Κυριακή, 25 Αυγούστου 2013

Βουτιά προς την επιτυχία Κεφάλαιο 4!

  •          Κάθισα αρκετή ώρα κάτω από το παγωμένο ντους. Η αντίδραση του Μιχάλη Αντωνίου, σε συνδυασμό με τον χαλαρωτικό ήχο του νερού μου έκαναν καλό και με ηρέμησαν. Όταν επιτέλους βγήκα στο δρόμο ήμουν ήρεμη και έτοιμη να αντιμετωπίσω την κατάσταση. Πήραμε τηλέφωνο την εταιρία, δεν υπήρχαν νέα. Διαπραγματεύονταν με τους πειρατές για τους ομήρους. Ο πατέρας μου δεν ήταν ανάμεσα στους σκοτωμένους, γι αυτό ήταν σίγουροι. Ούτε ανάμεσα στους ομήρους ήταν όμως. Δεν μπορούσαν να μας πουν τίποτε άλλο. Ούτε αυτοί ξέρανε. Μας είπαν ότι θα μας ενημέρωναν και κλείσαμε το τηλέφωνο.
  •         Εκείνο το βράδυ κοιμήθηκα με τη μητέρα μου και την επόμενη μέρα, που ξεκινούσε η άδειά της, δεν πήγα στην προπόνηση. Το μεσημέρι ο Κώστας πέρασε από το σπίτι να δει αν υπήρχαν νέα. Του είπα ό, τι μας είχε πει η εταιρία και τον ευχαρίστησα που πέρασε από το σπίτι. Με ρώτησε αν μπορούσε να κάτσει για το μεσημέρι. Κάτι στο πρόσωπό του δεν πήγαινε καλά, το αιώνιο χαμόγελό του έλειπε.
  • -          Τι έγινε; τον ρώτησα πηγαίνοντάς τον στο δωμάτιό μου. Του έδειξα το κρεβάτι μου και κάτσαμε.
  • -          Η Φανή πέρασε στην Πάτρα, φεύγει μεθαύριο για να βρει σπίτι.
  • -          Η Πάτρα είναι κοντά θα μπορείτε να βλέπεστε τα σαββατοκύριακα.
  • -          Εγώ δεν πέρασα στα ΤΕΦΑΑ, μου είπε αδιάφορα.
  • -          Αφού δεν σε ενδιέφερε, του είπα παραξενεμένη.
  • Κάτι δεν πήγαινε καλά μαζί του και δεν ήταν ούτε η Φανή, ούτε τα ΤΕΦΑΑ.
  • -          Κώστα, με κοίταξε, τι έγινε; Τι έχεις; Αναστέναξε.
  • -          Αυτό που σου είπα. Φεύγει και η Φανή.
  • Ανασήκωσα τα φρύδια μου. Ήταν φανερό πως δεν τον πίστευα και το κατάλαβε. Σηκώθηκα και έκλεισα την πόρτα μου.
  • -          Κάτι δεν πάει καλά, του είπα. Είμαστε ή δεν είμαστε φίλοι;
  • -          Δε θέλω να σου φορτώσω και τα δικά μου προβλήματα, αυτό είναι όλο. Έχω τους φίλους μου, το Μιχάλη, τη Φανή... Εσύ έχεις τα δικά σου.
  • -          Δε λέω ότι δεν τους έχεις, αλλά δεν ήρθες μόνο για να ρωτήσεις για τον πατέρα μου. Μπορείς να μ’ εμπιστευτείς ξέρεις. Με κοίταξε.
  • -          Το ξέρω. Χαμογέλασε. Τότε ήταν που χτύπησε το τηλέφωνο. Τινάχτηκα και σήκωσα το ακουστικό.
  • -          Εμπρός! είπα ταυτόχρονα με τη μητέρα μου.
  • -          Η κυρία Παπαδοπούλου; ρώτησε η φωνή, δεν μου άρεσε ο τόνος του τύπου που μιλούσε. Κάθισα στην καρέκλα του γραφείου μου. Ο Κώστας σηκώθηκε και μου έπιασε τον ώμο. Του έκανα νόημα να ξανακάτσει. Κρατούσα την αναπνοή μου. Θα ήταν καλά ή κακά τα νέα;
  • -          Κυρία Παπαδοπούλου, βρήκαμε τον άντρα σας. – «Αφού τον βρήκανε, γιατί μιλάει έτσι ο τύπος;»
  • -          Δόξα τω θεώ! Αναφώνησε η μητέρα μου. Ανάσανα.
  • -          Είναι στο καράβι που έστειλε ο ΟΗΕ για τις διαπραγματεύσεις.
  • -          Πού τον βρήκατε; Ρώτησε η μητέρα μου με αγωνία, κάτι δεν μου πήγαινε καλά. Αφού ήταν στο καράβι του ΟΗΕ, γιατί δεν μας πήρε ο ίδιος;
  • -          Στη θάλασσα. Δεν ήταν σε θέση να μας μιλήσει. Δέχεται τις πρώτες βοήθειες από τους γιατρούς της αποστολής. –  «Να τι δεν μου πήγαινε καλά» – Ήταν πολλές ώρες στο νερό και έχει υποθερμία, οι γιατροί δεν μπορούν να εγγυηθούν τίποτα. Τα χείλια μου άρχισαν να τρέμουν – «Κάνε θεέ μου να τα καταφέρει, σε παρακαλώ!». Τα έξοδα, συνέχισε να λέει με υπηρεσιακή φωνή ο τύπος θα πληρωθούν από την εταιρία. Ακόμη...
  •         Κατέβασα το ακουστικό. Σηκώθηκα και πήγα πάλι δίπλα στον Κώστα.
  • -          Χλόμιασες, μου είπε, τι σου είπαν στο τηλέφωνο;
  • Έκανα μια κίνηση με το κεφάλι ότι όλα ήταν καλά. Ήταν σειρά του να μην με πιστέψει.
  • -          Τον βρήκανε, του είπα βραχνά, είναι στο νοσοκομείο του καραβιού που έχει στείλει ο ΟΗΕ. Έχει υποθερμία, δεν ξέρουν αν θα... – Ήθελα να πω «αν θα ζήσει», δεν το είπα – αν θα τα καταφέρει.
  • -          Θα δεις που σε δύο εβδομάδες θα είναι καλά και θα τον έχετε στο σπίτι. Μου χαμογέλασε.
  • -          Μακάρι, ψιθύρισα. Έτρεμα. Πάω να ρίξω νερό στο πρόσωπό μου, του είπα και σηκώθηκα.
  • Όταν γύρισα στο δωμάτιο μιλούσε στο κινητό του. Τον περίμενα να τελειώσει. Το έκλεισε και σηκώθηκε.
  • -          Μπορώ να κάτσω για φαγητό; Με ρώτησε. Σε παρακαλώ...
  • -          Εννοείται. Τι έγινε;
  • -          Υπόσχεσαι να μην το πεις σε κανέναν; Ούτε στο Μιχάλη.
  • -          Σου είπα ότι μπορείς να με εμπιστεύεσαι. Πρέπει να ήμουν πολύ κατηγορηματική, γιατί ξανακάθισε. Εγώ κάθισα απέναντί του.
  • -          Τσακώθηκα με τη μητέρα μου. Δεν είναι η πρώτη φορά, αλλά τώρα είναι πραγματικά άσχημα. Ποτέ δεν τα πηγαίναμε καλά. Ποτέ δε με στήριζε στις αποφάσεις μου. Ο Μιχάλης ήταν για μένα πιο πολύ γονιός παρά προπονητής. Τώρα ψάχνει να με βρει, η μητέρα μου εννοώ.
  •         Δε μου είπε γιατί και δεν τον ρώτησα. Μιλήσαμε για άλλα πράγματα, για το σχολείο μου, για τις καταδύσεις, για τα πολιτικά. Λέγαμε περί ανέμων και υδάτων, όταν μας φώναξε η μητέρα μου για φαγητό. Μέχρι να φύγει το βράδυ, πολύ μετά τις τέσσερις που υποτίθεται ότι θα πήγαινε σε ένα φίλο του, είχαμε μιλήσει και γελάσει τόσο πολύ που είχε ξεχάσει γιατί είχε έρθει το μεσημέρι.
  •         Την επομένη, η μαμά μου έφυγε για το Λουτράκι. Δεν θέλησα να πάω, εκείνη δε θα έμενε για πάνω από τρεις μέρες κι εγώ ήθελα να πηγαίνω στην πισίνα, στα «αγόρια μου». Ο υπόλοιπος Αύγουστος πέρασε ευχάριστα. Ξυπνούσα αργά το πρωί και πήγαινα για προπόνηση, το μεσημέρι τρώγαμε όλοι μαζί στο σπίτι μας, όπου η μητέρα μου χαιρότανε να μαγειρεύει – ή τουλάχιστον έτσι έλεγε – και τα απογεύματα είτε καθόμουνα σπίτι είτε έβγαινα με φίλες μου που είχαν αρχίσει να γυρνάνε από τις διακοπές. Αρχές Σεπτεμβρίου μας τηλεφωνήσανε πως ο μπαμπάς είχε ξεπεράσει μια και καλή τον κίνδυνο και σιγά σιγά θα έμπαινε στην ανάρρωση. Παράλληλα, εγώ ετοιμαζόμουνα για το σχολείο. Υποχρεωτικά θα άφηνα τις καταδύσεις. Ο Μιχάλης Αντωνίου ήθελε να συνεχίσω, τσακωθήκαμε δυο τρεις φορές, αλλά δεν έκανα πίσω. Είχα τις προτεραιότητές μου. Στο τέλος, αναγκάστηκε να συμβιβαστεί αφού του υποσχέθηκα ότι τουλάχιστον μία φορά το μήνα θα έκανα προπόνηση.
  •          Έντεκα Σεπτεμβρίου ξεκίνησε το σχολείο και το φροντιστήριο. Μέχρι το Δεκέμβριο δεν σήκωσα κεφάλι. Διάβαζα πολύ, έγραφα καλά και συνέχιζα. Μία φορά το μήνα, εκτός από ελάχιστες φορές, τηλεφωνούσα στο Μιχάλη Αντωνίου και κανονίζαμε την προπόνησή μου. Τα πήγαινα ικανοποιητικά σε όλους τους τομείς. Τέλη Νοεμβρίου μας πήραν τηλέφωνο από την εταιρεία του μπαμπά. Επέστρεφαν με το νέο έτος. Όταν ήρθαν τα Χριστούγεννα ήμουν ευτυχισμένη. Αγόρασα δώρα για τους γονείς μου, τον Κώστα, το Μιχάλη Αντωνίου και τη Φανή που θα ανέβαινε στην Αθήνα για την Πρωτοχρονιά.
  •         Μία μέρα πριν αρχίσει ξανά το σχολείο, γυρίζοντας από το σπίτι μιας φίλης μου βρήκα στο σπίτι το καλύτερο δώρο του κόσμου. Ο πατέρας μου με περίμενε στο σαλόνι. Χύθηκα στην αγκαλιά του. Ήταν γερασμένος, είχε ταλαιπωρηθεί και ασπρίσει, ήταν αδυνατισμένος και κουρασμένος, αλλά ήταν αυτός. Και ήταν καλά. Είχα να τον δω σχεδόν ένα χρόνο. Εκείνη τη μέρα καθίσαμε και οι τρεις και μιλούσαμε για πολλές ώρες. Αυτός μας είπε για το ταξίδι και την «περιπετειούλα» του, όπως χαρακτήρισε την επίθεση των πειρατών. Δεν μας είπε πώς βρέθηκε στη θάλασσα και δε ρωτήσαμε. Ήθελε να ξεχάσει εκείνες τις στιγμές, αν και νομίζω πως είχε ήδη μιλήσει με τη μαμά μου γι αυτό. Εγώ του μίλησα για το σχολείο και η μαμά για τις καταδύσεις. Δεν είχε αντίρρηση. Όσο το ήθελα εγώ, δεν είχε πρόβλημα.
  • -          Κι αν θελήσει κανείς να σου κάνει οτιδήποτε που δεν θέλεις, έμαθα μερικά χρήσιμα κόλπα στη θάλασσα της Μαλαισίας.
  •         Το διάστημα μέχρι το Πάσχα ήταν πιο δύσκολο. Διάβαζα πάρα πολύ, κοιμόμουνα λιγότερο απ’ όσο έπρεπε, παραμελούσα τις καταδύσεις και την προσωπική μου ζωή, αλλά δεν έλεγε κανείς τίποτα. Ο πατέρας μου είχε πάρει αναρρωτική άδεια άνευ αποδοχών μέχρι μετά τις Πανελλήνιες και ήταν σπίτι και δίπλα μου σε όλα. Η μητέρα μου ήταν απολύτως ευτυχής και ζούσε την κάθε στιγμή που περνούσε μαζί με τον μπαμπά μου. Δούλευε σα σκυλί και έπαιρνε όλες τις υπερωρίες που μπορούσε, αλλά την ευχαριστούσε. Το έκανε «για την οικογένεια», όπως έλεγε, και της ήταν αρκετό. Από το Πάσχα και μετά άρχισα να αγχώνομαι. Ενάμισης μήνας είχε μείνει, ένας μήνας, δύο εβδομάδες, τρεις μέρες, δύο, «αύριο γράφω αρχαία» ήταν το μόνο που είχα πει στον Μιχάλη Αντωνίου όταν πήρε να ρωτήσει «πού στο καλό ήμουνα και είχα χάσει το δρόμο για το καταδυτήριο».
  •         Μετά από δεκαπέντε μέρες και πολύ άγχος οι Πανελλήνιες τελείωσαν – επιτέλους τελείωσαν! – μέσα σε άλλες δεκαπέντε έγραψα και στις εύκολες ενδοσχολικές και στις 20 Ιουνίου το απόγευμα παρουσιάστηκα στην πισίνα.
  • -          Είμαι έτοιμη να φτύσω αίμα, είπα μόλις είδα τα «αγόρια μου», ετοιμάστε με για το προολυμπιακό τουρνουά!