Δευτέρα, 15 Ιουλίου 2013

Βουτιά προς την επιτυχία Κεφάλαιο 2

  • Με αργές κινήσεις έβαλα τα παπούτσια μου και έπιασα τα μαλλιά μου. Έβαλα μέσα στο σάκο το πορτοφόλι μου με δέκα ευρώ, το κινητό και τα κλειδιά μου. Φώναξα στη μητέρα μου που μαγείρευε ότι έφευγα και βγήκα στο δρόμο. Τέσσερις και ένα. Τέσσερις και εφτά ακριβώς έβγαινα από τα αποδυτήρια. Σχεδόν έτρεξα ως τους βατήρες. Δεν τον έβλεπα πουθενά. Μήπως άργησε; Κι αν αποφάσισε να μην έρθει; Αλλά όχι, εκεί είναι με έναν άλλον. Ο προπονητής του πρέπει να είναι. Με είδε, έρχεται προς το μέρος μου. Μην κοκκινίσεις, σε παρακαλώ μην κοκκινίσεις, αλλά ναι, τα μαγουλά μου καίγανε. Το πρόσωπό μου πάλι με πρόδιδε.
  • -          Καλώς την!
  • -          Ε, γεια. Ήρθα – ηλίθια! το βλέπει ότι ήρθες, πες κάτι καλό – τέσσερις όπως είπες, δεν άργησα, έτσι; - να! βλάκα –
  • -          Όχι καθόλου, έλα.
  •        Τον ακολούθησα, συγκεντρωμένη να μην μπλέξω τα πόδια μου και πέσω. Διασχίσαμε τα δέκα μέτρα που μας χώριζαν από τον άλλον χωρίς απρόοπτα.
  • -          Λοιπόν, Μαρία, θέλω να σου γνωρίσω τον προπονητή μου, Μιχάλης Αντωνίου, πρώην πρωταθλητής.
  • -          Χάρηκα, έδωσα το χέρι. Ο κύριος Αντωνίου μου το ανταπέδωσε. Ήταν ψηλός, γύρω στα σαράντα πέντε με γκρίζα μαλλιά και γερό κορμί. Φορούσε ένα απλό άσπρο μπλουζάκι και τζιν παντελόνι. Μου χαμογέλασε εγκάρδια. Τον συμπάθησα αμέσως.
  • -          Αυτό είναι το ταλέντο που σου έλεγα Μιχάλη, η Μαρία. Μαρία τι; Τώρα μιλούσε σε μένα – «συγκεντρώσου και απάντησέ του».
  • -          Τι; ε, Παπαδοπούλου, Μαρία Παπαδοπούλου.
  • -          Λοιπόν Μαράκι, θα δοκιμάσεις μερικές βουτιές; τώρα μιλούσε ο προπονητής, ο Κουρτάκης από δω – ώστε Κώστα Κουρτάκη τον έλεγαν –  λέει ότι είσαι πραγματικά καλή, τι λες; Αυτός ο τύπος μου θύμιζε τον πατέρα μου, τον εμπιστεύτηκα.
  • -          Εντάξει, αλλά πρέπει να ξέρετε, του είπα για τη σχέση μου με τις βουτιές.
  • Του είπα για το πώς αποφάσισα να δοκιμάσω και πώς ένιωσα πάνω στο βατήρα πώς κόντεψα να πάθω υστερία και ότι  πήδηξα μόνο και μόνο για να μην πέσω από τη ζαλάδα. Με άκουσε, μου χαμογέλασε και μου έσφιξε τον ώμο.
  • -          Αυτή τη φορά όλα θα είναι εντάξει.
  • Τον κοίταξα στα μάτια, κάτι από τη σιγουριά του πέρασε και σε μένα. Έβγαλα το μπουρνούζι μου.
  • -          Έτσι σε θέλω, δείξε μου τώρα τι μπορείς να κάνεις.
  • Μιχάλης Αντωνίου, σπουδαίος αθλητής, μα πάνω από όλα σπουδαίος άνθρωπος και καταπληκτικός προπονητής επίσης.
  •         Με τον Κώστα στο πλευρό μου πήγαμε στον βατήρα-εφιάλτη.
  • -          Αυτός εδώ λέγεται τραμπολίνο – «χμ... έτσι όπως κουνιέται δεν του ταιριάζει άλλο όνομα αλλά τέλος πάντων» – συνήθως ξεκινάς από εδώ. Πρόσεξε τώρα, η φωνή του Κώστα ήταν βελούδινη, και προσπάθησε να κάνεις ό, τι κι εγώ.
  • -          Ωραία, σε παρακολουθώ – «Ουάου! Αυτός ο προπονητής είναι υπέροχος! Μπορώ να μιλάω στον Κώστα σαν να είμαι φυσιολογικός άνθρωπος!» – απλώς λέγε μου τι κάνεις αν μπορείς.
  • -          Πρόσεξε, ανεβαίνεις στο βατήρα και παίρνεις φόρα. Μόλις φτάσεις στην άκρη του θα πηδήξεις. Ψηλά και κατακόρυφα, όχι για να πέσεις στην πισίνα, ωραία;
  • -          Ναι, και μετά; Ήμουν συγκεντρωμένη σ’ αυτόν, στα χείλια του, στις κινήσεις του, στα χέρια, το σώμα του, αλλά κατά κάποιο περίεργο τρόπο άκουγα και καταλάβαινα αυτά που έλεγε στο εκατό τοις εκατό.
  • -          Αφού προσγειωθείς στην άκρη της σανίδας θα πηδήξεις πιο δυνατά φέρνοντας ταυτόχρονα το βάρος σου προς τα κάτω ώστε να γυρίσεις και να κάνεις τούμπα. Όταν το κεφάλι σου είναι στο κατώτατο σημείο προσπάθησε να ευθυγραμμίσεις το σώμα σου ώστε να βουτήξεις με το κεφάλι.
  • -          Εγώ θα τα κάνω όλα αυτά; Ωραίο αστείο!
  • -          Κοίτα εμένα, αν το κάνεις μία θα το κάνεις πάντα.
  •       Πήρε φόρα πήδηξε, ξαναπήδηξε, έκανε τούμπα και έσκασε σχεδόν με το κεφάλι, αν και τα πόδια του χτυπήσανε το νερό μπαίνοντας. Τότε βέβαια μου είχε φανεί ότι έκανε το πιο τέλειο πράγμα του κόσμου.
  • -          Καλούτσικη. Δεν τελείωσες καλά, είπε ο Μιχάλης Αντωνίου μόλις ο αθλητής του βγήκε από το νερό.
  • -          Καλούτσικη! Πλάκα μου κάνετε, φώναξα εγώ.
  • -          Θέλει Ολυμπιακούς Μαράκι, όχι να εντυπωσιάσει στην παραλία. Με τέτοια βουτιά δεν παίρνει ούτε τους μισούς βαθμούς από αυτούς που δικαιούται.
  • Αυστηρός τύπος, θυμάμαι ότι σκέφτηκα, να μην του αρέσει τέτοιο πράγμα.
  • -          Λοιπόν; ο Κώστας μιλούσε σε μένα
  • -          Λοιπόν τι; Αποκλείεται να τα καταφέρω.
  • -          Θα τα καταφέρεις, αν όχι με την πρώτη με τη δεύτερη θα το πετύχεις, έλα. Με κοιτούσε με μια περιέργεια που με προκαλούσε.
  •       Έβαλα το πόδι μου πάνω στο βατήρα. Ανέβηκα κι έκανα ένα βήμα πίσω για να πάρω φόρα. Ξεκίνησα να τρέχω και μόλις έφτασα πάνω από την πισίνα έπεσα μέσα. Βγήκα έξω βήχοντας.
  • -          Είσαι καλά; Με ρώτησε ο Μιχάλης Αντωνίου, ενώ ο Κώστας με βοηθούσε να σηκωθώ γελώντας.
  • -          Αυτό το πράγμα κουνιέται πολύ, σας το’ πα ότι δεν θα το κατάφερνα ποτέ.
  • -          Έλα τώρα, μην τα παρατάς με το πρώτο εμπόδιο. Εγώ ξέρεις πόσες φορές έπεσα; Ο Κώστας με κοιτούσε γελαστά.
  • Με πήγε ως την άκρη του βατήρα.
  • -          Πάρε φόρα από κάτω, πριν ανέβεις, μου είπε μαλακά και απομακρύνθηκε.
  • Έκανα όπως μου είπε. Πήρα φόρα, πήδηξα στο βατήρα έτρεξα το σταθερό μέρος, συνέχισα λίγο στο τραμπολίνο και ξαναβρέθηκα στον πάτο της πισίνας.
  • -          Ξανά. Ήταν το μόνο που είπα μόλις βγήκα στην επιφάνεια.
  • -          Είσαι σκληρό καρύδι. Μ’ αρέσεις, μου είπε χαμογελαστά ο Μιχάλης Αντωνίου.
  • -          Απλώς δε μου αρέσει να χάνω. Αν καταπιαστώ με κάτι πρέπει να το τελειώσω, απάντησα μονοκόμματα παίρνοντας φόρα για άλλη μια φορά.
  • Ξανά το ίδιο. Την επόμενη φορά όμως κατάφερα να φτάσω ως την άκρη της σανίδας και να κάνω το πρώτο πήδημα πριν ξανακαταλύξω στον πάτο του καταδυτηρίου.
  • Εκείνη τη φορά τα μάτια του Κώστα γελούσαν ικανοποιημένα ενώ ο προπονητής του με τράβηξε έξω με ένα ενθαρρυντικό χτύπημα στην πλάτη.
  • -          Τι λες; Άλλη μια φορά;
  • Τον κοίταξα προκλητικά.
  • -          Μέχρι να τα καταφέρω.
  •          Δοκίμασα άλλες περίπου είκοσι φορές. Άλλες ήταν σκέτη αποτυχία, κάποια στιγμή μάλιστα έπεσα επειδή μπερδεύτηκα στα πόδια μου, κι άλλες κάπως καλύτερες. Για εικοστή πρώτη φορά πήρα θέση λίγο πίσω από το βατήρα. Ξεκίνησα να τρέχω αποφασισμένη να τα καταφέρω. Σήκωσα το πόδι μου και πάτησα με δύναμη τη σανίδα, συνέχισα νε τρέχω, έφτασα στην άκρη της. Πήδηξα ελαφρά, μόλις οι φτέρνες μου ακούμπησαν κάτω έβαλα δύναμη και τινάχτηκα στον αέρα. Ένιωσα να γυρίζω τα πάνω κάτω. Τσίριξα, νερό μπήκε στο στόμα και τα ρουθούνια μου. Τρόμαξα. Προσπάθησα να πάρω ανάσα, κατάπια μια γερή ποσότητα χλωριωμένου πισινάτου νερού. Θυμάμαι ότι πανικοβλήθηκα, ήμουν σίγουρη ότι πνιγόμουνα, ήθελα να πάρω ανάσα και αντ’ αυτού ήπια κι άλλο νερό. Χτύπησα με δύναμη τα χέρια και τα πόδια μου, ένιωσα έναν δυνατό πόνο και μετά είδα το κεφάλι του Μιχάλη Αντωνίου από πάνω μου να ανασαίνει ανακουφισμένα. Ένιωσα νερό να βγαίνει από το στόμα και τη μύτη μου.
  •        Ενώ προσπαθούσα να πάρω αέρα γουλιές γουλιές, όλο το νερό που είχα καταπιεί έβγαινε και κυλούσε στο λαιμό μου. Ο Κώστας κρατούσε το κεφάλι μου στα γόνατά του. Όταν επιτέλους συνήλθα κατάλαβα ότι τρανταζόμουνα ολόκληρη από το βήχα. Προσπάθησα να ανασηκωθώ αλλά ζαλίστηκα και θα χτυπούσα το κεφάλι μου στα πλακάκια αν ο Κώστας δεν μου κρατούσε την πλάτη.
  • -          Μαρία! Μ’ ακούς; η φωνή του προπονητή. Έγνεψα με το κεφάλι
  • -          Δόξα τω θεώ! ο Κώστας.
  •        Έβηξα λίγο ακόμη, κατάφερα να ανασηκωθώ και κοίταξα γύρω μου. Δε ζαλιζόμουνα πια. Δοκίμασα να σηκωθώ. Τότε κατάλαβα ότι έτρεμα κι έκλαιγα. Με λίγη προσπάθεια συγκράτησα τον εαυτό μου.
  • -          Τι έγινε; ρώτησα ρουφώντας τη μύτη μου όσο πιο διακριτικά μπορούσα.
  • Οι δύο άντρες κοιτάχτηκαν. Τελικά μίλησε ο Μιχάλης Αντωνίου.
  • -          Τα κατάφερες, αλλά λίγο ήθελε για να είναι η τελευταία σου βουτιά.
  •  Τον κοίταξα ερωτηματικά.
  • -          Μόλις έκανες την τούμπα τσίριξες, συνέχισε ο προπονητής.
  • -          Έκανα την τούμπα;!
  • -          Ναι και μάλιστα άψογα. Λοιπόν τσίριξες και την ίδια στιγμή έμπαινες στο νερό, σχεδόν με τέλειο κατακόρυφο. Εγώ σε περίμενα να βγεις βήχοντας, αλλά εσύ κλοτσούσες με δύναμη προς τα κάτω και κάποια στιγμή χτύπησες το κεφάλι σου στον πάτο.
  • -          Συγγνώμη, είπα πραγματικά μετανιωμένη. Δε φανταζόμουνα ότι η επιτυχία θα ήταν έτσι.
  • -          Δε φταις εσύ. Ο Μιχάλης Αντωνίου με κοίταξε στα μάτια. Το εννοούσε. Ο Κώστας βούτηξε και σ’ έβγαλε σηκωτή. Σε συνέφερα και μόλις πήρες ανάσα άρχισες να χτυπιέσαι ολόκληρη από το βήχα και αφού κατάφερες να αναπνεύσεις κανονικά άρχισες να κλαις. Μετά, ε, τα ξέρεις. Τα ήξερα.
  • -          Συγγνώμη, ξανάπα και στους δύο. Είχα κοκκινίσει ολόκληρη και δεν μπορούσα να σταματήσω το τρέμουλο.
  • -          Σου είπα ότι δε φταις εσύ. Ο Μιχάλης Αντωνίου μου έπιασε το σαγόνι και μου το σήκωσε ώστε να τον κοιτάω στο πρόσωπο, απέφευγα τα μάτια του. Ντρεπόμουν. Αν δεν τσίριζες, συνέχισε να μιλάει, τίποτα δε θα είχε συμβεί. Γιατί φώναξες;
  • Κοίταξα τη μύτη του, τα ξυρισμένα μάγουλά του, τα ανασηκωμένα φρύδια του και τέλος τα μάτια του. Δεν ήταν επικριτικά, το μόνο που μπόρεσα να διακρίνω ήταν περιέργεια. Αποφάσισα να του απαντήσω ειλικρινά.
  • -          Φοβήθηκα. Ένιωσα να έρχονται τα πάνω κάτω. Μπορεί και να ζαλίστηκα, δε ξέρω. Νόμισα πως θα μου έβγαινε το στομάχι από το στόμα και μετά εισέπνευσα νερό. Νόμιζα πως θα πνιγώ. Κλοτσούσα για να βγω να πάρω αέρα, αλλά δεν τα κατάφερα ήταν... ήταν...
  • Ξαναγινόμουνα ρεζίλι, δεν μπόρεσα να συνεχίσω, πάλι έκλαιγα.
  •        Ο προπονητής με αγκάλιασε με τέτοια δύναμη που συνήλθα.
  • -          Συγγνώμη, ξαναείπα. Ήθελα να ανοίξει η γη να με καταπιεί. Κοίταξα προς τη μεριά του Κώστα. Καθόταν σε μια άκρη με την πλάτη γυρισμένη σε μας και κοιτούσε πέρα, τη μεγάλη πισίνα. Ξανακοίταξα το Μιχάλη Αντωνίου.
  • -          Καλύτερα να πάω σπίτι τώρα, του είπα απολογητικά.
  • -          Όποτε θελήσεις να ξαναδοκιμάσεις, ξέρεις που θα μας βρεις, μου απάντησε απλά.
  • -          Εντάξει, θα το έχω υπ’ όψιν μου. Γύρισα να πάω προς τα αποδυτήρια. Κοίταξα το ρολόι μου, πέντε και τέταρτο. Μόνο μία ώρα είχε περάσει!
  •        Στα μισά της διαδρομής αντιλήφθηκα τον Κώστα που περπατούσε δίπλα μου. Γύρισα και τον κοίταξα. Το πρόσωπό του ήταν σκυθρωπό, του πήγαινε πιο πολύ, τον έκανε να φαίνεται πιο ωραίος, πιο σοβαρός. Έσκασα ένα γελάκι, ακόμη και μισοπνιγμένη τελικά, αυτόν σκεφτόμουνα. Γύρισε και με κοίταξε. Χαμογέλασα.
  • -          Είμαι καλά τώρα. Ανασήκωσε τα φρύδια του. Αλήθεια, είμαι μια χαρά. Πρέπει να φαινόμουνα αρκετά εντάξει, γιατί φάνηκε να με πιστεύει. Σήκωσα το κεφάλι μου και τον κοίταξα για πρώτη φορά στα μάτια – τι ωραία μάτια που έχει αυτός ο άνθρωπος, δεν έχω ξαναδεί τέτοιο πράσινο.
  • -          Κώστα, γύρισε και με κοίταξε μισοχαμογελαστός, μισοσοβαρός. Σ’ ευχαριστώ... – πάλι κοκκίνισα, να πάρει!
  • Δεν είπε τίποτα, αλλά το χαμόγελό του μεγάλωσε, τώρα είχε τη συνηθισμένη του έκφραση, σχεδόν. Κάτι δεν ήταν ακριβώς το ίδιο, αλλά δεν με πολυένοιαζε κιόλας. Τον είχα κάνει να χαμογελάσει και δεν ήταν κοροϊδευτικό, ούτε επειδή έπεφτα από τη σανίδα του βατήρα σαν κλόουν. Τον είχα κάνει να χαμογελάσει! Νίκη! Νίκη σε όλα τα επίπεδα!
  •        Ήμασταν τώρα έξω από τα αποδυτήρια. Γύρισα προς την πόρτα των γυναικών.
  • -          Γεια, του είπα χαμογελώντας και γύρισα να μπω στα ντους.
  • -          Γεια, μου είπε κι αυτός σκυθρωπά και μου γύρισε την πλάτη.
  • -          Τα λέμε! Τώρα ήμουν ευτυχισμένη, δεν μου απάντησε και φαντάστηκα ότι θα είχε μπει στα αποδυτήρια. Έκανα ένα γρήγορο ντους και σε δέκα λεπτά είχα βγει στο δρόμο. Μπαίνοντας στο σπίτι πατούσα στον έβδομο ουρανό. Ο παραλίγο πνιγμός μου είχε περάσει στο πίσω μέρος του μυαλού μου και σχεδόν ξεχαστεί. Το βράδυ ονειρευόμουνα τον Κώστα. Τον Κώστα να γελάει με τα αστεία μου, τον Κώστα να με κοιτάζει με τα φρύδια σηκωμένα, τον Κώστα ξεκαρδισμένο όταν μπερδεύτηκα στα πόδια μου κι έπεσα πάνω στο βατήρα, τον Κώστα να μου εξηγεί τι να κάνω για να βουτήξω, τον Κώστα να βουτάει, τον Κώστα ανήσυχο πάνω από το κεφάλι μου. Ο Κώστας ανήσυχος πάνω από το κεφάλι μου, στα μάτια του υπήρχε τρόμος, εγώ έβηχα. Τότε ήταν που ξαναβρέθηκα με το κεφάλι κάτω. Τσίριξα, αντί για αέρας τα πνευμόνια μου γέμισαν νερό, πανικός, πνίγομαι!
  •        Βοήθεια! Αέρα, αέρα! Κι άλλο νερό, κλοτσάω με δύναμη. Πρέπει να βγω στην επιφάνεια. Αέρα, αέρα, αέρα, αέρα! Πρέπει να αναπνεύσω! Το νερό σκοτεινιάζει δίπλα μου. Βοήθεια! Δεν έχω πια κουράγιο να κλοτσήσω. Προσπαθώ να πάρω ανάσα, νερό μπαίνει στους πνεύμονες, το στόμα, τη μύτη, τα αυτιά και τα μάτια μου. Τα πάντα σκοτεινιάζουν. Πνίγηκα, σκέφτομαι ενώ νιώθω το νερό παντού γύρω μου, κρυώνω πολύ. Πνίγηκα.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου