά ήρθαν οι εξετάσεις. Διάβασα πολύ κι έγραψα καλά, ήμουν ευχαριστημένη από τον εαυτό μου. Ένα μήνα μετά τον πρώτο μου εφιάλτη, είχα αρχίσει να χωνεύω το τι είχε γίνει. Άρχισα να κοιμάμαι καλύτερα. Δε φοβόμουνα πια, ήξερα ότι ήταν όνειρο. Μόλις σκοτείνιαζαν όλα και πνιγόμουνα, ξυπνούσα τρέμοντας, τραβούσα το σεντόνι μου που είχε πέσει στο πάτωμα, άναβα το φως και ξανακοιμόμουνα. Μέχρι τον Ιούλιο ο εφιάλτης είχε σχεδόν εγκαταλείψει τις νύχτες μου. Την τελευταία μέρα του φροντιστηρίου, γύρω στις 15 Ιουλίου πρέπει να ήταν, ξαναπήγα στην πισίνα. 
  •         Ήταν τέσσερις η ώρα όταν έφτασα στον βατήρα-τραμπολίνο. Στην πισίνα, δίπλα, κολυμπούσαν τρία άτομα. Στο καταδυτήριο ψυχή. Πήγα λίγα μέτρα πιο πίσω από το βατήρα και πήρα φόρα. Ξανάκανα ακριβώς ότι είχα κάνει και την τελευταία φορά. Όταν ο κόσμος γύρισε ανάποδα τέντωσα τα πόδια μου, έκλεισα τα μάτια και κράτησα την αναπνοή μου. Όταν ξανακοίταξα γύρω μου έσκιζα τα νερά με ταχύτητα. Αναδύθηκα. Τα είχα καταφέρει! Δε φοβόμουνα το βατήρα που κουνιόταν, ούτε την τούμπα που έφερνε το ταβάνι στα πόδια μου, ούτε τρόμαζα μόλις το κεφάλι μου έμπαινε στο νερό. Τα είχα καταφέρει. Βγήκα από την πισίνα ευτυχισμένη. Μετά από λίγο ξαναδοκίμασα, και ξαναπέτυχα. Επανέλαβα τη βουτιά πολλές φορές και σχεδόν πάντα την εκτελούσα με επιτυχία.
  •         Μισή περίπου ώρα αργότερα είδα τον Κώστα με τον Μιχάλη Αντωνίου που πλησίαζαν. Βγήκα από την πισίνα και πήγα να τους βρω. Ο Κώστας είχε την αιώνια χαρούμενη έκφρασή του, το πρόσωπο του προπονητή του φωτίστηκε μόλις με είδε.
  • -          Καλησπέρα! τους χαιρέτησα χαρούμενη.
  • Σήμερα θα έκανα εντύπωση. Θα τους άφηνα με το στόμα ανοιχτό.
  • -          Βρε, βρε! Το Μαράκι. Ο Μιχάλης Αντωνίου με αγκάλιασε εγκάρδια από τον ώμο.
  • -          Νομίζαμε ότι δεν θα ξαναρχόσουνα μετά από, ξέρεις, την τελευταία φορά, το πρόσωπο του Κώστα ήταν ολόκληρο ένα χαμόγελο
  • -          Λοιπόν, όπως βλέπεις ξαναήρθα. Τι λέτε κύριε Μιχάλη, θα καταφέρω να μην πνιγώ σήμερα; Καθώς το έλεγα αυτό ανατρίχιασα, ο εφιάλτης επέστρεφε μέσα στο κεφάλι μου. Πρέπει να φάνηκε στο πρόσωπό μου. Ο προπονητής μου έσφιξε τον ώμο. Με ένα του βλέμμα κατάλαβε γιατί δεν είχα πατήσει στην πισίνα τόσο καιρό.
  • -          Κάτι μου λέει πως τα έχεις ήδη καταφέρει με τη βουτιά, μου είπε γελώντας.
  • Ο Κώστας έβαλε τα γέλια, τον κοίταξα. Όλα τα συναισθήματά μου γι αυτόν επέστρεψαν με δύναμη. Γέλασα κι εγώ και πήγα στο βατήρα.
  • -          Λοιπόν; τους είπα, σοβαρά αυτή τη φορά.
  •         Ο Κώστας ανασήκωσε τα φρύδια του προκλητικά.
  • -          Την προηγούμενη φορά νόμιζα ότι πέθανες εξαιτίας μου, είπε θλιμμένα ενώ το πρόσωπό του σοβάρεψε απότομα. Τον κοιτούσα με κομμένη την ανάσα – Τι κούκλος θεέ μου! – δεν είχα καταλάβει ότι το είχε πάρει έτσι. Να πεθάνω εξαιτίας του. Μπρρ!
  • -          Παίρνω την ευθύνη για ό, τι και να γίνει σήμερα. Προσπάθησα να το ρίξω στο αστείο, γέλασε.       – Τον έκανα και γέλασε! Δεύτερη φορά, γουστάρω! –  Ο Μιχάλης Αντωνίου μου έκανε ένα νεύμα. Πήρα φόρα, όλα τα υπόλοιπα ήταν σαν σε όνειρο, υπέροχα.
  •           Μόλις έβγαλα το κεφάλι μου από το νερό γύρισα να δω τις εκφράσεις των δύο θεατών μου. Το πρόσωπο του προπονητή έλαμπε, το πρόσωπο του Κώστα πάλι ήταν ένα από τα πιο αστεία πράγματα που έχω δει. Τα μάτια του είχαν γουρλώσει και, όπως ήταν πράσινα σκούρα, έμοιαζε με έκπληκτη γάτα, ενώ το σαγόνι του είχε πέσει κάτω. Ναι, τώρα ήμουνα σίγουρη ότι είχα κάνει μια καλή, πολύ καλή προσπάθεια.
  • -          Πόσους μήνες έκανες προπόνηση κρυφά; Ήταν τα πρώτα λόγια του Κώστα μόλις μίλησε.
  • -          Και μία ώρα, του απάντησα γελώντας κοιτώντας το ρολόι μου.
  • -          Πάει η αυτοπεποίθησή μου! αναφώνησε ο Κώστας Κουρτάκης, αθλητής στις καταδύσεις.
  • Ο Μιχάλης Αντωνίου μπήκε ανάμεσά μας με πολύ σοβαρό ύφος και με κοίταξε.
  • -          Σε τρία χρόνια έχει Ολυμπιακούς και θα σε γράψω αυτήν κιόλας τη στιγμή στην εθνική ομάδα. Σε αναγκάζω να πας στο προολυμπιακό τουρνουά που θα γίνει πριν από τους αγώνες και θα σε σκοτώσω εγώ ο ίδιος αν δεν περάσεις.
  •           Με έβαλε να καθίσω και κάναμε την πρώτη από πολλές κουβέντες όπου προσπαθούσε να με πείσει να ακολουθήσω τον αθλητισμό. Μου είπε τις προοπτικές που είχα αν προπονούμουν με σύστημα και εντατικά, μου μίλησε με ειλικρίνεια για τα υπέρ και τα κατά του αθλητισμού, για τους κινδύνους που τυχόν θα διέτρεχα, για τα οφέλη που θα είχα, για όσα θα κέρδιζα και τις θυσίες που θα είχα να κάνω. Εγώ με τη σειρά μου του είπα για τα όνειρά μου, για τη Νομική όπου ήθελα να περάσω, για την Αμερική και την υποτροφία που ήθελα να πάρω, για την Τρίτη Λυκείου που με περίμενε με διάβασμα και φροντιστήριο όσο δεν είχα ξανακάνει στη ζωή μου. Με ρώτησε αν ενδιαφερόμουν για τις καταδύσεις, του είπα πως ναι ήθελα να συνεχίσω, αλλά όχι για πρωταθλητισμό. Ρώτησε αν οι γονείς μου ήταν στο σπίτι κι αν τους είχα μιλήσει. Του απάντησα πως η μητέρα μου ήταν, ο πατέρας μου ήταν καπετάνιος και βρισκόταν στη θάλασσα.
  •         Μισή ώρα αργότερα ο Μιχάλης Αντωνίου, ο Κώστας, η μητέρα μου κι εγώ καθόμασταν στο σαλόνι του σπιτιού μας. Ο προπονητής της είπε ακριβώς ό, τι είχε πει και σε μένα και η μητέρα μου του είχε απαντήσει σχεδόν ό, τι του είχα πει κι εγώ και πόσο πολύ διάβαζα για να τα καταφέρω. Στη συνέχεια ο Κώστας ρώτησε αν θα φεύγαμε διακοπές. Δε θα πηγαίναμε πουθενά, περιμέναμε τον πατέρα μου να γυρίσει μετά το Δεκαπενταύγουστο και θέλαμε να μείνουμε όλοι μαζί. Του το είπα. Ούτε αυτός θα έφευγε από την Αθήνα. Τελικά, αποφασίσαμε να κάνουμε μαζί προπόνηση για το καλοκαίρι και μετά θα βλέπαμε. Ίσως και να προλάβαινα τα προολυμπιακά αν ξεκινούσα αμέσως μετά τις πανελλήνιες. Δέχτηκα και το κανονίσαμε. Κάθε μέρα πλην Κυριακής είχαμε ραντεβού οι τρεις μας στην πισίνα στις δώδεκα το μεσημέρι. «Να μην σηκωνόμαστε κι από τα χαράματα» είχε πει ο Κώστας κλείνοντάς μου το μάτι κι εγώ συμφώνησα γελώντας. Ανταλλάξαμε τηλέφωνα και διευθύνσεις. Η καριέρα μου ως αθλήτρια είχε αρχίσει.
  •        Μόλις τα δύο «αγόρια μου», όπως τους φώναζα από τότε, έφυγαν πήρα τηλέφωνο τον πατέρα μου – που επέμενε να μη χρησιμοποιεί την κάμερα του υπολογιστή ώστε να γλυτώνουμε ένα σωρό λεφτά σε τηλέφωνα.
  • -          Έλα μπαμπά! Η Μαρία είμαι. Πού είσαι;
  • -          Μαράκι! Τι κάνεις;
  • -          Καλά είμαι, εσύ;
  • -          Καλά, σε δύο μέρες πιάνω Σύδνεϋ. Είναι χειμώνας εδώ, σαν το δικό μας Δεκέμβριο.
  • -          Μμμ... Εδώ λένε για καύσωνα. Πότε λες να γυρίσεις πίσω;
  • -          Μέχρι τα μέσα Αυγούστου θα έχω γυρίσει. Τρέχει τίποτα;
  • -          Όταν έρθεις θα σου πω. Τώρα θα ρίξεις το καράβι σε καμιά ξέρα και δεν κάνει. – Τι ήθελα και το’ πα αυτό το τελευταίο; – 
  • -          Μαρία! Τι συνέβη είστε καλά;
  • -          Όπα μπαμπά! Καλά είμαστε, δεν είμαι έγκυος, δεν παίρνω ναρκωτικά και δεν έχω αφροδίσιο νόσημα, δεν βγαίνω με κανέναν – «ακόμη!» – και η μαμά επίσης μία από τα ίδια.
  • -          Καλά, κάτσε να γυρίσω και θα τα πούμε...
  • Γέλασα.
  • -          Αυτό περιμένουμε κι εμείς, να γυρίσεις. Σου δίνω τη μαμά, μ’ έχει τρελάνει στα νοήματα ΟΚ; Μην αργήσεις και να μη μιλάς σε ξένους.
  • Άκουσα το γέλιο του όπως έδινα το ακουστικό στη μητέρα μου.
  •         Οι δύο εβδομάδες του Ιουλίου πέρασαν γρήγορα. Κοιμόμουν πολύ, διάβαζα λίγο και περνούσα τις μέρες μου στην πισίνα, ή μάλλον στον εναέριο χώρο πάνω από την πισίνα. Ο Μιχάλης Αντωνίου μου είχε δώσει «προαγωγή» στον αμέσως ψηλότερο βατήρα που – τι ευτυχία! – δεν κουνιόταν όπως το τραμπολίνο-εφιάλτης. Ο Κώστας είχε καταπιαστεί με μια καινούρια δύσκολη κίνηση για να είναι έτοιμος στο πανελλήνιο πρωτάθλημα την επόμενη άνοιξη. Εκείνες τις δύο εβδομάδες γνωριστήκαμε καλά οι τρεις μας και ξέραμε ο καθένας σε γενικές γραμμές τη ζωή του άλλου, καταφέρνοντας να κολλήσουμε μεταξύ μας σαν να ήμασταν από πάντα μαζί.
  •        Για τον Μιχάλη Αντωνίου δεν έμαθα πολλά πράγματα. Δεν του άρεσε να μιλάει για τη ζωή του. Μετά τις επιτυχίες που είχε στο άθλημα είκοσι και βάλε χρόνια πριν, είχε περάσει στη λήθη, του κόσμου, των δημοσιογράφων, γενικώς είχε ξεχαστεί από όλους. Τώρα είχε ένα μαγαζί με ψιλικά που το δούλευε μαζί με τον αδερφό του και προπονούσε τον Κώστα, με τον πατέρα του οποίου υπήρξε αδερφικός φίλος, και ήταν ευτυχισμένος. Περηφανευόταν ότι προπονούσε το επόμενο αστέρι των καταδύσεων – αυτή υποτίθεται ότι ήμουν εγώ – κι όταν ο Κώστας παραπονιόταν ότι τον παραγκωνίζαμε του έλεγε ότι αυτός με ανακάλυψε και στη συνέχεια έγινε ο δορυφόρος μου, όλο γύριζε γύρω από τις ασκήσεις που έκανα αλλά ποτέ δεν τις πετύχαινε ακριβώς. Γελάσαμε πολύ με αυτόν το «δορυφόρο», ήταν ένα από τα πολλά πετυχημένα πειράγματα του «κόουτς».
  •        Για τον Κώστα έμαθα περισσότερα πράγματα. Γνώρισα την κοπέλα του – ναι, το έπαθα κι αυτό... ήμουνα δυστυχής για τρεις μέρες, αλλά το ξεπέρασα – μια πολύ συμπαθητική κοπελίτσα που, όπως κι αυτός, είχε μόλις τελειώσει το Λύκειο, είχε γράψει Πανελλήνιες δεκαεννιά και κάτι και πίστευε πως είχε πιάσει τη βάση της ιατρικής, αν όχι της Αθήνας της Θεσσαλονίκης. Ο Κώστας, όπως μου είπε αυτή – Φανή τη λένε – είχε χάσει τον πατέρα του όταν ήταν στην τρίτη γυμνασίου και του κόστισε πολύ. Τώρα ζούσε με τη μητέρα του στη Νέα Ιωνία, ασχολιόταν επαγγελματικά  πλέον με τον αθλητισμό και με τους βαθμούς του πίστευε πως είχε περάσει στα ΤΕΦΑΑ. Ο ίδιος μου είπε ότι οι μεγάλες του αγάπες ήταν η Φανή και οι καταδύσεις. Με τη μητέρα του δεν τα πήγαινε πάρα πολύ καλά. Ήθελε να τον κάνει πετυχημένο δικηγόρο ή τουλάχιστον γιατρό και της στοίχιζε που ο γιος της αδιαφορούσε για το σχολείο για να κάνει βουτιές. Ούτε αυτός μιλούσε πολύ για το σπίτι του, αλλά έβλεπα καθαρά πως μου είχε πει την αλήθεια. Δίπλα στη Φανή και την πισίνα ήταν ευτυχισμένος.
  •           Μέσα στο πρώτο μισό του Αυγούστου ο Κώστας είχε γίνει ο καλύτερός μου φίλος και ο Μιχάλης Αντωνίου κατά κάποιο τρόπο είχε πάρει τη θέση του πατέρα μου. Αργότερα διαπίστωσα πως με τον τρόπο του μας είχε υιοθετήσει και τους δύο, τον Κώστα πολύ περισσότερο από μένα. Το τρίο μας ήταν αποδοτικό. Ο Μιχάλης Αντωνίου έδινε οδηγίες, εμείς τις εκτελούσαμε και μετά μας έβαζε να βρίσκουμε τα λάθη του άλλου. Με τον Κώστα είχαμε ανταγωνισμό, πέφτανε μέχρι και στοιχήματα. Έβγαλα αρκετά λεφτά έτσι που τα ξόδεψα σε κεράσματα για τον «δορυφόρο» μου που μου τα προμήθευε με τις αποτυχημένες προβλέψεις του. Πάρα πολύ γρήγορα φτάσαμε στις δεκαπέντε Αυγούστου. Έπεφτε Τρίτη και το ΟΑΚΑ ήταν κλειστό. Την επόμενη μέρα, δεκαέξι Αυγούστου, δε θα την ξεχάσω ποτέ. Συνέβησαν δύο πράγματα, το ένα μετά το άλλο.
  •         Πήγα στο κολυμβητήριο πολύ χαρούμενη, ο πατέρας μου επέστρεφε σε δύο μέρες – είχα να τον δω περίπου εφτά μήνες – η μητέρα μου ήταν επίσκεψη στην αδερφή της στο Λουτράκι κι εγώ μόνη κι ευτυχισμένη στο ολοδικό μου σπίτι. Βλέποντας τον προπονητή ανησύχησα, είχε ένα στραβό χαμόγελο στο πρόσωπό του που δε σήμαινε απαραιτήτως χαρμόσυνα νέα.
  • -          Μαράκι, είπε μόλις με είδε, έχω να σου ανακοινώσω ότι θα ανέβεις πολύ ψηλά. Τον κοίταξα ερωτηματικά, δε συνέχισε. Πέρασες καλά χθες;
  • -          Ναι μια χαρά.
  • -          Χρόνια πολλά και για τη γιορτή σου.
  • -          Ευχαριστώ, ακόμα δεν είχα καταλάβει.
  • -          Ελπίζω να ξεκουράστηκες καλά, συνέχισε ο Μιχάλης Αντωνίου, γιατί όποιος ανεβαίνει ψηλά μετά κάνει μεγάλη διαδρομή πέφτοντας. Ανασήκωσα τα φρύδια μου. Κι εσύ, συνέχισε ο προπονητής, θα πέσεις από τα δέκα μέτρα. Τον κοίταξα με γουρλωμένα μάτια. Και δεν αστειεύομαι, τελείωσε τη φράση του.
  •         Μου είπε μερικά πράγματα που έπρεπε να προσέξω πέφτοντας από τόσο ψηλά. Να έχω ανοιχτά μάτια κατά την είσοδό μου στο νερό, να κάνω με ακρίβεια τις ασκήσεις, κατά την πτώση να προσέχω να βουτάω μόνο με το κεφάλι ή, στην χειρότερη περίπτωση, με τα πόδια, γιατί αλλιώς μπορούσα να μείνω ανάπηρη και μερικά άλλα τέτοια. Του είπα ότι είχα υψοφοβία, μου απάντησε ότι είχε τον τρόπο του – και τι τρόπος ήταν αυτός... – τον πίστεψα και τον ακολούθησα στη σκάλα του βατήρα. Καθώς ανέβαινα, ένιωθα σαν τον Τζακ όταν σκαρφάλωνε στη φασολιά και βρήκε τον γίγαντα στην κορυφή της. Ανέβαινα κι ανέβαινα, και όταν επιτέλους φτάσαμε στην πλατφόρμα, τα πόδια μου πονούσαν.
  • -          Πάρε βαθιές ανάσες και ετοιμάσου, αυτό που θα κάνεις δε θα είναι εύκολο. Όταν ο Μιχάλης Αντωνίου έπαιρνε αυτό το ύφος σήμαινε πως θα έκανα κάτι πραγματικά δύσκολο.
  •         Πήρα βαθιές ανάσες και πλησίασα την άκρη του βατήρα. Κοίταξα κάτω και ζαλίστηκα. Ένιωσα τον κρύο ιδρώτα να κυλάει στην πλάτη μου, ήμουν έτοιμη να λιποθυμήσω.
  • -          Φοβάσαι; Ρώτησε ο προπονητής.
  • Του απάντησα κάτι που έμοιαζε με «πάρα πολύ», αν και δεν μπορούσα να μιλήσω. Το στόμα μου είχε στεγνώσει και η φωνή μου δεν έβγαινε.
  • -          Όταν είσαι έτοιμη...
  • Θα αστειευόταν. Γύρισα και τον κοίταξα με γουρλωμένα μάτια.
  • -          Άκου, μου είπε, δεν θέλω να κάνεις τίποτα σήμερα. Απλώς θα δεις πώς είναι να πέφτεις από αυτό το ύψος. Θέλω σε όλη την πτώση σου να μείνεις ίσια και να βυθιστείς με τα πόδια. Αυτό είναι όλο – «αυτό είναι όλο; Πλάκα μου κάνει!» –
  • -          Μαράκι, πλησίασε την άκρη του βατήρα και πάρε βαθιά ανάσα.
  • Το έκανα και τότε, όταν ήμουνα στην άκρη και κοιτούσα κάτω ο Μιχάλης Αντωνίου έκανε κάτι για το οποίο θα τον ευγνωμονώ για όλη μου τη ζωή. Με έσπρωξε.
  • -          Ηλίθιε! Βλάκα! Φώναξα με μανία μόλις ένιωσα ότι έχασα το έδαφος από τα πόδια μου.
  •         Πέφτοντας προσπάθησα να μείνω ίσια να σκάσω στο νερό με τις πατούσες. Η πτώση μου φάνηκε ατελείωτη. Ένιωθα τα μαλλιά μου να έχουν σηκωθεί από το λαιμό μου. Όταν κατάλαβα ότι επιτέλους έφτανα στην πισίνα έπιασα τη μύτη μου και πήρα ανάσα. Μπήκα στο νερό με τεράστια δύναμη. Τα πόδια μου χτύπησαν στον πάτο τόσο που πόνεσα. Κλότσησα και βγήκα με δύναμη στην επιφάνεια. Ανέπνευσα και κοίταξα γύρω μου. Ο Κώστας ερχόταν από τα αποδυτήρια, η Φανή μόλις είχε καθίσει στις κερκίδες και ο Μιχάλης Αντωνίου μου χαμογελούσε από ψηλά. Βγήκα από την πισίνα περήφανη για τον εαυτό μου. Μόλις πάτησα το πόδι μου στα πλακάκια είδα τον προπονητή μου που έβγαζε το παντελόνι και τη μπλούζα του. Πλησίασε στην άκρη του βατήρα και σήκωσε τα χέρια του ψηλά. Λύγισε τα πόδια και τινάχτηκε ψηλά, συσπειρώνοντας παράλληλα το σώμα του. Άρχισε να γυρίζει. Μία, δύο, τρεις, σχεδόν τέσσερις στροφές, ευθυγράμμισε το κορμί του, έφερε τα χέρια μπροστά, τέντωσε τα πόδια και μπήκε στο νερό με το κεφάλι σε τέλειο κατακόρυφο.
  •         Μόλις έβγαλε το κεφάλι του έξω με κοίταξε επιφυλακτικά. Πρέπει να έδειχνα έκπληκτη, γιατί αμέσως έβαλε τα γέλια και ήρθε στην άκρη της πισίνας.
  • -          Μπορείς να το κάνεις;
  • -          Μπορώ! Ήμουν σίγουρη πως θα μπορούσα. Πήγα στα σκαλιά του βατήρα και το ατελείωτο ανέβασμα ξανάρχισε. Όταν επιτέλους έφτασα στην κορυφή πλησίασα την άκρη του βατήρα και λύγισα τα πόδια σηκώνοντας τα χέρια ψηλά. Έβαλα όλη μου τη δύναμη και πήδηξα. Μόλις βρέθηκα στον αέρα μάζεψα τα γόνατα κοντά στο σώμα μου. Ένιωσα να γυρίζω πάρα πολύ γρήγορα. Όταν μέτρησα τρεις περιστροφές τέντωσα τα πόδια μου απότομα και άπλωσα τα χέρια μπροστά από το κεφάλι μου. Σιγουρεύτηκα ότι δεν θα έσκαγα με την πλάτη, ότι τα μάτια μου ήταν ανοιχτά και το σώμα μου ίσιο. Και τότε ένιωσα το νερό στις παλάμες μου. Όπως έμπαιναν τα χέρια μέσα και πριν ακολουθήσει το κεφάλι είδα το νερό να χωρίζεται στα δύο από τη ορμή μου και μετά να ξαναενώνεται μόλις τα χέρια μου πέρασαν την επιφάνεια. Το κεφάλι μου και το υπόλοιπο σώμα ακολούθησαν με ταχύτητα. Ένιωσα τις άκρες των ποδιών μου να χτυπάνε το νερό και να με τσούζουν και μετά το κεφάλι μου ήταν έτοιμο να βρει στα πλακάκια. Αναδύθηκα και ανέπνευσα. Ο Μιχάλης Αντωνίου ήταν ήδη δίπλα μου και με αγκάλιαζε. Τον αγκάλιασα κι εγώ. Ήμουν ευτυχισμένη, είχα κάνει έναν άθλο!
  • -          Σ’ ευχαριστώ που μ’ έσπρωξες, αν δεν το έκανες θα ήμουν ακόμα εκεί πάνω.
  • -          Μαρία! Ο Κώστας πηδούσε μέσα στο νερό πλακώνοντας κι εμένα και τον προπονητή.
  • Μπορώ να πω πως έτσι όπως ήμασταν αγκαλιασμένοι οι τρεις μας μέσα στην πισίνα, ο χρόνος σταμάτησε να κυλάει. Υπήρχαμε εμείς και η ευτυχία μας. Ο Μιχάλης Αντωνίου και ο Κώστας με έσφιγγαν τόσο που κόντευα να σκάσω. Γελούσα νευρικά κι ευτυχισμένα. Οι άκρες του στόματός μου είχαν πιαστεί και η κοιλιά μου πονούσε. Η Φανή είχε σηκωθεί στις κερκίδες και χειροκροτούσε χοροπηδώντας. Σε όλο το υπόλοιπο κολυμβητήριο δεν ήταν κανείς. Μπορώ να πω ότι τόση ευτυχία δεν είχα ξανανιώσει στη ζωή μου. Ανήκα σ’ αυτήν την ομάδα, σ’ αυτήν την Dream Team και αυτό ήταν αρκετό για να τα κάνει όλα όμορφα.
  • -          Τι θα έκανα χωρίς εσάς στη ζωή μου; Ρώτησα τα «αγόρια μου».
  • -          Θα ήσουν ένα σπασικλάκι που θα αγωνιούσε για τις Πανελλήνιες και αυτή τη στιγμή θα βαριόσουνα στο σπίτι σου, μου απάντησε ο Κώστας.
  • Του έβγαλα τη γλώσσα.
  • -          Σαν φυσιολογικός άνθρωπος, είπε ο Μιχάλης Αντωνίου γελώντας και αγκαλιάζοντάς μας και τους δύο.
  •         Από το παραλήρημα της ευτυχίας μας έβγαλε η μητέρα μου. Την είδα να κάθεται δίπλα στους βατήρες κατάχλωμη.
  • -          Μαμά! Εσύ δεν ήσουν στη θεία στο Λουτράκι; Τι έγινε;
  • -          Μαρία, ο μπαμπάς δε θα έρθει αύριο. Με πήρε τηλέφωνο η εταιρία σήμερα το πρωί.
  • Έκανα πέρα τον προπονητή και τον Κώστα. Το νερό της πισίνας μου φάνηκε παγωμένο και το σώμα μου εκατό κιλά. Όλα τα σενάρια πέρασαν από το μυαλό μου. Ναυάγησαν, τους έπιασε θύελλα και αγνοούνται, μπήκαν σε ομίχλη και έχασαν το δρόμο τους βγαίνοντας από την εμβέλεια των ραντάρ, ο μπαμπάς ήταν στο κατάστρωμα και τον άρπαξε κύμα, δεν ήξερα τι να υποθέσω. Πλησίασα τη μητέρα μου και την έβαλα να καθίσει σ’ ένα βατήρα. Κάθισα δίπλα της.
  • -          Τι έγινε; Μου έκανε εντύπωση το πόσο σταθερή ήταν η φωνή μου. Ο Κώστας και ο προπονητής είχαν βγει από την πισίνα και είχαν τραβηχτεί στην άκρη για να μας αφήσουν μόνες μας.
  • -          Τους έκαναν επίθεση Μαλαισιανοί πειρατές, έγινε μάχη, κάποιοι από το πλήρωμα σκοτώθηκαν, κάποιοι πιάστηκαν όμηροι. Την κοίταξα, πρέπει να είχα χλομιάσει. Μου έπιασε το χέρι. Ο μπαμπάς αγνοείται, μου είπε ήρεμα. Δεν είναι νεκρός αλλά αγνοείται. Την κοίταξα, δεν καταλάβαινα, η φωνή της καμπάνιζε στ’ αυτιά μου. «Αγνοείται, αγνοείται, αγνοείται». Σηκώθηκα όρθια και έριξα ένα βλέμμα στο βατήρα απ’ όπου είχα μόλις πέσει.
  • -          Πήγαινε σπίτι, της είπα σαν να μην είχε συμβεί τίποτα. Θα τελειώσω την προπόνηση και θα έρθω κι εγώ να πάρουμε τηλέφωνο να μάθουμε τι έγινε.
  • -          Θα σε περιμένω, μου είπε η μητέρα μου και σηκώθηκε να φύγει.
  •         Έμεινα στο βατήρα και αγκάλιασα τα πόδια μου. Σιγά σιγά η πληροφορία με κατέκλυζε. Ο πατέρας μου δεν θα ερχόταν αύριο, το καράβι το είχαν καταλάβει Μαλαισιανοί πειρατές και είχε γίνει μάχη. Ο μπαμπάς μου αγνοούνταν, η μαμά είχε πει πως ζούσε. Χωρίς να το καταλάβω δάκρυα άρχισαν να κυλάνε από τα μάτια μου. Καυτά δάκρυα που όταν έφταναν στη μύτη μου έσταζαν στο βατήρα. Κάποια στιγμή ένιωσα κάποιον δίπλα μου, ήταν ο Μιχάλης Αντωνίου.
  • -          Θέλεις να μου πεις τι δεν πήγε καλά; Μου είπε ήρεμα. Αυτός ο άνθρωπος μου θύμιζε τόσο τον μπαμπά μου. Τότε συνειδητοποίησα ότι μπορεί και να μην τον ξαναέβλεπα. Πώς η μητέρα μου ήξερε σίγουρα ότι ζούσε; Είχε πει ότι αγνοούνταν, όλα τα ενδεχόμενα ήταν ανοιχτά. Σήκωσα το κεφάλι μου και τον κοίταξα. Από τα μάτια μου δεν έτρεχαν πια δάκρυα, αλλά τα ένιωθα κατακόκκινα. Του έπιασα διστακτικά το χέρι, με τράβηξε στην αγκαλιά του. Ακούμπησα το κεφάλι μου στον ώμο του και τότε ό, τι μου είχε πει η μητέρα μου βρήκε δρόμο προς τα έξω. Έκλαψα έτσι πολύ ώρα, χωρίς να μπορώ να σταματήσω.  Όσο ήμουνα πάνω του, ο Μιχάλης Αντωνίου μου χάιδευε το κεφάλι χωρίς να λέει τίποτα.
  •         Όταν επιτέλους σηκώθηκα και τον κοίταξα ένιωθα τα μάτια μου πρησμένα, αλλά μου είχε φύγει ένα βάρος. Του είπα τι είχε γίνει. Όσο του μιλούσα μου κρατούσε το χέρι, ένιωθα πως δε θα με άφηνε ποτέ ό, τι και να συνέβαινε.
  • -          Όλα θα πάνε καλά, θα δεις, μου είπε απλά όταν σταμάτησα να μιλάω.
  • Ήξερα ότι το έλεγε για να με ησυχάσει, ήθελα να τον πιστέψω.
  • -          Σου υπόσχομαι ότι όλα θα πάνε καλά μου ξαναείπε και με αγκάλιασε. Όσο θυμάμαι, ήταν η καλύτερη αγκαλιά που με έχουν πάρει στη ζωή μου. Ζεστή, μεγάλη, δυνατή. Συνήλθα.
  • -          Καλύτερα να γυρίσω σπίτι, του είπα. Με χτύπησε ενθαρρυντικά στην πλάτη.
  • -          Σ’ ευχαριστώ, τον κοίταξα στα μάτια. Σ’ ευχαριστώ πολύ, χαμογέλασα.
  • -          Μην το ξαναπείς, πήγαινε. Αν θελήσεις οτιδήποτε να με πάρεις τηλέφωνο. Ακούς; Του έγνεψα με το κεφάλι και τράβηξα προς τα αποδυτήρια.      

Δευτέρα, 15 Ιουλίου 2013

Βουτιά προς την επιτυχία Κεφάλαιο 2

  • Με αργές κινήσεις έβαλα τα παπούτσια μου και έπιασα τα μαλλιά μου. Έβαλα μέσα στο σάκο το πορτοφόλι μου με δέκα ευρώ, το κινητό και τα κλειδιά μου. Φώναξα στη μητέρα μου που μαγείρευε ότι έφευγα και βγήκα στο δρόμο. Τέσσερις και ένα. Τέσσερις και εφτά ακριβώς έβγαινα από τα αποδυτήρια. Σχεδόν έτρεξα ως τους βατήρες. Δεν τον έβλεπα πουθενά. Μήπως άργησε; Κι αν αποφάσισε να μην έρθει; Αλλά όχι, εκεί είναι με έναν άλλον. Ο προπονητής του πρέπει να είναι. Με είδε, έρχεται προς το μέρος μου. Μην κοκκινίσεις, σε παρακαλώ μην κοκκινίσεις, αλλά ναι, τα μαγουλά μου καίγανε. Το πρόσωπό μου πάλι με πρόδιδε.
  • -          Καλώς την!
  • -          Ε, γεια. Ήρθα – ηλίθια! το βλέπει ότι ήρθες, πες κάτι καλό – τέσσερις όπως είπες, δεν άργησα, έτσι; - να! βλάκα –
  • -          Όχι καθόλου, έλα.
  •        Τον ακολούθησα, συγκεντρωμένη να μην μπλέξω τα πόδια μου και πέσω. Διασχίσαμε τα δέκα μέτρα που μας χώριζαν από τον άλλον χωρίς απρόοπτα.
  • -          Λοιπόν, Μαρία, θέλω να σου γνωρίσω τον προπονητή μου, Μιχάλης Αντωνίου, πρώην πρωταθλητής.
  • -          Χάρηκα, έδωσα το χέρι. Ο κύριος Αντωνίου μου το ανταπέδωσε. Ήταν ψηλός, γύρω στα σαράντα πέντε με γκρίζα μαλλιά και γερό κορμί. Φορούσε ένα απλό άσπρο μπλουζάκι και τζιν παντελόνι. Μου χαμογέλασε εγκάρδια. Τον συμπάθησα αμέσως.
  • -          Αυτό είναι το ταλέντο που σου έλεγα Μιχάλη, η Μαρία. Μαρία τι; Τώρα μιλούσε σε μένα – «συγκεντρώσου και απάντησέ του».
  • -          Τι; ε, Παπαδοπούλου, Μαρία Παπαδοπούλου.
  • -          Λοιπόν Μαράκι, θα δοκιμάσεις μερικές βουτιές; τώρα μιλούσε ο προπονητής, ο Κουρτάκης από δω – ώστε Κώστα Κουρτάκη τον έλεγαν –  λέει ότι είσαι πραγματικά καλή, τι λες; Αυτός ο τύπος μου θύμιζε τον πατέρα μου, τον εμπιστεύτηκα.
  • -          Εντάξει, αλλά πρέπει να ξέρετε, του είπα για τη σχέση μου με τις βουτιές.
  • Του είπα για το πώς αποφάσισα να δοκιμάσω και πώς ένιωσα πάνω στο βατήρα πώς κόντεψα να πάθω υστερία και ότι  πήδηξα μόνο και μόνο για να μην πέσω από τη ζαλάδα. Με άκουσε, μου χαμογέλασε και μου έσφιξε τον ώμο.
  • -          Αυτή τη φορά όλα θα είναι εντάξει.
  • Τον κοίταξα στα μάτια, κάτι από τη σιγουριά του πέρασε και σε μένα. Έβγαλα το μπουρνούζι μου.
  • -          Έτσι σε θέλω, δείξε μου τώρα τι μπορείς να κάνεις.
  • Μιχάλης Αντωνίου, σπουδαίος αθλητής, μα πάνω από όλα σπουδαίος άνθρωπος και καταπληκτικός προπονητής επίσης.
  •         Με τον Κώστα στο πλευρό μου πήγαμε στον βατήρα-εφιάλτη.
  • -          Αυτός εδώ λέγεται τραμπολίνο – «χμ... έτσι όπως κουνιέται δεν του ταιριάζει άλλο όνομα αλλά τέλος πάντων» – συνήθως ξεκινάς από εδώ. Πρόσεξε τώρα, η φωνή του Κώστα ήταν βελούδινη, και προσπάθησε να κάνεις ό, τι κι εγώ.
  • -          Ωραία, σε παρακολουθώ – «Ουάου! Αυτός ο προπονητής είναι υπέροχος! Μπορώ να μιλάω στον Κώστα σαν να είμαι φυσιολογικός άνθρωπος!» – απλώς λέγε μου τι κάνεις αν μπορείς.
  • -          Πρόσεξε, ανεβαίνεις στο βατήρα και παίρνεις φόρα. Μόλις φτάσεις στην άκρη του θα πηδήξεις. Ψηλά και κατακόρυφα, όχι για να πέσεις στην πισίνα, ωραία;
  • -          Ναι, και μετά; Ήμουν συγκεντρωμένη σ’ αυτόν, στα χείλια του, στις κινήσεις του, στα χέρια, το σώμα του, αλλά κατά κάποιο περίεργο τρόπο άκουγα και καταλάβαινα αυτά που έλεγε στο εκατό τοις εκατό.
  • -          Αφού προσγειωθείς στην άκρη της σανίδας θα πηδήξεις πιο δυνατά φέρνοντας ταυτόχρονα το βάρος σου προς τα κάτω ώστε να γυρίσεις και να κάνεις τούμπα. Όταν το κεφάλι σου είναι στο κατώτατο σημείο προσπάθησε να ευθυγραμμίσεις το σώμα σου ώστε να βουτήξεις με το κεφάλι.
  • -          Εγώ θα τα κάνω όλα αυτά; Ωραίο αστείο!
  • -          Κοίτα εμένα, αν το κάνεις μία θα το κάνεις πάντα.
  •       Πήρε φόρα πήδηξε, ξαναπήδηξε, έκανε τούμπα και έσκασε σχεδόν με το κεφάλι, αν και τα πόδια του χτυπήσανε το νερό μπαίνοντας. Τότε βέβαια μου είχε φανεί ότι έκανε το πιο τέλειο πράγμα του κόσμου.
  • -          Καλούτσικη. Δεν τελείωσες καλά, είπε ο Μιχάλης Αντωνίου μόλις ο αθλητής του βγήκε από το νερό.
  • -          Καλούτσικη! Πλάκα μου κάνετε, φώναξα εγώ.
  • -          Θέλει Ολυμπιακούς Μαράκι, όχι να εντυπωσιάσει στην παραλία. Με τέτοια βουτιά δεν παίρνει ούτε τους μισούς βαθμούς από αυτούς που δικαιούται.
  • Αυστηρός τύπος, θυμάμαι ότι σκέφτηκα, να μην του αρέσει τέτοιο πράγμα.
  • -          Λοιπόν; ο Κώστας μιλούσε σε μένα
  • -          Λοιπόν τι; Αποκλείεται να τα καταφέρω.
  • -          Θα τα καταφέρεις, αν όχι με την πρώτη με τη δεύτερη θα το πετύχεις, έλα. Με κοιτούσε με μια περιέργεια που με προκαλούσε.
  •       Έβαλα το πόδι μου πάνω στο βατήρα. Ανέβηκα κι έκανα ένα βήμα πίσω για να πάρω φόρα. Ξεκίνησα να τρέχω και μόλις έφτασα πάνω από την πισίνα έπεσα μέσα. Βγήκα έξω βήχοντας.
  • -          Είσαι καλά; Με ρώτησε ο Μιχάλης Αντωνίου, ενώ ο Κώστας με βοηθούσε να σηκωθώ γελώντας.
  • -          Αυτό το πράγμα κουνιέται πολύ, σας το’ πα ότι δεν θα το κατάφερνα ποτέ.
  • -          Έλα τώρα, μην τα παρατάς με το πρώτο εμπόδιο. Εγώ ξέρεις πόσες φορές έπεσα; Ο Κώστας με κοιτούσε γελαστά.
  • Με πήγε ως την άκρη του βατήρα.
  • -          Πάρε φόρα από κάτω, πριν ανέβεις, μου είπε μαλακά και απομακρύνθηκε.
  • Έκανα όπως μου είπε. Πήρα φόρα, πήδηξα στο βατήρα έτρεξα το σταθερό μέρος, συνέχισα λίγο στο τραμπολίνο και ξαναβρέθηκα στον πάτο της πισίνας.
  • -          Ξανά. Ήταν το μόνο που είπα μόλις βγήκα στην επιφάνεια.
  • -          Είσαι σκληρό καρύδι. Μ’ αρέσεις, μου είπε χαμογελαστά ο Μιχάλης Αντωνίου.
  • -          Απλώς δε μου αρέσει να χάνω. Αν καταπιαστώ με κάτι πρέπει να το τελειώσω, απάντησα μονοκόμματα παίρνοντας φόρα για άλλη μια φορά.
  • Ξανά το ίδιο. Την επόμενη φορά όμως κατάφερα να φτάσω ως την άκρη της σανίδας και να κάνω το πρώτο πήδημα πριν ξανακαταλύξω στον πάτο του καταδυτηρίου.
  • Εκείνη τη φορά τα μάτια του Κώστα γελούσαν ικανοποιημένα ενώ ο προπονητής του με τράβηξε έξω με ένα ενθαρρυντικό χτύπημα στην πλάτη.
  • -          Τι λες; Άλλη μια φορά;
  • Τον κοίταξα προκλητικά.
  • -          Μέχρι να τα καταφέρω.
  •          Δοκίμασα άλλες περίπου είκοσι φορές. Άλλες ήταν σκέτη αποτυχία, κάποια στιγμή μάλιστα έπεσα επειδή μπερδεύτηκα στα πόδια μου, κι άλλες κάπως καλύτερες. Για εικοστή πρώτη φορά πήρα θέση λίγο πίσω από το βατήρα. Ξεκίνησα να τρέχω αποφασισμένη να τα καταφέρω. Σήκωσα το πόδι μου και πάτησα με δύναμη τη σανίδα, συνέχισα νε τρέχω, έφτασα στην άκρη της. Πήδηξα ελαφρά, μόλις οι φτέρνες μου ακούμπησαν κάτω έβαλα δύναμη και τινάχτηκα στον αέρα. Ένιωσα να γυρίζω τα πάνω κάτω. Τσίριξα, νερό μπήκε στο στόμα και τα ρουθούνια μου. Τρόμαξα. Προσπάθησα να πάρω ανάσα, κατάπια μια γερή ποσότητα χλωριωμένου πισινάτου νερού. Θυμάμαι ότι πανικοβλήθηκα, ήμουν σίγουρη ότι πνιγόμουνα, ήθελα να πάρω ανάσα και αντ’ αυτού ήπια κι άλλο νερό. Χτύπησα με δύναμη τα χέρια και τα πόδια μου, ένιωσα έναν δυνατό πόνο και μετά είδα το κεφάλι του Μιχάλη Αντωνίου από πάνω μου να ανασαίνει ανακουφισμένα. Ένιωσα νερό να βγαίνει από το στόμα και τη μύτη μου.
  •        Ενώ προσπαθούσα να πάρω αέρα γουλιές γουλιές, όλο το νερό που είχα καταπιεί έβγαινε και κυλούσε στο λαιμό μου. Ο Κώστας κρατούσε το κεφάλι μου στα γόνατά του. Όταν επιτέλους συνήλθα κατάλαβα ότι τρανταζόμουνα ολόκληρη από το βήχα. Προσπάθησα να ανασηκωθώ αλλά ζαλίστηκα και θα χτυπούσα το κεφάλι μου στα πλακάκια αν ο Κώστας δεν μου κρατούσε την πλάτη.
  • -          Μαρία! Μ’ ακούς; η φωνή του προπονητή. Έγνεψα με το κεφάλι
  • -          Δόξα τω θεώ! ο Κώστας.
  •        Έβηξα λίγο ακόμη, κατάφερα να ανασηκωθώ και κοίταξα γύρω μου. Δε ζαλιζόμουνα πια. Δοκίμασα να σηκωθώ. Τότε κατάλαβα ότι έτρεμα κι έκλαιγα. Με λίγη προσπάθεια συγκράτησα τον εαυτό μου.
  • -          Τι έγινε; ρώτησα ρουφώντας τη μύτη μου όσο πιο διακριτικά μπορούσα.
  • Οι δύο άντρες κοιτάχτηκαν. Τελικά μίλησε ο Μιχάλης Αντωνίου.
  • -          Τα κατάφερες, αλλά λίγο ήθελε για να είναι η τελευταία σου βουτιά.
  •  Τον κοίταξα ερωτηματικά.
  • -          Μόλις έκανες την τούμπα τσίριξες, συνέχισε ο προπονητής.
  • -          Έκανα την τούμπα;!
  • -          Ναι και μάλιστα άψογα. Λοιπόν τσίριξες και την ίδια στιγμή έμπαινες στο νερό, σχεδόν με τέλειο κατακόρυφο. Εγώ σε περίμενα να βγεις βήχοντας, αλλά εσύ κλοτσούσες με δύναμη προς τα κάτω και κάποια στιγμή χτύπησες το κεφάλι σου στον πάτο.
  • -          Συγγνώμη, είπα πραγματικά μετανιωμένη. Δε φανταζόμουνα ότι η επιτυχία θα ήταν έτσι.
  • -          Δε φταις εσύ. Ο Μιχάλης Αντωνίου με κοίταξε στα μάτια. Το εννοούσε. Ο Κώστας βούτηξε και σ’ έβγαλε σηκωτή. Σε συνέφερα και μόλις πήρες ανάσα άρχισες να χτυπιέσαι ολόκληρη από το βήχα και αφού κατάφερες να αναπνεύσεις κανονικά άρχισες να κλαις. Μετά, ε, τα ξέρεις. Τα ήξερα.
  • -          Συγγνώμη, ξανάπα και στους δύο. Είχα κοκκινίσει ολόκληρη και δεν μπορούσα να σταματήσω το τρέμουλο.
  • -          Σου είπα ότι δε φταις εσύ. Ο Μιχάλης Αντωνίου μου έπιασε το σαγόνι και μου το σήκωσε ώστε να τον κοιτάω στο πρόσωπο, απέφευγα τα μάτια του. Ντρεπόμουν. Αν δεν τσίριζες, συνέχισε να μιλάει, τίποτα δε θα είχε συμβεί. Γιατί φώναξες;
  • Κοίταξα τη μύτη του, τα ξυρισμένα μάγουλά του, τα ανασηκωμένα φρύδια του και τέλος τα μάτια του. Δεν ήταν επικριτικά, το μόνο που μπόρεσα να διακρίνω ήταν περιέργεια. Αποφάσισα να του απαντήσω ειλικρινά.
  • -          Φοβήθηκα. Ένιωσα να έρχονται τα πάνω κάτω. Μπορεί και να ζαλίστηκα, δε ξέρω. Νόμισα πως θα μου έβγαινε το στομάχι από το στόμα και μετά εισέπνευσα νερό. Νόμιζα πως θα πνιγώ. Κλοτσούσα για να βγω να πάρω αέρα, αλλά δεν τα κατάφερα ήταν... ήταν...
  • Ξαναγινόμουνα ρεζίλι, δεν μπόρεσα να συνεχίσω, πάλι έκλαιγα.
  •        Ο προπονητής με αγκάλιασε με τέτοια δύναμη που συνήλθα.
  • -          Συγγνώμη, ξαναείπα. Ήθελα να ανοίξει η γη να με καταπιεί. Κοίταξα προς τη μεριά του Κώστα. Καθόταν σε μια άκρη με την πλάτη γυρισμένη σε μας και κοιτούσε πέρα, τη μεγάλη πισίνα. Ξανακοίταξα το Μιχάλη Αντωνίου.
  • -          Καλύτερα να πάω σπίτι τώρα, του είπα απολογητικά.
  • -          Όποτε θελήσεις να ξαναδοκιμάσεις, ξέρεις που θα μας βρεις, μου απάντησε απλά.
  • -          Εντάξει, θα το έχω υπ’ όψιν μου. Γύρισα να πάω προς τα αποδυτήρια. Κοίταξα το ρολόι μου, πέντε και τέταρτο. Μόνο μία ώρα είχε περάσει!
  •        Στα μισά της διαδρομής αντιλήφθηκα τον Κώστα που περπατούσε δίπλα μου. Γύρισα και τον κοίταξα. Το πρόσωπό του ήταν σκυθρωπό, του πήγαινε πιο πολύ, τον έκανε να φαίνεται πιο ωραίος, πιο σοβαρός. Έσκασα ένα γελάκι, ακόμη και μισοπνιγμένη τελικά, αυτόν σκεφτόμουνα. Γύρισε και με κοίταξε. Χαμογέλασα.
  • -          Είμαι καλά τώρα. Ανασήκωσε τα φρύδια του. Αλήθεια, είμαι μια χαρά. Πρέπει να φαινόμουνα αρκετά εντάξει, γιατί φάνηκε να με πιστεύει. Σήκωσα το κεφάλι μου και τον κοίταξα για πρώτη φορά στα μάτια – τι ωραία μάτια που έχει αυτός ο άνθρωπος, δεν έχω ξαναδεί τέτοιο πράσινο.
  • -          Κώστα, γύρισε και με κοίταξε μισοχαμογελαστός, μισοσοβαρός. Σ’ ευχαριστώ... – πάλι κοκκίνισα, να πάρει!
  • Δεν είπε τίποτα, αλλά το χαμόγελό του μεγάλωσε, τώρα είχε τη συνηθισμένη του έκφραση, σχεδόν. Κάτι δεν ήταν ακριβώς το ίδιο, αλλά δεν με πολυένοιαζε κιόλας. Τον είχα κάνει να χαμογελάσει και δεν ήταν κοροϊδευτικό, ούτε επειδή έπεφτα από τη σανίδα του βατήρα σαν κλόουν. Τον είχα κάνει να χαμογελάσει! Νίκη! Νίκη σε όλα τα επίπεδα!
  •        Ήμασταν τώρα έξω από τα αποδυτήρια. Γύρισα προς την πόρτα των γυναικών.
  • -          Γεια, του είπα χαμογελώντας και γύρισα να μπω στα ντους.
  • -          Γεια, μου είπε κι αυτός σκυθρωπά και μου γύρισε την πλάτη.
  • -          Τα λέμε! Τώρα ήμουν ευτυχισμένη, δεν μου απάντησε και φαντάστηκα ότι θα είχε μπει στα αποδυτήρια. Έκανα ένα γρήγορο ντους και σε δέκα λεπτά είχα βγει στο δρόμο. Μπαίνοντας στο σπίτι πατούσα στον έβδομο ουρανό. Ο παραλίγο πνιγμός μου είχε περάσει στο πίσω μέρος του μυαλού μου και σχεδόν ξεχαστεί. Το βράδυ ονειρευόμουνα τον Κώστα. Τον Κώστα να γελάει με τα αστεία μου, τον Κώστα να με κοιτάζει με τα φρύδια σηκωμένα, τον Κώστα ξεκαρδισμένο όταν μπερδεύτηκα στα πόδια μου κι έπεσα πάνω στο βατήρα, τον Κώστα να μου εξηγεί τι να κάνω για να βουτήξω, τον Κώστα να βουτάει, τον Κώστα ανήσυχο πάνω από το κεφάλι μου. Ο Κώστας ανήσυχος πάνω από το κεφάλι μου, στα μάτια του υπήρχε τρόμος, εγώ έβηχα. Τότε ήταν που ξαναβρέθηκα με το κεφάλι κάτω. Τσίριξα, αντί για αέρας τα πνευμόνια μου γέμισαν νερό, πανικός, πνίγομαι!
  •        Βοήθεια! Αέρα, αέρα! Κι άλλο νερό, κλοτσάω με δύναμη. Πρέπει να βγω στην επιφάνεια. Αέρα, αέρα, αέρα, αέρα! Πρέπει να αναπνεύσω! Το νερό σκοτεινιάζει δίπλα μου. Βοήθεια! Δεν έχω πια κουράγιο να κλοτσήσω. Προσπαθώ να πάρω ανάσα, νερό μπαίνει στους πνεύμονες, το στόμα, τη μύτη, τα αυτιά και τα μάτια μου. Τα πάντα σκοτεινιάζουν. Πνίγηκα, σκέφτομαι ενώ νιώθω το νερό παντού γύρω μου, κρυώνω πολύ. Πνίγηκα.