Παρασκευή, 11 Οκτωβρίου 2013

Βουτιά προς την επιτυχια Κεφάλαιο 6

  •         Παραξενεμένη παρατήρησα ότι ο σκαραβαίος της Φανής δεν ήταν παρκαρισμένος μπροστά. Χτύπησα το κουδούνι δύο φορές και περίμενα. Μετά από λίγη ώρα ξαναχτύπησα. Πάλι τίποτα. Αποφάσισα να τηλεφωνήσω στον Κώστα, στην τελική μπορεί να ήταν στο μπάνιο ή ακόμα μπορεί να είχε βγει. Το σήκωσε στο δεύτερο κουδούνισμα.
  • -   Έλα, του είπα, είμαι από κάτω, γιατί δεν μου ανοίγεις;
  • Αντί για απάντηση μου έκλεισε το τηλέφωνο. Έμεινα να κοιτάω το ακουστικό παραξενεμένη, όταν άκουσα κάτι να πέφτει πίσω μου. Γύρισα και στο πεζοδρόμιο αναγνώρισα το μπρελόκ του Κώστα. Το σήκωσα και άνοιξα την πόρτα, μπαίνοντας στο ασανσέρ δεν ήξερα τι να υποθέσω. Ξεκλείδωσα την πόρτα της γκαρσονιέρας του και τον είδα στο κρεβάτι με τα σεντόνια τραβηγμένα μέχρι τη μύτη.
  • -   Είσαι άρρωστος; Τον ρώτησα ανήσυχη. Ήταν χλωμός και τα μάτια του – το μόνο που φαινόταν – ήταν κατακόκκινα.
  • Κούνησε το κεφάλι του αρνητικά.
  • -   Η Φανή πού είναι;
  • -   Στους γονείς της, ψιθύρισε βραχνά.
  • -   Ω, θεέ μου! Ακούγεσαι χάλια. Σίγουρα δεν έχεις πυρετό;
  • Κούνησε το κεφάλι του καταφατικά.
  • -   Γιατί ήρθες; με ρώτησε με φωνή που μόλις ακουγόταν
  • -   Ήμουνα στο κολυμβητήριο και περίμενα τον Μιχάλη, όταν με πήρε τηλέφωνο και μου είπε ότι έχει μπλέξει στην κίνηση και να έρθω εδώ. Θα έρθει κι αυτός σε λίγο.
  • Όταν του είπα ότι θα ερχόταν και ο προπονητής με κοίταξε ανακουφισμένος.
  • -   Παρ’ τον τηλέφωνο να δεις πού είναι, μου είπε βραχνά.
  • -   Τι έχεις; τον ρώτησα όσο σχημάτιζα τον αριθμό του Μιχάλη Αντωνίου.
  • Ο προπονητής το σήκωσε σχεδόν αμέσως.
  • -   Πού είσαι;
  • -   Αργώ ακόμα. Έχει γίνει δυστύχημα και ο δρόμος είναι κλειστός. Δεν ξέρω πότε θα φτάσω. Είσαι σπίτι του;
  • -   Ναι.
  • -   Να μη φύγεις από εκεί καθόλου, ακούς;
  • -   Εντάξει, αλλά...
  • -   Μαράκι, με έκοψε με τρυφερή φωνή, να τον προσέχεις μέχρι να έρθω, και το έκλεισε.
  • Κοίταξα τον Κώστα.
  • -   Έχει γίνει δυστύχημα και ο δρόμος έχει κλείσει. Δεν ξέρει πότε θα φτάσει.
  • -   Καλά πήγαινε εσύ. Είμαι καλά, μου είπε λίγο δυνατότερα από την προηγούμενη φορά.
  • -   Δεν σ’ αφήνω για κανένα λόγο σ’ αυτή την κατάσταση. Κάθισα δίπλα του στο κρεβάτι και του έπιασα το μέτωπο. Ήταν δροσερός.
  • -   Φύγε! Μου είπε ύστερα από λίγο. Η φωνή του έτρεμε.
  • -   Ούτε να σου περάσει από το μυαλό. Του έπιασα το χέρι πάνω από την κουβέρτα και τον ένιωσα που έτρεμε. Τον κοίταξα στα μάτια, αλλά απέφυγε το βλέμμα μου. Όταν μου ξαναζήτησε να φύγω ανησύχησα.
  • -   Κώστα, τι έχεις;
  • Δεν μου απάντησε.
  • -   Κώστα με τρομάζεις.
  • Πάλι δεν είπε τίποτα.
  • -   Φύγε. Θα περιμένω το Μιχάλη. Είμαι καλά.
  • -   Ο Μιχάλης μου ζήτησε να μείνω και δεν πάω πουθενά. Δεν με νοιάζει αν δε θέλεις να μου πεις τι έχεις και δε θέλω να μάθω αν δεν μου πεις, αλλά πριν έρθει ο Μιχάλης δεν πρόκειται να το κουνήσω από αυτήν εδώ τη θέση, κατάλαβες;
  • Χαμογέλασε λιγάκι, αλλά δεν είπε τίποτα. Του γύρισα την πλάτη και σταύρωσα τα χέρια στο στήθος. Μετά από πέντε λεπτά περίπου γύρισα να τον κοιτάξω.
  • -   Πραγματικά δε θα μου πεις τι συμβαίνει;
  •          Έκανα πως δεν είδα ένα δάκρυ που κυλούσε προς το μαξιλάρι του. Κάτι με τσίμπησε μέσα μου. Ο Κώστας έκλαιγε; Ο πάντα γελαστός και χαρούμενος Κώστας έκλαιγε; Κάτι δεν πήγαινε καθόλου καλά, αλλά δεν μπορούσα να φανταστώ τι μπορεί να ήταν αυτό. Κούνησε το κεφάλι του αρνητικά, αλλά δε μίλησε. Τώρα καταλάβαινα γιατί τα μάτια του ήταν κόκκινα όταν ήρθα, δεν ήταν καλοκαιρινό συνάχι όπως νόμιζα στην αρχή.
  • -   Έχει να κάνει με τη Φανή; τον ρώτησα ύστερα από λίγο. Ξανακούνησε το κεφάλι του. Όχι, με τη Φανή όλα πήγαιναν καλά.
  • -   Με την προπόνηση; Πάλι κούνημα του κεφαλιού. Όχι, ούτε η πισίνα ήταν το πρόβλημα.
  • -   Θα παίξουμε τις είκοσι ερωτήσεις τώρα; Τα μάτια του φάνηκαν να χαμογελάνε. Κατέβασε την κουβέρτα μέχρι το λαιμό του. Ένα μικρό χαμόγελο είχε σχηματιστεί στο πρόσωπό του, αλλά και πάλι, δεν κράτησε για πολύ.
  • -   Θα πάω στο μπάνιο, μην κουνηθείς. Μπήκα στην τουαλέτα κι έκλεισα πίσω μου την πόρτα. Ήθελα να του δώσω λίγο χρόνο, στο κάτω κάτω είχα εισβάλλει κανονικά στο σπίτι του. Κατέβασα το καπάκι της λεκάνης και κάθισα πάνω της βγάζοντας το κινητό μου από την τσέπη που το είχα. Έστειλα μήνυμα στον Άρη, «Δε μπορώ να έρθω να σε συναντήσω στο λιμάνι, θα σου πω τι έγινε όταν σε δω. Σ’ αγαπώ», σήμερα επέστρεφε στην Αθήνα. Σε δύο λεπτά ήρθε η απάντηση. Θα μου τηλεφωνούσε το επόμενο πρωί για να κανονίσουμε, του έλειπα.
  •           Και μένα μου έλειπε, αλλά τώρα έπρεπε να δω τι θα κάνω με το άλλο μου αγόρι που είχε τα χάλια του. Τράβηξα το καζανάκι και βγήκα έξω. Τον είδα που ανέβαζε ξανά τα σεντόνια μέχρι πάνω από τη μύτη του. Κοίταξα το ρολόι στον απέναντι τοίχο. Ήταν δώδεκα παρά τέταρτο και ο Μιχάλης Αντωνίου δεν είχε φανεί. Πήγα στην κουζίνα του Κώστα και έβαλα κρύο νερό σε δύο ποτήρια και του πήγα το ένα.
  • -   Δε θα με ξεφορτωθείς έτσι εύκολα εμένα, του είπα δίνοντάς του το νερό.
  • Ανασηκώθηκε και το σεντόνι με την κουβέρτα έπεσε στη μέση του. Το χέρι με το οποίο πήρε το ποτήρι ήταν σταθερό, αλλά τα χείλια του τρέμανε. Όταν τελείωσε πήγα τα ποτήρια πίσω στο νεροχύτη.
  • -   Θες άλλο; τον ρώτησα με την πλάτη γυρισμένη.
  • Στα αυτιά μου έφτασε ένα σπασμένο «όχι». Δεν τον είχα συνηθίσει έτσι κι αυτή η απραξία του με ενοχλούσε. Δεν τον ήξερα ποτέ ανήμπορο και καταβεβλημένο και ήξερα ότι έπρεπε να τον βοηθήσω.
  • -   Άκου, του είπα σχεδόν θυμωμένα, δεν έχω καμία αντίρρηση να είμαι μαζί σου και να σε βοηθήσω σε ό, τι και να σου συμβαίνει, αλλά δεν μπορώ να κάθομαι εδώ πέρα και να σε βλέπω να μιζεριάζεις. Δεν είμαι χαζή, το βλέπω ότι δεν είσαι καλά, αλλά δεν μπορώ να σε βοηθήσω κατά αυτόν τον τρόπο. Δε θες να μου πεις τι έχεις, κράτα το για τον εαυτό σου, δεν με νοιάζει, αλλά έτσι δεν καταφέρνεις τίποτα. Δεν είμαι υποχρεωμένη να κάθομαι εδώ μέσα για να σε βλέπω σε αυτήν την κατάσταση. Λοιπόν, πες στο Μιχάλη ότι είχα μια δουλειά στον Πειραιά, εκεί θα είμαι, είπα ανοίγοντας παράλληλα την πόρτα . Τα δάκρυα δεν κρύβονται, του πέταξα καλώντας το ασανσέρ και κλείνοντας την πόρτα.
  • -   Μαρία! Περίμενε!
  •           Θα έφευγα πραγματικά αν δεν τον άκουγα να με φωνάζει. Χαμογέλασα και ξαναμπήκα στο σπίτι.
  • -   Έτσι μπράβο... του είπα μόλις τον είδα όρθιο να πετάγεται προς την πόρτα. Τώρα κάτσε κάτω και λέγε μου τι έχει γίνει, ο Μιχάλης θα αργήσει. Ο τόνος μου πρέπει να ήταν ιδιαίτερα επιτακτικός. Κάθισα στη μοκέτα και κάθισε δίπλα μου, ακουμπώντας στο κρεβάτι. Τα χέρια και τα χείλια του τρέμανε ελαφρά.
  • -   Όταν εσύ τρέμεις και κλαις κάτι τρέχει. Ήταν το μόνο που είπα. Έπιασα τα χέρια του και τον κοίταξα. Αυτή τη φορά δεν με απέφυγε. Μείναμε σε αυτή τη στάση για πολλή ώρα. Στο τέλος σήκωσε το κεφάλι του και με κοίταξε.
  • -   Υποσχέσου μου ότι δε θα σηκωθείς να φύγεις μόλις σου πω.
  • Πραγματικά παραξενεύτηκα όταν το είπε αυτό. Ήταν το τελευταίο που περίμενα να ακούσω.
  • -   Στο υπόσχομαι.
  • -   Ό, τι και να σου πω;
  • -   Ό, τι και να μου πεις.
  •          Έβαλε το κεφάλι στα γόνατά του και πήρε μια βαθιά ανάσα. Τον αγκάλιασα από την πλάτη, αλλά μόλις τον ακούμπησα τον ένιωσα να τσιτώνεται. Τράβηξα απαλά το χέρι μου.
  • -   Κώστα, σήκωσε το κεφάλι και με κοίταξε, αποφεύγοντας το βλέμμα μου. Θα σου κάνει καλό αν μιλήσεις.
  • -   Πέθανε η μητέρα μου ήταν το μόνο που είπε.
  • -   Ω θεέ μου! Πώς; – «Μα καλά, αφού τη μητέρα του δεν την έβλεπε ποτέ, γιατί είναι σε τέτοια κατάσταση;» –  Δεν ήταν καλά;
  • -   Αν σου πω θα με μισήσεις.
  • -   Δεν μπορώ να σε μισήσω. Σ’ αγαπάω. Είσαι ο καλύτερός μου φίλος, μου έχεις σώσει τη ζωή. Στο υποσχέθηκα. Ό, τι και να μου πεις.
  • -   Αυτοκτόνησε. Η φωνή του που ήταν ουδέτερη ως τότε έσπασε.
  • -   Χριστέ μου! αναφώνησα. Είχα τρομάξει.
  • -   Μη φύγεις...
  • -   Εννοείται πως δε θα φύγω. Είχε χλομιάσει, του πήγα λίγο νερό και μια βρεγμένη πετσέτα για να δροσίσει το πρόσωπό του.
  • -   Εγώ φταίω που αυτοκτόνησε. Τώρα μιλούσε σαν μηχάνημα.
  • -   Κώστα καταλαβαίνεις τι λες;
  • -   Με μισείς.
  • -   Δε σε μισώ. Προσπαθώ να καταλάβω, αλλά δεν μπορώ.
  •         Τον είχα αγκαλιάσει από τον ώμο, αλλά δεν ήθελε να τον ακουμπάω. Εκείνη τη στιγμή σιχαινόταν τον εαυτό του. Πήρε άλλη μια ανάσα και τρέμοντας ξεκίνησε να μιλάει.
  • -   Χθες το βράδυ, όταν γυρίσαμε σπίτι με πήρε τηλέφωνο. Ήθελε λέει να με δει. Ήταν σημαντικό είπε. Άφησα τη Φανή να ξεπακετάρει και πήγα στο σπίτι. Μπήκα μέσα, ήταν σκοτάδι. Φώναξα και μου απάντησε από το δωμάτιό της. Καθόταν στο κρεβάτι της και διάβαζε ένα βιβλίο, βίπερ ήταν. «Θα αφήσεις τις βουτιές και αυτήν την ξετσιπωμένη που έχεις για κοπέλα και θα πιάσεις δουλειά». Της είπα να μην πιάνει στο στόμα της τη Φανή, μουρμούρισε κάτι, αλλά πήρε πραγματικά φωτιά όταν της είπα ότι οι καταδύσεις είναι η δουλειά και η ζωή μου και δεν τις αφήνω για κανένα λόγο. Άρχισε να μου φωνάζει ότι αυτό δεν είναι δουλειά για έναν φυσιολογικό άνθρωπο, ότι θα μείνω για πάντα φτωχός και δεν θα καταφέρω τίποτα στη ζωή μου. Φώναξα για να ακουστώ πάνω από αυτήν. Δεν άφηνα τις καταδύσεις και αν δεν της άρεσε η ιδέα πρόβλημά της. «Το κάνεις επίτηδες, το κάνεις γιατί δεν μ’ αγαπάς» μου είπε και άρχισε να φωνάζει. Έλεγε ασυνάρτητα πράγματα. Γύρισα να φύγω. Όταν ήμουν στην πόρτα φώναξε ότι αν πάθει ποτέ τίποτα δεν θα ενδιαφερθώ γι αυτήν και της είπα ότι είχε δίκιο βροντώντας την πόρτα πίσω μου. Μετά από μερικές ώρες με πήρε τηλέφωνο και μου είπε ότι θα αυτοκτονήσει. Της απάντησα να κάνει ότι καταλαβαίνει και έκλεισα τελείως το κινητό μου. Το πρωί με πήρε τηλέφωνο η αστυνομία. Τους είχε πάρει τηλέφωνο ότι υπάρχει ένα πτώμα στο διαμέρισμα και μετά το... το έκανε.
  •         Όση ώρα μιλούσε τα δάκρυα κυλούσαν από τα μάτια του. Ο άνθρωπος που έβλεπα μπροστά μου δεν έμοιαζε καθόλου με τον Κώστα που ήξερα. Είχα τρομάξει και δεν ήξερα τι να κάνω. Για λίγη ώρα έμεινα σιωπηλή βάζοντας τις σκέψεις μου σε τάξη. Στη συνέχεια σηκώθηκα και έβγαλα το κινητό μου. Τον είδα που με κοιτούσε, σίγουρος ότι θα έφευγα. Ξανακάθισα. Πρώτα πήρα στο σπίτι μου. Τους είπα ότι θα έμενα στου Κώστα και το έκλεισα. Με κοιτούσε παραξενεμένος. Μετά πήρα τον Άρη.
  • -   Έλα! Η φωνή του, χαρούμενη, μου έφτιαξε το κέφι και χαμογέλασα μόλις τον άκουσα.
  • -   Έφτασες; τον ρώτησα
  • -   Κοντεύω, γιατί; Θα έρθεις τελικά;
  • -   Λυπάμαι... Πέθανε η μητέρα του καλύτερου φίλου μου...
  • -   Του Κώστα;
  • -   Ναι. Ούτε αύριο θα μπορέσουμε να συναντηθούμε.
  • -   Εννοείται πως όχι. Πάρε με όταν θα μπορείς. Εσύ είσαι καλά;
  • -   Ναι, μην ανησυχείς. Χαμογέλασα, μου άρεσε ο τρόπος που το είπε. Ενδιαφερόταν πραγματικά για μένα.
  • -   Σ’ αγαπώ!
  • -   Κι εγώ. Θα σε ξαναπάρω.
  • Πάει κι αυτό. Το επόμενο τηλεφώνημα ήταν στον Μιχάλη Αντωνίου. Είχαν περάσει σχεδόν δύο ώρες από όταν τον είχα πάρει τελευταία φορά. Ήταν στη Βεΐκου. Σε ένα τέταρτο θα έφτανε. Του είπα να σταματήσει στο δρόμο και να αγοράσει κάτι για να φάμε, κόντευε δυόμιση.
  •         Μόλις τέλειωσα και με αυτό γύρισα στον Κώστα. Φαινόταν λίγο καλύτερα.
  • -   Λοιπόν, του είπα, ο Μιχάλης θα είναι εδώ σε ένα τέταρτο, κι εγώ θα μείνω εδώ το βράδυ.
  • -   Δηλαδή, δε θέλεις να φύγεις; Δε με σιχαίνεσαι; Ήταν έκπληκτος.
  • -   Και να με διώξεις δε θα πάω πουθενά. Πρώτον αυτό και δεύτερον. Είσαι ο καλύτερος φίλος μου, εσύ μου έμαθες τις καταδύσεις και όταν πνιγόμουνα εξαιτίας σου μου έσωσες τη ζωή. Είσαι ο δορυφόρος μου, το ξέχασες;
  • Χαμογέλασε αχνά. Σηκώθηκα και του έδωσα το χέρι μου να σηκωθεί κι αυτός. Μέχρι να ρίξει νερό στο πρόσωπό του έφτασε και ο προπονητής. Του είπα με δυο λόγια την κατάσταση, τα βασικά τα ήξερε. Μέχρι να τα πούνε πετάχτηκα μέχρι το σπίτι να πάρω μια οδοντόβουρτσα κι ένα ζευγάρι πυτζάμες. Όταν ξαναγύρισα, χρησιμοποιώντας τα κλειδιά του Κώστα, καθόντουσαν στο τραπέζι και μιλούσανε. Ο Μιχάλης Αντωνίου ήταν σοβαρός. Ο Κώστας ήταν σαν παιδί του και τον αγαπούσε σαν πατέρα. Τον άκουγε με κατεβασμένο κεφάλι, ήταν χλωμός και τα μάτια του κόκκινα και πρησμένα, αλλά έδειχνε πολύ πιο ξαλαφρωμένος απ’ ότι πριν φύγω. Ό, τι και να του είπε, ο προπονητής έκανε καλή δουλειά.
  •         Μέχρι να φύγει, στις πέντε το απόγευμα, ο Κώστας είχε γίνει άλλος άνθρωπος. Κατάλαβε ότι δεν έφταιγε αυτός σε τίποτα, και σε λίγη ώρα χαμογελούσε και πάλι. Όταν μείναμε οι δυο μας παίξαμε μια παρτίδα σκραμπλ και μετά τον ανάγκασα να πέσει στο κρεβάτι με δυο φέτες αγγουράκι στα μάτια του.
  • -   Κανόνισε! του είπα. Αν δεν κάτσεις καλά θα σου βάλω μπριζόλες!
  • Γέλασε και ξάπλωσα δίπλα του. Όσο καθόταν έτσι με τα αγγουράκια με έβαλε και του είπα τα πάντα για τον Άρη. Πώς ήταν σαν χαρακτήρας, τι πίστευα γι αυτόν, τι εντύπωση μου είχε κάνει. Άρχισα λοιπόν, και του είπα όλα όσα είχα μάθει για αυτόν. Κατέληξε κι αυτός στο ίδιο συμπέρασμα που είχα καταλήξει κι εγώ, ένας άνθρωπος με απλή και εύκολη ζωή που του λείπανε λίγα πράγματα και ήταν ευτυχισμένος με όσα είχε. Το βράδυ είδαμε μία ταινία στην τηλεόραση και κατά τις έντεκα μου έδωσε καθαρά σεντόνια, φούσκωσε κι ένα στρώμα που είχε για τέτοιες περιπτώσεις και έστρωσα στο πάτωμα – είπαμε, έλειπε η Φανή, αλλά μην το παρακάνουμε κιόλας – και ξεραθήκαμε στον ύπνο.
  •         Κάποια στιγμή άκουσα μία φοβισμένη φωνή και ξύπνησα. Ήταν τέσσερις η ώρα. Προς στιγμήν νόμισα ότι κάποιος είχε μπει στο σπίτι, αλλά κατάλαβα ότι ήταν μόνο ο Κώστας που ονειρευόταν. Ετοιμάστηκα να ξανακοιμηθώ, όταν άκουσα την ίδια φοβισμένη φωνή. «Εφιάλτης» σκέφτηκα και σκαρφάλωσα στο κρεβάτι δίπλα του. Το πρόσωπό του ήταν πονεμένο. Ξαφνικά πετάχτηκε πάνω ξυπνώντας. Του χάιδεψα διστακτικά το κεφάλι.
  • -   Κοιμήσου. Ήταν μόνο ένα όνειρο, του ψιθύρισα απαλά.
  • -   Φανή;
  • Νόμιζα ότι κοιμόταν ακόμα.
  • -   Δεν είναι τίποτα. Τον έσπρωξα προς το στρώμα.
  • -   Μαρία; Εσύ είσαι;
  • -   Ναι. Κοιμήσου τώρα.
  • -   Σε ξύπνησα;
  • -   Δεν πειράζει, του είπα ήρεμα. Είδες ένα όνειρο αυτό ήταν όλο. Πέρασε τώρα.
  • -   Δεν ήταν απλώς ένα όνειρο. Τον ένιωσα που ανατρίχιασε δίπλα μου.
  • -   Ήταν μόνο όνειρο. Εφιάλτης. Δεν ήταν αληθινό.
  • Ξάπλωσε και ξάπλωσα κι εγώ δίπλα του. Σαν φλας μπακ επέστρεψαν οι πρώτες νύχτες μου με τον πνιγμό, ανατρίχιασα. Του έπιασα το χέρι και του το έτριβα απαλά μέχρι που με πήρε ο ύπνος και δεν ξαναξύπνησα μέχρι που άκουσα το κινητό μου να χτυπάει στις έντεκα. Ήταν ο Μιχάλης Αντωνίου και θα μας περίμενε και τους δύο σε μισή ώρα στην πισίνα.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου