Δευτέρα, 9 Σεπτεμβρίου 2013

Βουτιά προς την επιτυχία, Κεφάλαιο 5

  • Ο Μιχάλης Αντωνίου έκανε σα μωρό παιδί από τη χαρά του μόλις του ανακοίνωσα την απόφασή μου. Είχα κάτσει και συζητήσει με τους γονείς μου, υπολόγιζα ότι είχα πιάσει τη βάση της Νομικής της Αθήνας, αλλά στο μεταξύ είχα αγαπήσει τις καταδύσεις και πίστευα ότι άξιζε τον κόπο να προσπαθήσω κι εκεί για να δω τι θα καταφέρω. Καταλήξαμε ότι θα θυσίαζα τον πρώτο χρόνο στη σχολή, αν περνούσα, για να προλάβω το προολυμπιακό και αν προκρινόμουνα, πράγμα απίθανο, θα αφιερωνόμουνα στον αθλητισμό. Αν όχι, και αυτό ήταν και το πιο πιθανό σενάριο, θα πήγαινα στη σχολή μου με καθυστέρηση και θα ξεκινούσα την καριέρα μου στη δικηγορική, αφήνοντας τις βουτιές για τον ελεύθερο χρόνο μου.
  • -          Ετοιμάσου να λάμψεις! Μου είχε πει ο προπονητής μου, στέλνοντάς με στον ψηλότερο βατήρα. Είχα περίπου τρεις μήνες να πατήσω στο κολυμβητήριο πράγμα που σημαίνει ότι μετά από την πρώτη – και εκατό τοις εκατό αποτυχημένη – βουτιά από τα δέκα μέτρα επέστρεψα στο τραμπολίνο.
  • -          Όσο καιρό μας είχες φτύσει για ανόητα και ανιαρά πράγματα όπως το να κυνηγάς το όνειρό σου στο πανεπιστήμιο, μου είπε κάποια στιγμή πειράζοντάς με ο Μιχάλης Αντωνίου, ο Κώστας κατάφερε δύο πράγματα. Ένα εύκολο κι ένα δύσκολο. Έχεις ένα μήνα να φτάσεις στο ίδιο επίπεδο μ’ αυτόν.
  •         Όσο λοιπόν εγώ ασχολιόμουνα με «ανόητα και ανιαρά πράγματα» ο Κώστας είχε σκιστεί στην προπόνηση. Είχε πιάσει μια γκαρσονιέρα κοντά στο κολυμβητήριο και για να πληρώνει το νοίκι τα βράδια δούλευε σ’ ένα φαστφουντάδικο πάνω στη λεωφόρο Κύμης. Το πρωί κοιμόταν λίγες ώρες και από το μεσημέρι μέχρι να πιάσει δουλειά βρισκόταν στο καταδυτήριο και κυνηγούσε το δικό του όνειρο. Αυτούς του τρεις μήνες είχε τελειοποιήσει την κλασσική του βουτιά από το τραμπολίνο. Δυόμιση περιστροφές από μπροστά και είσοδος στο νερό σε τέλειο κατακόρυφο. Η είσοδός του ήταν το πρώτο που είχε καταφέρει, το εύκολο. Αφού κατέκτησε λοιπόν το «πλέον κλασσικότερο των κλασσικών» - όπως έλεγε αμπελοφιλοσοφώντας – καταπιάστηκε με κάτι πραγματικά δύσκολο. Ξεκινώντας με την πλάτη, τιναζόταν πραγματικά ψηλά και έκανε δύο σουβλάκια – όπως τα ονόμασα εγώ μετά – ,δηλαδή δύο πλάγιες περιστροφές με το σώμα τεντωμένο, μία τούμπα και είσοδο. Αυτό ήταν το δεύτερο κατόρθωμά του και ήταν πραγματικά δύσκολο.
  • -          Πότε προλαβαίνεις να τα κάνεις όλα αυτά βουτώντας από το τραμπολίνο; Τον είχα ρωτήσει την πρώτη φορά που το είχε εκτελέσει μπροστά μου. Δεν μπορούσα να το καταλάβω. Απλώς δε χωρούσαν τόσα πράγματα σε τόσο λίγο χρόνο. Ήταν το μυστικό του, μου είχε πει, είχε έναν τρόπο.
  • -          Μήπως ξεκίνησες να ντοπάρεσαι; τον είχα ρωτήσει μισοαστεία μισοσοβαρά.
  • -          Όχι βέβαια! Τον είχα θίξει. Είναι θέμα τεχνικής. Όλα είναι έργο του Μιχάλη.
  •  Όσο γι αυτό, δεν είχα λόγους να αμφιβάλλω.  
  •         Μετά από ένα μήνα και κάτι στα χαμηλά, ο Μιχάλης Αντωνίου αποφάσισε πως είχα ανακτήσει τη φόρμα μου και ξαναπήρα προαγωγή στα μεσούρανα, στον ψηλότερο βατήρα. Από εκεί ξεκίνησε μια μακριά πορεία ασκήσεων, κινήσεων και συνδυασμών προκειμένου να βγάλω ένα πρόγραμμα πάνω στο οποίο θα προπονούμουν μέχρι το τουρνουά. Πρώτα, είχε πει ο προπονητής, έπρεπε να τελειοποιήσω την είσοδό μου. Τα πόδια μου πάντα χτυπούσαν το νερό μπαίνοντας. Προσπαθούσα να τα τεντώνω όσο πιο πολύ μπορούσα, αλλά ποτέ δεν κατάφερνα να βουτήξω «σαν σανίδα», όπως έλεγε ο Κώστας προσπαθώντας να μου δώσει να καταλάβω. Μετά από περίπου δύο εβδομάδες άκαρπων προσπαθειών ο Μιχάλης Αντωνίου, απηυδισμένος με μένα, εφάρμοσε μία, ας πούμε, πρωτοποριακή μέθοδο.
  • -          Μπορείς να κάνεις κατακόρυφο; Με ρώτησε ένα πρωί.
  • -          Μπορώ, του απάντησα παραξενεμένη.
  • -          Ωραία, τόσο το καλύτερο για σένα, μου είπε και ανέβηκε μαζί μου στο βατήρα, μαζί με ένα κομμάτι ξύλο και μια καλούμπα με σχοινί για χαρταετό.
  •          Εκεί πάνω με έβαλε να κάνω κατακόρυφο και μου έπιασε τα πόδια στον αέρα. Ενώ εγώ έμενα με το κεφάλι κάτω εκείνος πήρε το κομμάτι το ξύλο και το έβαλε πίσω από το ένα μου γόνατο και το έδεσε πάνω στο πόδι μου. Έτσι κρατώντας τα πόδια μου, μου είπε να περπατήσω – με τα χέρια – ως την άκρη του βατήρα. Κι εκεί μ’ έβαλε να βουτήξω – πηδώντας με τα χέρια πάντα– και να μπω στο νερό σε τέλεια ευθεία.
  • -          Είσαι σαδιστής. Θυμάμαι ότι του είχα πει όταν ήμουν έτοιμη να πέσω.
  • -          Αν δεν είναι το αριστερό σου πόδι όσο ίσιο είναι το δεξί – το δεξί είχε το ξύλο πάνω του – θα το ξανακάνουμε, μου είχε απαντήσει ήρεμα.
  • -          Είσαι σίγουρα σαδιστής, του είχα πει πριν πηδήξω.
  • Εκείνη ήταν η πρώτη και, όπως αποδείχτηκε αργότερα, η τελευταία φορά που έμπαινα στη συγκεκριμένη πισίνα με το ένα πόδι ίσιο. Ο Μιχάλης Αντωνίου τραβούσε τα μαλλιά του. Ακόμα και με μισό σκουπόξυλο δεμένο στο πόδι μου, το άλλο ήταν λυγισμένο όταν βουτούσα.
  • -          Μα πώς το κάνεις αυτό; Με είχε ρωτήσει. Αφού από τον άλλο βατήρα πέφτεις ίσια.
  • Προσπάθησα σκληρά να κάνω τέλεια είσοδο, αλλά πάντα, έστω κι εκεί που νόμιζα ότι το είχα καταφέρει, ένιωθα το γνωστό πια τσούξιμο στα πόδια που σήμαινε ότι κι εκείνη η βουτιά μου ήταν αποτυχημένη.
  •        Αφού ο Μιχάλης Αντωνίου κατάλαβε πως όσο εφευρετικός κι αν γινόταν η είσοδός μου δεν θα άλλαζε, προχώρησε στο επόμενο βήμα. Τώρα, προκειμένου να φτάσω τον Κώστα – έστω και εκπρόθεσμα – έπρεπε να καταφέρω το σουβλάκι. Άλλο βάσανο κι αυτό! Μέχρι να μάθω την τεχνική, κάτι που με δυσκόλεψε ιδιαίτερα και χρειάστηκα τον Κώστα να με βοηθήσει – χάνοντας έτσι ένα στοίχημα των πέντε ευρώ – είχαν ανακοινωθεί και οι βαθμολογίες των Πανελληνίων. Η περσινή βάση της Νομικής ήταν δεκαεννιά εκατό κι εγώ είχα γράψει δεκαοχτώ εννιακόσια εβδομήντα έξι. Αν έπεφταν λίγο οι βάσεις, μόνο λίγο, θα την έπιανα. Υπολόγιζα ότι είχα δεκαεννιά χιλιάδες μόρια και δεν έπεσα πολύ έξω.
  • -          Αχ, ας πέσουν οι βάσεις των θεωρητικών σχολών... Το έλεγα και το ξαναέλεγα αλλά δε θα μάθαινα πριν από τον Αύγουστο αν είχα περάσει ή όχι.
  • -          Αχ, ας συγκεντρωθείς επιτέλους, μου έλεγε ο Μιχάλης Αντωνίου φανερά εκνευρισμένος.
  •  Όλη εκείνη τη βδομάδα δεν είχα κάνει ούτε μία καλή βουτιά και μέχρι το τέλος της είχε θυμώσει πραγματικά πολύ και το αποκορύφωμα ήρθε όταν την Πέμπτη το πρωί του τηλεφώνησα ότι δεν θα μπορούσα να πάω στο κολυμβητήριο μέχρι τη Δευτέρα. Αφού με έβρισε καλά, παραδέχτηκε ότι δεν έφταιγα εγώ που είχα γεννηθεί γυναίκα και μου επέτρεψε να λείψω για τέσσερις μέρες.
  •         Όσο ήμουνα στο σπίτι, βοηθούσα τον πατέρα μου να φτιάξει τα πράγματά του για να ξαναμπαρκάρει. Αυτή τη φορά θα πήγαινε σε ένα μικρό ρωσικό λιμάνι της βαλτικής και θα γύριζε αρχές Σεπτεμβρίου. Το Σάββατο το πρωί τον αποχαιρέτησα – αφού τον έβαλα πρώτα να μου υποσχεθεί ότι αν συναντούσε τίποτα ξεστρατισμένα παγόβουνα δε θα έπαιζε τον Τιτανικό – και τον πήγα με τον Ηλεκτρικό ως τον Πειραιά. Την επόμενη μέρα την πέρασα στην γκαρσονιέρα του Κώστα που προσπαθούσε να μου μάθει να γυρίζω σα σουβλάκι στον αέρα.
  • -          Πρέπει πρώτα να φέρεις το σώμα σου όσο πιο οριζόντια μπορείς και μετά να αφεθείς ώστε να στριφογυρίσεις. Δύο φορές, όχι παραπάνω, μετά θα γυρίσεις κάθετα με τα πόδια κάτω, θα συσπειρωθείς για την τούμπα, θα τεντωθείς και μπλουμ!
  • -          Απ’ όλα όσα είπες, μόνο το μπλουμ ήταν το εύκολο. Πώς στο καλό θα γυρίσω οριζόντια; Αν το κάνω αυτό θα το βγάλω και το υπόλοιπο.
  • -          Λοιπόν, κοιτά. Είναι σαν να ξαπλώνεις σε ένα αόρατο κρεβάτι και να θες να αλλάξεις πλευρό.
  • -          Ναι βρε πουλάκι μου. Το πρόβλημά μου είναι να ξαπλώσω σ’ αυτό το κρεβάτι. Σ’ αυτό το σημείο πλησίασα στο κρεβάτι του, με το σώμα παράλληλα με την δεξιά πλευρά και την πλάτη προς το στρώμα. Πώς θα το κάνω, έτσι; Και λέγοντας αυτό, πήδηξα με την πλάτη στο κρεβάτι και κύλισα από τα μαξιλάρια μέχρι τα πόδια.
  • -          Ακριβώς έτσι! Μου απάντησε.
  • Σήκωσα το κεφάλι έκπληκτη και το έκανα τόσο απότομα που βρέθηκα πεσμένη στο πάτωμα, πάνω στη μοκέτα. Ο Κώστας γελούσε. Μόλις κατάλαβα τι είχα πάθει άρχισα να γελάω κι εγώ.
  • -          Γιατί γελάς τώρα; τον ρώτησα μετά από λίγο ενώ πνιγόμουνα από ένα νέο κύμα γέλιου.
  • -          Γιατί γελάς κι εσύ! Μου απάντησε μισοπνιγμένος.
  •        Μείναμε έτσι αρκετή ώρα ώσπου χρειάστηκε να πάω στην τουαλέτα.
  • -          Αυτό είναι που λέμε «κατουρήθηκε από τα γέλια», μου είπε ο Κώστας σοβαρός μόλις βγήκα από το μπάνιο. Ένα νέο κύμα νευρικού γέλιου με κατέκλυσε. Περπατώντας σκόνταψα στα πόδια μου – νέο νευρικό φυσικά – και έπεσα με τα μούτρα στο κρεβάτι του. Με κύλησε στο πλάι και κάθισε δίπλα μου γελώντας υστερικά. Γελούσαμε έτσι δίπλα δίπλα τόσο δυνατά που σε λίγο ακούσαμε την ταβανόσκουπα του κάτω ορόφου να χτυπάει με δύναμη.
  • -          Ουπς! είπα εγώ προσπαθώντας να καταπιώ τα γέλια, πράγμα που μου έφερε λόξυγκα. Στο πρώτο «χικ» ο Κώστας γέλασε ακόμα πιο υστερικά. Πρέπει να ήμασταν ένα φοβερό θέαμα αν μας έβλεπε κανείς. Ο Κώστας να γελάει υστερικά και να χτυπιέται στο στρώμα κι εγώ να γελάω δίπλα του, διακοπτόμενη όμως από το λόξυγκα. Όταν κάποια στιγμή καταφέραμε να ησυχάσουμε και σηκώθηκα να φύγω, έξω είχε σουρουπώσει. Στην πόρτα με πρόλαβε και με κράτησε από τον ώμο.
  • -          Μου χρωστάς ένα στοίχημα, μου υπενθύμισε με ένα γελάκι – υπήρξα υπερβολικά σίγουρη ότι δε θα χρειαζόμουνα τη βοήθειά του και αποδείχτηκε ότι είχα λάθος.
  • -          Μην αρχίζεις! Του είπα προσπαθώντας να φανώ αυστηρή, με παταγώδη αποτυχία. Μπαίνοντας στο ασανσέρ άκουγα ακόμη το γέλιο του, μακρινό, σαν από χωνί.
  •         Την επόμενη μέρα παρουσιάστηκα στην πισίνα έτοιμη να εντυπωσιάσω το Μιχάλη Αντωνίου. Μετά το ζέσταμα ανέβηκα στο χαμηλό βατήρα και έκανα μερικές ασκήσεις. Απλή βουτιά με το κεφάλι και μερικές εύκολες περιστροφές για πάρω το κολάι. Μετά από λίγη ώρα ο προπονητής με έστειλε στα δέκα μέτρα.
  • -          Άντε να κάνεις τίποτα σοβαρό, μου είπε, γιατί θα το δεις από την τηλεόραση το προολυμπιακό έτσι όπως πας αυτές τις μέρες.
  • -          Μπορώ να κάνω σουβλάκι, του απάντησα κοιτώντας τον σοβαρά, αλλά μόνο αν πέσω από πίσω.
  • Το πρόσωπό του φωτίστηκε.
  • -          Έφυγες! Μου φώναξε ενώ ήδη ανέβαινα τα πρώτα σκαλιά του βατήρα.
  •         Όταν έφτασα στην κορυφή πήρα θέση, αλλά αντί να κοιτάω την πισίνα γύρισα την πλάτη.
  • -          Πήγαινε όσο πιο άκρη μπορείς και μείνε στις μύτες! Άκουσα τον Μιχάλη Αντωνίου να φωνάζει από κάτω. Έκανα μερικά μικρά βηματάκια, μέχρι που ένιωσα τις φτέρνες μου να προεξέχουν στο κενό. Σηκώθηκα στις μύτες και έκανα άλλο ένα βήμα, τώρα βρισκόμουν ακριβώς στο ρείθρο, χιλιοστά μόλις από την άκρη του βατήρα. Σήκωσα τα χέρια μου, λύγισα τα πόδια και πήδηξα. Άφησα το σώμα μου να πέσει πίσω. Μόλις ένιωσα ότι είχα ξαπλώσει στο αόρατο κρεβάτι του Κώστα προσπάθησα να μετατοπίσω το βάρος μου στα δεξιά. Το κατάφερα και ένιωσα να γυρίζω σαν ψητό αρνί του Πάσχα. Μία, δύο, τρεις φορές. Κατέβασα τα πόδια – ένας θεός ξέρει πώς το έκανα – και μάζεψα τα γόνατά μου στο στήθος. Μία, δύο τούμπες. Τεντώνω τα χέρια και το κορμί μου με το κεφάλι κάτω και βλέπω το νερό να έρχεται πάνω μου. Μπαίνουν πρώτα οι παλάμες μου, ανοίγοντας την επιφάνεια στα δύο. Τεντώνω τα πόδια όσο πιο πολύ μπορώ και μπαίνει και το κεφάλι μου. Ακολουθούν με ταχύτητα οι ώμοι, το στομάχι και τα πόδια μου. Μόλις περνούν και τα γόνατά μου νιώθω το τσούξιμο. Πάλι δεν έκανα καλή είσοδο. Έχω φτάσει στον πάτο, ανεβαίνω να πάρω αέρα. Ο Μιχάλης Αντωνίου χειροκροτάει. Βγαίνω από την πισίνα και κοιτάω τον Κώστα.
  • -          Μου χρωστάς πέντε ευρώ, είναι το μόνο που μου είπε.
  • -          Αν είναι να κερδίσω κάτι χάρη σε σένα, χαλάλι. Του έδωσα τα λεφτά. Αυτή η βουτιά μου είχε στοιχίσει ακριβά, αλλά πού θα πάει. Θα τα έπαιρνα πίσω, κάποια στιγμή...
  •         Για όλο τον υπόλοιπο μήνα έκανα σκληρή προπόνηση. Πολλές ασκήσεις στους χαμηλούς βατήρες για ενδυνάμωση των ποδιών, των κοιλιακών, των ραχιαίων, των χεριών. Δοκίμασα πολλές παραλλαγές συνδυασμών προκειμένου ο Μιχάλης Αντωνίου να καταλήξει στο καλύτερο πρόγραμμα, πάνω στο οποίο θα έχυνα αίμα, ιδρώτα και δάκρυα για να το ετοιμάσω για τα προολυμπιακά. Όταν επιτέλους αποφάσισε, ήμασταν στα τέλη του Αυγούστου. Ο Κώστας κι εγώ είχαμε οχτώ γεμάτους μήνες για να δουλέψουμε τις βουτιές μας. Στις 22 του μήνα επέστρεψε ο πατέρας μου, νωρίτερα απ’ όσο τον περιμέναμε. Πήραμε όλη η οικογένεια άδεια, οι γονείς μου από τη δουλειά κι εγώ από τον προπονητή μου – «Δύο εβδομάδες, να κολυμπάς για να μη χάσεις τη φόρμα σου, να γυμνάζεσαι κάθε δύο μέρες, αν βρεις κολυμβητήριο ανοιχτό να μην μπεις και σε κλέψουν άλλοι. Αυτά! Α, και να περάσεις καλά» – και πήγαμε στην Νάξο μαζί με κάτι οικογενειακούς φίλους.
  •          Μέναμε σε ένα αρκετά τουριστικό μέρος κοντά στη Χώρα, με την πιο υπέροχη παραλία του κόσμου. Φυσικά, μόλις πάτησα το πόδι μου στην άμμο ξέχασα και τον Μιχάλη Αντωνίου και τις οδηγίες του. Αγόρασα ένα στρώμα και δύο αντηλιακά και τις πρώτες τρεις μέρες τις πέρασα στη θάλασσα. Το πρωί σηκωνόμουνα κατά τις εννιά και γύρω στις δέκα πασαλειβόμουνα με αντηλιακό, πετούσα το στρώμα στο νερό και δεν κατέβαινα από πάνω πριν πάει δώδεκα. Στη συνέχεια κολυμπούσα λιγάκι, μέχρι να με τραβήξει η μητέρα μου στις σκιές γιατί «πρέπει να αποφεύγεις τη ζέστα του μεσημεριού, θα σε βαρέσει στο κεφάλι», όπως έλεγε. Την τέταρτη μέρα με πλησίασε ένας τύπος και πιάσαμε την κουβέντα.
  •           Τον λέγανε  Άρη, ήταν ψηλός, μαυρισμένος, με καστανά σγουρά μαλλιά κουρεμένα σε μέτριο μήκος και μελιά μάτια. Κολυμπούσε εκπληκτικά και φαινόταν ενδιαφέρων. Στην Αθήνα έμενε στο Φάληρο με τη μητέρα του και δύο μήνες κάθε καλοκαίρι τους περνούσε μαζί με τον πατέρα του – οι γονείς του είχαν χωρίσει όταν ήταν μικρός – ο οποίος τον πήγαινε κάθε χρόνο και σε ένα νησί. Ήταν 17 χρονών, όπως κι εγώ, και μόλις είχε τελειώσει το σχολείο ενώ τώρα περίμενε να ανακοινωθούν οι βάσεις, κάτι που θα γινόταν από μέρα σε μέρα, για να δει αν είχε περάσει στην Αρχιτεκτονική. Μετά από μερικές μέρες μαζί στην παραλία και το ξενοδοχείο, μου έκλεισε ραντεβού για παγωτό σ’ ένα καφέ της περιοχής. Έτσι, στις 30 Αυγούστου, προέκυψε η πρώτη μου σοβαρή σχέση.
  •           Την επομένη, μου έστειλε μήνυμα ο Κώστας ότι ανακοινώθηκαν οι βάσεις. Μαζί με τον Άρη πήγαμε στον υπολογιστή του ξενοδοχείου και μπήκαμε στη σελίδα του υπουργείου. Εκείνος είχε το ποντίκι και κοίταξε πρώτα την Αρχιτεκτονική. Είκοσι μία χιλιάδες διακόσια τριάντα τέσσερα μόρια.
  • -          Περνάς; τον ρώτησα
  • -          Περνάω! μου απάντησε.
  • -          Κοίτα και τη Νομική! Έτρεμα ολόκληρη – «κάνε να περάσω! κάνε να περάσω!»
  • -          Δεκαοχτώ χιλιάδες εννιακόσα είκοσι δύο, μου ανακοίνωσε.
  • -          Περνάω! Άρη περνάω! Ήμουν τόσο ενθουσιασμένη που από τη χαρά μου τον φίλησα. Και τότε εμφανίστηκαν οι γονείς μου. Ο πατέρας μου έβηξε διακριτικά μόλις μας είδε.
  • -          Εμ, μαμά, μπαμπά, αυτός είναι ο Άρης. Αφού χαιρετήθηκαν και γνωρίστηκαν, ετοιμάστηκα να τους ανακοινώσω και το δεύτερο νέο.
  • -          Μαμά, πέρασα! Πέρασα στη Νομική! Αγκαλιαστήκαμε και οι τρεις. Μετά από λίγο πήγα να τηλεφωνήσω στον Κώστα και το Μιχάλη Αντωνίου. Πήρα πρώτα τον προπονητή.
  • -          Έλα κούκλα, τι έγινε; Η φωνή του τον έφερε σχεδόν δίπλα μου, κάνοντάς με να συνειδητοποιήσω ότι μου είχε λείψει.
  • -          Πέρασα στη Νομική!
  • -          Συγχαρητήρια Μαράκι! Συγχαρητήρια! Δεν πιστεύω να σταματήσεις τις καταδύσεις, έτσι; Ανησυχούσε πραγματικά για τον πρωταθλητισμό, τόσο που, αν δεν τον ήξερα, θα νόμιζα ότι δεν ήθελε να περάσω στο πανεπιστήμιο.
  • -          Αφού τα είπαμε αυτά. Θα συνεχίσω στο τουρνουά. Θα τα πούμε την άλλη βδομάδα. Παίρνω τον Κώστα.
  • -          Είναι στη Μύκονο με τη Φανή, πρόλαβε να μου πει πριν κατεβάσω το ακουστικό. Λίγο με ένοιαζε. Ο Κώστας είχε γίνει ο καλύτερός μου φίλος, είχε καθήκον να υποστεί τον ενθουσιασμό μου. Πήρα το τηλέφωνό του.
  • -          Περνάς! Ήταν το πρώτο πράγμα που μου είπε μόλις το σήκωσε.
  • -          Το ξέρω! του φώναξα κι εγώ με όλη μου τη δύναμη. Σ’ ευχαριστώ, σ’ ευχαριστώ που μου έστειλες μήνυμα!
  • -          Ξέρεις, μου είπε διστακτικά, βασικά, ήταν η Φανή που...
  • -          Βλάκα! Τον έκοψα παιχνιδιάρικα.
  • -          Αλλά εγώ μπήκα στο σάιτ και κοίταξα τη Νομική, αυτό το είπε συμπληρωματικά, ήξερα ότι με πείραζε, όπως επίσης ήξερα ότι θα ενδιαφερόταν να μάθει για μένα. Στο κάτω κάτω ένα μήνα και του είχα φάει το κεφάλι με τις βάσεις.
  • -          Ξέρεις πόσο θα ήθελα τώρα να είμαστε όλοι μαζί. Ο Μιχάλης, η Φανή, εσύ, ο Άρης κι εγώ... Ονειροπολούσα.
  • -          Ποιος είναι ο Άρης; Με ρώτησε με περιέργεια.
  • -          Μεγάλη ιστορία, θα σου τα πω από κοντά. Πότε γυρίζεις;
  • -          Την άλλη Κυριακή με το «Ιθάκη», φεύγω από εδώ στις δύο το μεσημέρι.
  • -          Τότε θα σε δω στο καράβι! του είπα και του το έκλεισα.
  •         Λίγο αργότερα συναντήθηκα με τον Άρη στην παραλία. Είχε πάρει κι αυτός τη μητέρα και την αδερφή του να τους πει τα νέα. Ήταν ενθουσιασμένος. Κι εγώ το ίδιο.
  • -          Τι λες; Πάμε το βράδυ στη Χώρα να το γιορτάσουμε;
  • Μόνο και μόνο για να του τη σπάσω του απάντησα παίζοντάς το δήθεν «συνετή και καλό κορίτσι».
  • -          Τα ποτά και τα ξενύχτια κλείνουν τα καλύτερα τα σπίτια, κι εγώ κάνω πρωταθλητισμό...
  • Με κοίταξε, δε με είχε περάσει ούτε για «το κορίτσι του μπαμπά» ούτε για αθλήτρια.
  • -          Πλάκα κάνω, του εξήγησα αμέσως. Πρωταθλητισμό όμως κάνω, στις καταδύσεις.
  • -          Νομίζω ότι έχω κάτι καλύτερο, μου είπε τελικά. Τρώμε με τους γονείς μας το μεσημέρι, να χαρούν κι αυτοί, και πάμε για βραδινό μπανάκι κατά τις οχτώ. Εκεί μου λες και για τις καταδύσεις και για όλα. Δέχτηκα κι εκείνη η νύχτα αποδείχτηκε μία από τις ομορφότερες της ζωής μου.
  •          Στις εφτάμιση, λες και το έκανε ειδικά για μας, η παραλία άρχιζε να αδειάζει. Λίγο αργότερα είχε μείνει ελάχιστος κόσμος που κι αυτός έφυγε μόλις έπεσε ο ήλιος. Είχαμε μείνει εμείς κι άλλα τρία άτομα.
  • -          Τι ήταν αυτά που έλεγες για πρωταθλητισμό; με ρώτησε ο Άρης αγκαλιάζοντάς με πάνω στην πετσέτα, όταν τελειώσαμε με το μπάνιο.
  • Του είπα όλη την ιστορία. Από την πρώτη μου βουτιά και τον παραλίγο πνιγμό μου, λίγες μέρες αργότερα, ως το πώς έμαθα το σουβλάκι. Του μίλησα για τον Κώστα, πώς τον ερωτεύτηκα μέχρι που γνώρισα τη Φανή. Για το Μιχάλη Αντωνίου, το πώς με βοήθησε όταν ο πατέρας μου ήταν στη θάλασσα της Μαλαισίας και τι ρόλο έπαιζε στη ζωή μου. Του είπα για το προολυμπιακό τουρνουά και τα πλάνα που είχα κάνει για να συνδυάσω την αγάπη μου για τις καταδύσεις με την αγάπη μου για τη δικηγορική. Του μιλούσα πολύ ώρα, χωρίς να με διακόψει ούτε μια φορά. Όταν τελείωσα είχε εντυπωσιαστεί. Όχι από τις καταδύσεις ή τα σχέδιά μου για Ολυμπιακούς Αγώνες, αλλά από το πόση προσπάθεια έκανα για να τα καταφέρω όλα.
  •         Μετά μίλησε αυτός. Μου είπε για το σχολείο και τους φίλους του που ήταν τα πιο σημαντικά πράγματα, εκτός από την οικογένεια, στη ζωή του. Από δημοτικό είχε πάει στο Κολλέγιο, κι εκεί τελείωσε το σχολείο. Αγαπούσε τους καθηγητές του και τα παιδιά. Έκανε εύκολα παρέες με αγόρια και κορίτσια που τα περισσότερα έφυγαν στο εξωτερικό για να σπουδάσουν. Αυτός κι ο κολλητός του έμειναν στην Αθήνα. Τώρα που θα πήγαινε στη σχολή, θα νοίκιαζε ένα δυαράκι κοντά στο πανεπιστήμιο και θα έμενε εκεί. Στη συνέχεια, μου είπε για την οικογένειά του. Τη μητέρα του την υπεραγαπούσε, χάρη σ’ αυτήν είχε γίνει όπως ήταν. Με τον πατέρα του τα πήγαιναν καλά, αν και τον έβλεπε πολύ σπάνια. Ταξίδευε στον κόσμο για δουλειές και καθόταν σπίτι τρεις ή τέσσερις μήνες το χρόνο. Αυτός ήταν και ο λόγος που χώρισαν οι γονείς του. Την αδερφή του την αγαπούσε επίσης πολύ. Ήταν πέντε χρόνια πιο μεγάλη και ετοιμαζόταν να παντρευτεί. Δεν είχε περάσει στο πανεπιστήμιο κι έτσι πήγε σ’ ένα ιδιωτικό ΙΕΚ και σπούδασε «make up artist» - δηλαδή τρίχες κατσαρές - και τώρα ήταν έγκυος. «Απλή και εύκολη ζωή. Λίγα πράγματα του λείπανε και ήταν ευτυχισμένος με όσα είχε.» Αυτό είχα σκεφτεί για τον Άρη Γληνό.
  •         Είπαμε κι άλλα πολλά εκείνο το βράδυ. Ξαπλωμένοι στις πετσέτες νιώθαμε να φεύγει η ζέστη της άμμου, ακούγαμε τον παφλασμό της θάλασσας και βλέπαμε το φεγγάρι να ανεβαίνει στον ουρανό. Εκείνος με κρατούσε αγκαλιά και μου ψιθύριζε διάφορα. Εγώ άκουγα μαγεμένη, ένιωθα την κάθε στιγμή και ήμουν ολοκληρωτικά και με όλη μου την ψυχή ευτυχισμένη – και ερωτευμένη. Μιλώντας έτσι, και με τη ζεστασιά της νύχτας, καταλήξαμε να μας πάρει ο ύπνος στην άμμο. Ξυπνήσαμε το επόμενο πρωί τα χαράματα από τον ήλιο που έπεφτε απάνω μας και τις φωνές των ανθρώπων στα ξενοδοχεία και τις ταβέρνες. Πηγαίνοντας στο δωμάτιο να αλλάξω, ένιωθα μια ζεστή, ζαχαρένια αίσθηση που ήθελα να κρατήσει για πάντα. Μόνο πέντε μέρες είχανε μείνει στο νησί που – όπως συμβαίνει με όλα τα ωραία – περάσανε σαν νερό. Με τον Άρη κάναμε μερικές βόλτες στο εσωτερικό και περάσαμε ατελείωτες ώρες μαζί σε παραλίες και μικρά χωριά.
  •         Κάποια στιγμή, έφτασε η μέρα που θα φεύγαμε. Για μένα θα άρχιζε ένας μαραθώνιος προπονήσεων μέχρι το προολυμπιακό, ενώ εκείνος γυρίζοντας στην Αθήνα, δύο μέρες αργότερα, θα έψαχνε να βρει σπίτι και έπιπλα κάπου κοντά στη σχολή του. Κανονίσαμε την επόμενη συνάντησή μας και μετά οι γονείς μου κι εγώ μπήκαμε στο καράβι που θα μας γύριζε πίσω. Ένιωθα έναν κόμπο στο λαιμό μου όπως έβλεπα το λιμάνι – με τον Άρη – να φεύγει. Τα σπίτια μίκραιναν, το κάστρο χάθηκε στο τοπίο και οι άνθρωποι έπαψαν να ξεχωρίζουν. Αναστέναξα. Κάθισα έτσι στο κατάστρωμα χαζεύοντας τη θάλασσα από την πρύμνη του πλοίου πολύ ώρα. Σκεφτόμουνα παραλίες, θάλασσες, ήλιο, ζέστη και ανάμεσα σε όλα αυτά το πρόσωπο του Άρη κοντά στο δικό μου, να μου ψιθυρίζει για τα σχέδιά του, για το τι θα κάναμε μαζί στην Αθήνα. Τον Άρη στην παραλία να κολυμπάει για να προλάβει στο στρώμα μου που το είχε πάρει ο αέρας και να μου το φέρνει πίσω χαμογελώντας περήφανα. Τον Άρη να διαλέγει το παγωτό που θα έπαιρνα από το περίπτερο και εγώ να περιμένω να το δοκιμάσω με κλειστά μάτια.
  •         Τώρα πιάναμε στη Μύκονο. Οι ανεμόμυλοι ξεχώριζαν στο βάθος, ανάμεσα στα ασπρισμένα σπίτια. Κάτω στο λιμάνι ο κόσμος περίμενε να ξεφορτώσει το καράβι για να ανεβεί. Σε είκοσι περίπου λεπτά φεύγαμε κι από εκεί. Ξανά το λιμάνι απομακρυνόταν, τα σπίτια μίκραιναν και οι άνθρωποι μαύριζαν και μίκραιναν μέχρι που δεν τους ξεχώριζες πια. Αναστέναξα...
  • -          Μελαγχολίες; Η γελαστή φωνή του Κώστα με έκανε να πεταχτώ.
  • Γύρισα, ήταν αυτός, με τη Φανή δίπλα του – Μα φυσικά, γυρίζαμε με το ίδιο πλοίο – και γελαστός όπως πάντα. Τον αγκάλιασα δυνατά και με φίλησε στο μάγουλο.
  • -          Μου έλειψες, του είπα χαμογελώντας. Χαιρέτησα τη Φανή. Είχαν μαυρίσει και οι δύο και δείχνανε πολύ ωραίοι μαζί. Τους το είπα.
  • -          Εσύ είσαι μαυρισμένος και ξανθός και η Φανή μαυρισμένη και μελαχρινή. Σας πάει!
  • Γέλασαν και οι δύο. Τη μιάμιση ώρα που χρειαζόταν μέχρι την Τήνο την περάσαμε οι τρεις μας λέγοντας νέα και εντυπώσεις από τις διακοπές. Από την Τήνο μέχρι τη Ραφήνα – στη Ραφήνα θα πηγαίναμε, ήταν πιο φθηνό το εισιτήριο – θέλαμε γύρω στις τρεις ώρες. Πιάσαμε μια σκιά και καθίσαμε να τα πούμε. Είχα να δω τη Φανή πολύ καιρό. Στο μεταξύ, είχε βγάλει δίπλωμα και οι γονείς της της είχαν αγοράσει ένα μικρό παλιό μεταχειρισμένο «κατσαριδάκι» βολκσβάγκεν. Στη σχολή της τα πήγαινε καλά, είχε παρέες και συγκάτοικο για να μοιράζεται το νοίκι του σπιτιού, περνούσε τα μαθήματά της σε κανονική βάση, χωρίς να χρωστάει σχεδόν τίποτα και υπολόγιζε ότι σε άλλα τρία χρόνια, αν συνέχιζε έτσι, θα είχε πάρει το πτυχίο της και θα επέστρεφε στην Αθήνα. Αφού έμαθα για αυτήν, ήταν σειρά μου να τους πω για τον Άρη. Μέχρι να τελειώσω, είχαμε περάσει το Κάβο Ντ’ όρο και τους Πεταλιούς και το λιμάνι της Ραφήνας αχνοφαινόταν στο βάθος.
  •         Τότε ήταν που συνειδητοποίησα ότι δεν είχα ιδέα πού ήταν οι γονείς μου, με τα πράγματά μου – που, σαν καλή κόρη, τους τα είχα φορτώσει – και σε λιγότερο από μισή ώρα έπρεπε να κατεβούμε. Ο Κώστας μου έδωσε το κινητό του και τους πήρα τηλέφωνο. Καταφέραμε να βρεθούμε και μόλις το καράβι έριξε άγκυρα περιμέναμε στην πρώτη σειρά για να βγούμε γρήγορα και να προλάβουμε το ΚΤΕΛ. Αντί γι αυτό, μας στρίμωξε η Φανή στο αυτοκινητάκι της. Ο πατέρας μου μπροστά και οι υπόλοιποι τρεις πίσω, η μητέρα μου ανάμεσα στον Κώστα κι εμένα, και οι βαλίτσες μας στην μπαγκαζιέρα, όπου ένας θεός ξέρει πώς χώρεσαν. Σε κάτι λιγότερο από μία ώρα φτάσαμε στο Νέο Ηράκλειο και κατεβήκαμε στο σπίτι του Κώστα. Από εκεί περπατήσαμε μέχρι το σπίτι μας και όσο οι γονείς μου τακτοποιούσαν ρούχα και έβαζαν πλυντήρια εγώ έπαιρνα τηλέφωνο τον Άρη, να του πω ότι έφτασα σπίτι μου ζωντανή, και τον Μιχάλη Αντωνίου, να του πω ότι την επόμενη μέρα θα ήμουνα στην πισίνα στις δέκα το πρωί. Μετά αποφάσισα να βοηθήσω κι εγώ στο συμμάζεμα και στρώθηκα στη δουλειά, μέχρι το βράδυ.
  •         Την επόμενη μέρα σηκώθηκα πρωί και έφτιαξα ξανά τον σάκο μου, που τώρα αντί για πετσέτα είχε το μπουρνούζι μου, αντί για αντηλιακό την κρέμα για τα τραβήγματα ενώ το μπικίνι μου το αντικατέστησα με το αθλητικό ολόσωμο που είχα αγοράσει πριν από τρία χρόνια. Αναστέναξα, αυτές ήταν οι τελευταίες πινελιές που δήλωναν ότι οι διακοπές είχαν περάσει ανεπιστρεπτί. Έβαλα τα αθλητικά μου και μια φόρμα, πήρα το σάκο μου και πήγα στο κολυμβητήριο. Ήμουνα έτοιμη πριν από τις δέκα που είχα ραντεβού με τον Μιχάλη Αντωνίου κι έτσι άρχισα να κάνω ένα καλό ζέσταμα γιατί οι δύο βδομάδες τις χαλάρωσης ήταν σίγουρο ότι με είχαν πάει αρκετά πίσω όσων αφορά τη μυϊκή μου κατάσταση. Κολύμπησα λιγάκι στη μεγάλη πισίνα, έκανα κάμποσους κοιλιακούς και ραχιαίους, δοκίμασα κάτι ασκήσεις που είχα δει για τα χέρια και τα πόδια και κολύμπησα λίγο ακόμα. Μετά πήγα στο τραμπολίνο και τους χαμηλούς βατήρες – δεν έπεφτα ποτέ από ψηλά χωρίς τον προπονητή μου – και έκανα κάποιες βουτιές ξαναβρίσκοντας σταδιακά τη φόρμα μου.
  •         Όταν πια πήγε δέκα και μισή και ο Μιχάλης Αντωνίου δεν είχε εμφανιστεί πήγα στα αποδυτήρια για να βρω το κινητό μου και να τον πάρω τηλέφωνο. Μου είχε κάνει μια αναπάντητη και τον πήρα πίσω. Στο τρίτο κουδούνισμα το σήκωσε.
  • -          Μαράκι; η φωνή του ακουγόταν από πολύ μακριά.
  • -          Τι έγινε; τον ρώτησα. Πού είσαι;
  • -          Μαρία, μπορείς να πας στο σπίτι του Κώστα; ακουγόταν ανήσυχος και σοβαρός. Κάθισα στον πάγκο.
  • -          Τι έγινε; τον ρώτησα, ανήσυχη τώρα. Ο τόνος του δεν μου άρεσε καθόλου.
  • -          Εγώ έχω μπλέξει στην κίνηση και δεν μπορώ να πάω. Πήγαινε σε παρακαλώ. Δε μου έδωσε εξηγήσεις και δεν είχα καταλάβει.
  • -          Μα είμαι στην πισίνα! Του είπα έκπληκτη, είχε ξεχάσει ότι είχαμε ραντεβού για προπόνηση;
  • -          Τόσο το καλύτερο, είσαι κοντά. Πήγαινε, θα έρθω κι εγώ μόλις τα καταφέρω. Με αυτά τα λόγια μου το έκλεισε. Σήκωσα τους ώμους και πήγα να πλυθώ. Ο τόνος του δεν είχε τίποτα το επείγον, οπότε κι εγώ πήρα το χρόνο μου. Έπλυνα τα μαλλιά μου καλά και κάθισα λίγη ώρα κάτω από το δροσερό νερό. Καθώς ντυνόμουνα ένιωθα ανανεωμένη. Τακτοποίησα τα πράγματα στο σάκο μου, έδεσα τα παπούτσια μου και χτενίστηκα. Μισή ώρα μετά το τηλεφώνημα του Μιχάλη Αντωνίου έβγαινα από το ΟΑΚΑ και σε άλλα δέκα λεπτά χτυπούσα την πόρτα του Κώστα.   

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου