Τετάρτη, 20 Νοεμβρίου 2013

Βουτιά προς την επιτυχία Κεφάλαιο 7

  • Αφού ξύπνησα τον Κώστα αρχίσαμε να τρέχουμε για να προλάβουμε να φτάσουμε στην πισίνα στην ώρα μας και είκοσι λεπτά μετά το τηλεφώνημα του προπονητή είχαμε ξεκινήσει το ζέσταμα. Εκείνη τη μέρα δουλέψαμε πάρα πολύ στους βατήρες, που έφτασα στο σημείο να ιδρώσω – να ιδρώσω στην πισίνα! – και να κουραστώ τόσο που να ανυπομονώ να γυρίσω στο σπίτι για να ξαπλώσω και να φάω, μιας και δεν είχαμε προλάβει να βάλουμε τίποτα στο στόμα μας. Τελειώνοντας – επιτέλους! – την προπόνηση έκανα ένα γρήγορο ντους και βγήκα στο δρόμο την ίδια ακριβώς ώρα με τον Κώστα.
  • -          Επ! Πού πας εσύ; μου φώναξε ενώ έβγαινε στο πεζοδρόμιο. Τον περίμενα να με φτάσει και τον κάλεσα να έρθει για φαγητό στο σπίτι μου.
  • -          Φαγητό! Να μια ωραία λέξη, μου είπε χαμογελώντας.
  • -          Από πότε έχουμε να φάμε; τον ρώτησα εγώ.
  • Με κοίταξε σκεφτικός κι έβαλα τα γέλια. Έτσι γελώντας φτάσαμε στην πόρτα του σπιτιού μου και μπήκαμε μέσα. Δεν ήταν κανείς, η μητέρα μου αργούσε να γυρίσει και ο πατέρας μου πρέπει τώρα να βρισκόταν στα στενά του Γιβραλτάρ με κατεύθυνση το Μπουένος Άιρες.
  •         Έφτιαξα στα γρήγορα μια μακαρονάδα και βάλαμε να φάμε.
  • -          Πότε γυρίζει η Φανή; τον ρώτησα όσο τρώγαμε.
  • -          Θα μείνει μερικές μέρες στους γονείς της και μετά θα περάσει από εδώ φεύγοντας για Πάτρα, γιατί ρωτάς;
  • -          Έτσι... από περιέργεια, αναρωτιόμουνα τι να έκανε τόσους μήνες μόνος του. Σε πειράζει να πάω να δω τον Άρη αύριο;
  • -          Γιατί να με πειράζει;
  • -          Λέω... μπορεί να θέλεις παρέα.
  • Χαμογέλασε και μουρμούρισε κάτι που ούτε άκουσα ούτε κατάλαβα. Συνεχίσαμε να τρώμε με ησυχία, μέχρι που η κατσαρόλα άδειασε. Στη συνέχεια τον έστειλα στο σαλόνι όσο να μαζέψω το τραπέζι και να πλύνω τα πιάτα και μόλις τελείωσα πήγα και κάθισα δίπλα του.
  •         Καθώς έψαχνα τις εφημερίδες που υπήρχαν στο τραπέζι, μήπως και υπήρχε τίποτα ενδιαφέρον, ένιωθα το βλέμμα του απάνω μου. Γύρισα και τον είδα που με κοιτούσε διστακτικά.
  • -          Πες το.
  • -          Τι πράγμα;
  • -          Κάτι σκέφτεσαι. Κάτι θέλεις να μου πεις. Πες το.
  • Τον είχα μάθει υπερβολικά καλά για να πέσω έξω.
  • -          Ξέρεις, μου είπε, σχετικά με χθες το βράδυ...
  • -          Κι εγώ είχα εφιάλτες, τον έκοψα. Για πολλούς μήνες, το ίδιο όνειρο κάθε βράδυ.
  • -          Τι έβλεπες; με ρώτησε περίεργα.
  • -          Θυμάσαι εκείνη τη φορά, όταν πρωτογνώρισα το Μιχάλη; Που κόντεψα να πνιγώ στην πισίνα;
  • Έγνεψε καταφατικά.
  • -          Αυτό έβλεπα. Ότι πνιγόμουν. Ήθελα να αναπνεύσω και το σώμα μου γέμιζε νερό αντί για αέρα. Κλοτσούσα για να βγω στην επιφάνεια, αλλά μετά από λίγο το νερό μαύριζε και πάγωνε και τότε πνιγόμουνα και πέθαινα.
  • -          Και τι έκανες; Με ρώτησε με περιέργεια. Το βλέπεις ακόμα;
  • -          Όχι πια, ευτυχώς. Καταρχάς δεν ξαναπήγα στην πισίνα, αλλά παρόλα αυτά, φοβόμουνα να κοιμηθώ. Έπεφτα στο κρεβάτι τρέμοντας και κάθε φορά που ο εφιάλτης ερχόταν, νόμιζα ότι θα πέθαινα στ’ αλήθεια. Μετά από πολύ καιρό, πάνω από μήνα, κάθε φορά που ξυπνούσα έλεγα στον εαυτό μου ότι ήταν όνειρο. Μόνο ένα ψεύτικο όνειρο. Άναβα το φως και ξανακοιμόμουνα. Σταδιακά πέρασε τελείως και δεν το έβλεπα καθόλου. Άφησα να περάσει λίγος καιρός, και ξαναήρθα στην πισίνα.
  • -          Πόσο καιρό το είχες αυτό το πράγμα;
  • -          Μήνες. Με τις εξετάσεις που είχα τότε κι όλα αυτά άρχισε να περνάει, αλλά υπάρχουν φορές που ακόμα φοβάμαι να κοιμηθώ. Σπάνια, αλλά υπάρχουν.
  • Με κοίταξε, χωρίς να πει τίποτα.
  • -          Λέει τίποτα; Με ρώτησε σε λιγάκι, δείχνοντάς μου την εφημερίδα.
  •         Του την έδωσα, μάζεψα τα πόδια μου στον καναπέ και πήρα το τηλέφωνο από το τραπέζι.
  • -          Έλα! η φωνή του Άρη, έστω κι από το ακουστικό, πάντα με έκανε χαρούμενη.
  • -          Τι κάνεις;
  • -          Καλά είμαι. Ψάχνω σπίτι. Εσύ;
  • -          Μια χαρά. Κάνω προπόνηση. Πού το ψάχνεις το σπίτι;
  • -          Στο Κολωνάκι. –« Κολωνάκι! Εκεί τα ενοίκια είναι πανάκριβα...» - Ο φίλος σου;
  • -          Καλούτσικα. Να σου πω, πότε θα έχεις χρόνο να βρεθούμε;
  • -          Αύριο το πρωί θα είμαι ελεύθερος. Να περάσω από το ΟΑΚΑ να σε δω και μετά να πάμε κάπου να φάμε;
  • -          Είσαι καταπληκτικός! Ναι! Ναι, να έρθεις! Από την άλλη της γραμμής τον άκουσα που γελούσε.
  • -          Αύριο λοιπόν, μου είπε. Θα περιμένω να με εντυπωσιάσεις. Πρέπει να κλείσω, εντάξει; Θα σε πάρω το βράδυ. Φιλάκια.
  • -          Κάτι ξέχασες, του είπα ψευτοπαραπονεμένη.
  • -          Δεν μπορώ τώρα, ψιθύρισε ένοχα, το βράδυ που θα σε πάρω τηλέφωνο. Γέλασε και το έκλεισε.
  •         Ακούμπησα το ακουστικό στο τραπέζι και γύρισα προς τον Κώστα που διάβαζε ένα άρθρο για τα οικονομικά.
  • -          Αύριο θα έρθει στην πισίνα!
  • -          Μμμ... Ποιος; Φαινόταν απορροφημένος από αυτό που έλεγε το άρθρο του
  • -          Μα, ο Άρης! Έρχεται αύριο!
  • -          Μμμ... μου ξαναείπε.
  • -          Μούξινος, του απάντησα και σηκώθηκα να προλάβω να ξεθάψω από την τσάντα μου το κινητό που χτυπούσε. Ήταν η μητέρα μου, θα έλειπε το βράδυ, έπρεπε να πάει λέει σ’ ένα νοσοκομείο όπου ήταν ο άντρας μιας φίλης της. Δεν ήθελε να μείνω στο σπίτι με όλα αυτά που γινόντουσαν τώρα τελευταία τελείως μόνη μου. Γκρίνιαξα, της είπα ότι σε λίγο θα έκλεινα τα δεκαεννιά και ότι θα μπορούσα κάλλιστα να μένω μόνη μου, αλλά ανησυχούσε, την προηγουμένη έκλεψαν λέει δύο γείτονες. Γκρίνιαξα λίγο ακόμα και της είπα ότι θα πήγαινα στης φίλης μου της Κατερίνας. Με τον Κώστα χωρίσαμε το απογευματάκι. Εκείνος θα πήγαινε στο φάστ-φούντ κι εγώ στης φίλης μου. Ανυπομονούσα να περάσει η νύχτα. Αύριο θα έβλεπα τον Άρη. Αύριο θα εντυπωσίαζα τον Άρη. Αύριο ο Άρης θα ερχόταν να με δει. Αύριο...
  • -          Μπάστα! Μου είχε πει η Κατερίνα. Ό, τι είναι να γίνει θα γίνει, μην το γρουσουζεύεις. Πες μου κι άλλα γι αυτόν!
  •         Το βράδυ μετατράπηκε σε ένα ιδιωτικό πυτζάμα πάρτι για δύο, με αποτέλεσμα το πρωί να μην ακούσω καθόλου το ξυπνητήρι που στις εννιά άρχισε να χτυπάει σαν δαιμονισμένο. Τελικά με ξύπνησε η Κατερίνα κι αφού φάγαμε μαζί πρωινό με πήγε μέχρι το ολυμπιακό κολυμβητήριο, δέκα λεπτά δρόμος από το σπίτι της. Της είπα να πάει στις κερκίδες να περιμένει, αλλά είχε κι αυτή να κάνει διάφορα. Χωρίσαμε – αφού βέβαια της υποσχέθηκα ότι θα την έπαιρνα τηλέφωνο για αναλυτική ενημέρωση – και μπήκα στα αποδυτήρια βιαστικά. Σε χρόνο ρεκόρ είχα ετοιμαστεί και αποφάσισα να κολυμπήσω λίγο στην μεγάλη πισίνα. Είχα να σκοτώσω πάνω από μισή ώρα μέχρι να έρθει ο Άρης.
  •         Πρέπει να κοίταξα το ρολόι μου πάνω από είκοσι φορές στο διάστημα έντεκα παρά δέκα με έντεκα ακριβώς. Όταν επιτέλους ήρθε η ώρα, άρχισα να κάνω το κλασσικό ζέσταμα πριν από τις βουτιές με τα μάτια καρφωμένα στις κερκίδες και τότε τον είδα να μπαίνει από την πόρτα των θεατών. Φυσικά, παράτησα τα πάντα και έπεσα κυριολεκτικά απάνω του. Μείναμε έτσι αγκαλιασμένοι για αρκετή ώρα. Είχα να τον δω σχεδόν μία εβδομάδα και μου είχε λείψει πάρα πολύ. Του το είπα.
  • -          Και μένα μου έλειψες. Δύο μέρες στο νησί δεν ήξερα τι να κάνω. Τριγυρνούσα στην παραλία και στο ξενοδοχείο σαν κατάδικος. Ο πατέρας μου είπε ότι έμοιαζα με ζόμπι καταδικασμένο να ζει μόνο τη μέρα.
  • Έβαλα τα γέλια. – Ζόμπι καταδικασμένο να ζει μόνο τη μέρα! Δε μπορούσα να το φανταστώ, αλλά ταυτόχρονα μου φαινόταν τόσο αστείο. – Κάθισα δίπλα του και του είπα με δύο λόγια τι είχε γίνει αυτές τις μέρες.
  • -          Εσύ είσαι καλά; Με ρώτησε μόλις τελείωσα.
  • -          Τώρα είμαι καλύτερα, του απάντησα χαμογελώντας.
  •         Με κοίταξε καλά στα μάτια για πολλή ώρα και ένιωσα να χάνομαι μέσα στο καφέ των ματιών του.  Κι ακριβώς τη στιγμή που βυθιζόμουνα μέσα στο φουντουκί αυτό χρώμα και δεν υπήρχε τίποτα άλλο γύρω μου, έσκυψε και με φίλησε. Αργά, παρατεταμένα και γλυκά, μέχρι που ακούσαμε ένα διακριτικό βήξιμο από κάπου πιο μακριά. Γυρίσαμε και οι δύο ταυτόχρονα για να δούμε τον Κώστα και τον προπονητή να μας κοιτάνε.
  • -          Να, εμ, να σας συστήσω τον Άρη, τους είπα λίγο ντροπιασμένη. Δεν ήταν ακριβώς αυτό που φανταζόμουνα το προηγούμενο βράδυ για τη γνωριμία των τριών πιο σημαντικών αντρών της ζωής μου. Τα βλέμματα και των δύο πάντως ήταν μάλλον επιδοκιμαστικά καθώς μας κοιτούσαν. Χάρηκα που έβλεπα ότι στα «αγόρια μου» άρεσε ο Άρης, όχι ότι αν δεν τους άρεσε θα με ένοιαζε ιδιαίτερα, αλλά ένιωθα – πώς να το πω; – κάπως πιο ελεύθερη.
  •         Δεν είχα καμία απολύτως όρεξη να κουνηθώ από τη θέση μου, αλλά ένα βλέμμα του Μιχάλη Αντωνίου που έλεγε «δουλειά πρώτα, διασκέδαση μετά» ήταν αρκετό για να μου δώσει ένα κίνητρο να σηκωθώ.
  • -          Εντυπωσίασέ με λοιπόν! Μου είπε ο Άρης χαμογελώντας, και σχεδόν έτρεξα – χωρίς να πέσω! – προς την πισίνα.
  • Αφού έκανα πολλές ασκήσεις και τις συνηθισμένες μου πρώτες βουτιές στους χαμηλούς βατήρες, ανέβηκα στα δέκα μέτρα για να εξασκηθώ στο πρόγραμμά μου, κάτι που σήμαινε ότι μόλις τελείωνε και ο Κώστας μάλλον θα ήμασταν ελεύθεροι... Είχα κάτι λιγότερο από οχτώ μήνες για να γίνω τέλεια, αλλά πίστευα ότι θα τα κατάφερνα. Ξεκίνησα με την πρώτη και κλασσική κατάδυση. Χωρίς φόρα, από μπροστά με δυόμιση περιστροφές και κατακόρυφη είσοδο στο νερό. Πήρα θέση στην άκρη του βατήρα και σήκωσα τα δυο μου χέρια. Λύγισα τα πόδια, σφίγγοντας το κορμί μου και τινάχτηκα στον αέρα. Συσπειρώθηκα και ξεκίνησα να γυρίζω. Περίμενα να κάνω τις δύο τούμπες και μόλις ξαναβρέθηκα με το κεφάλι κάτω ευθυγραμμίστηκα όσο πιο καλά μπορούσα και τέντωσα τα χέρια μου, δευτερόλεπτα μόλις, πριν οι παλάμες μου συναντήσουν το νερό. Το σώμα μου μπήκε με ταχύτητα μέσα, οι γάμπες μου χτυπήσανε την επιφάνεια, έσκισα το νερό με ταχύτητα και βγήκα να πάρω ανάσα και να βγω από την πισίνα.
  • -          Όχι πολύ καλή προσπάθεια... Μου είπε ο προπονητής μόλις έβγαλα το κεφάλι μου από το νερό. Άργησες να γυρίσεις και αν καθυστερούσες ένα ή δύο δευτερόλεπτα ακόμα, πιθανόν να έμπαινες στο νερό με την πλάτη.
  • Έκανα μια γκριμάτσα. Ήξερα τι σήμαινε να χτυπήσεις την επιφάνεια με τόση ορμή με την πλάτη. Αν δεν έμενες ξερός στον τόπο, είχες μεγάλες πιθανότητες να μείνεις ανάπηρος, αν όχι παράλυτος.
  • -          Θα ξαναδοκιμάσω. Του είπα αποφασιστικά και ανέβηκα τρέχοντας σχεδόν τα σκαλιά του βατήρα – αυτό κι αν ήταν άσκηση για τα πόδια – παίρνοντας γρήγορα τη θέση μου.
  •         Επανέλαβα μηχανικά τις προκαταρκτικές κινήσεις, χέρια ψηλά, πόδια λυγισμένα και τα λοιπά. Συγκεντρώθηκα όσο πιο πολύ μπορούσα και πήδηξα στον αέρα. Μόλις ένιωσα ότι τα δάχτυλά μου έχασαν την επαφή με το έδαφος, μάζεψα τα γόνατα στο στήθος μου και το, γνωστό – και καθόλου τρομακτικό πια – στροβίλισμα ξεκίνησε. Δύο περιστροφές, ξεκινάω την τρίτη. Το κεφάλι μου φτάνει στο κατώτατο σημείο, τεντώνω το κορμί και τα πόδια μου. Τελευταία έρχονται τα χέρια πάνω από το κεφάλι μου που τεντώνουν κι αυτά, με τις παλάμες ενωμένες. Μένω λίγο σε αυτήν τη στάση και μετά μπαίνω πάλι με φόρα στο νερό, οι γάμπες μου χτυπάνε και τσούζουν, διασχίζω την πισίνα και βγαίνω έξω.
  • -          Σχεδόν άψογο! Μου είπε ικανοποιημένος ο Μιχάλης Αντωνίου. Αν μπορούσες μόνο να βελτιώσεις αυτήν την καταραμένη την είσοδο...
  • -          Μην είσαι πλεονέκτης! του είπα χαμογελώντας. Είχα κάνει μια πραγματικά καλή βουτιά και ήμουνα ευχαριστημένη από τον εαυτό μου.
  • -          Τι θα κάνω με σένα και τον φίλο σου; Ρώτησε γελώντας.
  • -          Εγώ σε τι φταίω αν αυτή δεν μπορεί να μπει καλά στο νερό; Πετάχτηκε ο Κώστας.
  • -          Αν μου το μάθεις, του είπα προκλητικά, θα σου δώσω δέκα ευρώ, στο υπόσχομαι.
  • -          Προσφορά δεκτή! Είπε αυτός, σκάζοντας στα γέλια.
  • Καθώς περνούσα δίπλα του τον έσπρωξα λιγάκι – τελείως επίτηδες – και τον έστειλα στα φιλόξενα βάθη του καταδυτηρίου.
  • -          Δέκα ευρώ κι ένα σπρώξιμο, είπε μόλις έβγαλε έξω το κεφάλι του.
  • -          Έγινε!
  • Το στοίχημα είχε μπει και από τότε ο Κώστας ξεκίνησε πραγματικά φιλότιμες προσπάθειες για να με μάθει να μπαίνω στο νερό χωρίς να χτυπάνε τα πόδια μου. Οι μέθοδοί του μπορεί να μην ήταν όσο εμπνευσμένες ήταν αυτές του Μιχάλη Αντωνίου, αλλά πέσανε κι αυτές στο κενό. Δύο μήνες και κάτι αργότερα δήλωσε επίσημα ότι είμαι ανεπίδεκτη μαθήσεως και παράτησε την προσπάθεια.
  •         Βγαίνοντας από την προπόνηση εκείνη τη μέρα ένιωθα αυτή την ευχάριστη κούραση που σου δίνει το νερό. Μετά την πισίνα, ο Άρης με έβγαλε για φαγητό όπως είχαμε κανονίσει και περάσαμε το απόγευμά μας σε διάφορα μαγαζιά με έπιπλα, προκειμένου να διαλέξει αυτά που ήθελε για το σπίτι που είχε νοικιάσει. Καταλήξαμε σε ένα από τα καφενεία του κέντρου, όπου καθίσαμε αγκαλιά στους αναπαυτικούς καναπέδες για πολύ ώρα. Η σχολή του ξεκινούσε σε τρεις μέρες και ήθελε μέχρι τότε να έχει βρει ό, τι χρειαζόταν για την εγκατάστασή του στο διαμέρισμα. Με γύρισε στο σπίτι κάποια στιγμή αργά το απόγευμα, με το αυτοκίνητό του – είχε βγάλει δίπλωμα μέσα σ’ ένα μήνα – και μου υποσχέθηκε ότι θα μου τηλεφωνούσε το επόμενο πρωί.
  •         Καθώς έμπαινα στο σπίτι αισθανόμουν σαν να πατούσα σε ζαχαρένια σύννεφα και όχι στο μωσαϊκό του σαλονιού. Σαν υπνωτισμένη, προσπέρασα τη μητέρα μου, που κάτι πρέπει να μου είπε, και πήγα κατευθείαν στο δωμάτιό μου. Τακτοποίησα μηχανικά κάποια πράγματα που ήταν πεταμένα εδώ κι εκεί και τηλεφώνησα στην Κατερίνα, τη φίλη μου, για ενημέρωση του τι είχε γίνει. Το βράδυ με πήρε ο ύπνος νωρίς στον καναπέ. Σαν σε όνειρο, ένιωσα λίγα λεπτά αφότου είχα κλείσει τα μάτια μου τη μητέρα μου να με ξυπνάει. Ήταν εννιά και μισή το πρωί και στις έντεκα είχα προπόνηση. Σηκώθηκα ανόρεχτα, λέγοντας κάτι για τις προπονήσεις σαββατιάτικα. Θα προτιμούσα να περάσω τη μέρα μου στο κρεβάτι. Όσο έπαιρνα πρωινό μου τηλεφώνησε και ο Άρης. Την Κυριακή θα μου έκανε το τραπέζι στο καινούριο του σπίτι. Αισθανόμουν τόσο κουρασμένη που σχεδόν του το έκλεισα στα μούτρα, ενώ έβαζα ένα δεύτερο φλιτζάνι δυνατό καφέ.
  •         Στις έντεκα, και κάπως πιο ξύπνια, παρουσιάστηκα στην πισίνα. Όπως βουτούσα από τους χαμηλούς βατήρες, ένιωθα το σώμα μου βαρύ και δυσκίνητο, τα πόδια μου σαν ξύλινα. Καμία βουτιά μου δεν ήταν καλή. Παρά το κρύο νερό του ντους και της πισίνας, ένιωθα ακόμα τα βλέφαρά μου βαριά και δεν μου άρεσε καθόλου. Παρόλα αυτά, φαινόταν πως οι άλλοι δύο δεν το είχαν αντιληφθεί κι έτσι κάποια στιγμή ο Μιχάλης Αντωνίου με έστειλε στον ψηλό βατήρα. Μου είπε να αρχίσω με τη δύσκολη βουτιά, γιατί ήθελε να μου διορθώσει μια λεπτομέρεια. Ανέβηκα την ατελείωτη σκάλα και πλησίασα την άκρη του βατήρα. Θα εκτελούσα μια βουτιά από πίσω, με δύο οριζόντιες και μιάμιση κανονική περιστροφή και κατακόρυφη είσοδο.
  •         Πήρα θέση με την πλάτη στραμμένη στην πισίνα και τα πόδια μου σηκωμένα στις μύτες και χιλιοστά από το κενό. Σήκωσα τα χέρια και λύγισα τα πόδια μου για να πάρω φόρα. Τινάχτηκα στον αέρα κι άφησα το σώμα μου να οριζοντιωθεί στο κενό. Έριξα το βάρος μου στη μια μεριά και γύρισα δύο φορές. Στη συνέχεια γύρισα σε κατακόρυφη στάση, και ήμουν έτοιμη να συσπειρωθώ και να ξεκινήσω να γυρίζω όταν άκουσα τη φωνή του Μιχάλη Αντωνίου.
  • -          Μαρία, ξέχνα την τούμπα, πέσε με τα πόδια!
  • Τελείως μηχανικά τέντωσα το κορμί μου και μπήκα στο νερό με τα πόδια.
  • -          Τι σ’ έπιασε σήμερα και άργησες τόσο να εκτελέσεις τις περιστροφές; με ρώτησε ο προπονητής όταν βγήκα από την πισίνα.
  • -          Δεν το’ χω σήμερα Μιχάλη. Πραγματικά δεν το’ χω. Το μόνο που θέλω είναι να πάω στο σπίτι και να κάτσω στον καναπέ για την υπόλοιπη μέρα με τα πόδια ψηλά.
  • -          Και δε μου λες, μου είπε προκλητικά, αν ήταν σήμερα οι αγώνες τι θα έκανες;
  • -          Μία κακή βουτιά, του απάντησα αδιάφορα.
  • -          Δεν είναι αυτό απάντηση. Τώρα είχε θυμώσει πραγματικά. Δε θα φύγεις από εδώ αν δεν κάνεις μία ικανοποιητική βουτιά που να σου δώσει τους βαθμούς που αξίζεις.
  • Τον κοιτούσα έκπληκτη, αλλά δεν με συνέφερε καθόλου να του αντιμιλήσω εκείνη τη στιγμή. Φαινόταν πραγματικά θυμωμένος – με μένα; με την αδιαφορία μου; – όταν μου έδειχνε το δρόμο για το βατήρα. Εκείνη τη μέρα έφυγα από την πισίνα μιάμιση ώρα μετά τον Κώστα, μην έχοντας κάνει ούτε μία καλή βουτιά και έχοντας φέρει τον πάντα καλόβολο και υπομονετικό Μιχάλη Αντωνίου στα όριά του.  


Σάββατο, 16 Νοεμβρίου 2013

17 Νοεμβρίου 2013



Το χρονικό της 7ετίας σ' ένα πολύ ενδιαφέρον μικρού μήκους ντοκιμαντέρ.
Τι κάνουμε σήμερα, στις διαφορετικές συνθήκες που ζούμε; Ιδού η απορία....

Ψωμί, Παιδεία, Ελευθερία, η Χούντα όμως τελείωσε και όχι το '73, αλλά το '74.
Τα αιτήματα των φοιτητών του Πολυτεχνείου ακόμα επίκαιρα και επιτακτικά.
Ψωμί: Η ανεργία στους νέους ξεπερνά το 60%. Μπουχτίσαμε στο παντεσπάνι.
Παιδεία: Τα πανεπιστήμια παραμένουν κλειστά γιατί το προσωπικό τους απολύθηκε. Τα σχολεία δεν έχουν καθηγητές, γιατί ήταν υπεράριθμοι και απολυθήκανε.
Ελευθερία: Αυτήν τυπικά ακόμα την έχουμε, πενθούμε όμως την ελεύθερη ενημέρωση που... πλεόναζε και απολύθηκε επίσης.

Η Χούντα τελείωσε και πάει. Εμείς τι κάνουμε;;;

Πέμπτη, 7 Νοεμβρίου 2013

Γιατι δεν είναι η ΕΡΤ αλλα η δημοκρατία μας!

Είναι το τέταρτο κατα σειρά μαύρο. Κι όμως, ακόμα εκπέμπουν. Είναι το δεύτερο κατα σειρά κλείσιμο. Κι όμως, είναι ακόμα εκεί. Και ειμαι κι εγω, γιατι σημερα ένιωσα οτι έχασα έναν δικό μου άνθρωπο. Την ΕΡΤ. Την ΕΡΤ με τα πολλα πρόσωπα και τις πολλές φωνές. Την ΕΡΤ που για 5 μήνες έγινε πρότυπο ραδιοτηλεορασης. 

Την ΕΡΤ που, ίσως, τελικά να τη φοβηθηκανε. Γιατι περνούσε ενα σαφές μήνυμα στους πολίτες: τι θα πει να παλεύεις για το δίκιο σου. Μόνο οι κυβερνήσεις που φοβούνται τους πολίτες τους προβαίνουν σε τέτοιες πράξεις τη νύχτα.

Η ηθική δε γεμίζει στομάχια, γεμίζει όμως ψυχές και καρδιές. Τις δικές τους, τις δικές μας, τις δικές σας.

Αγαπημένοι μου παραγωγοί της ΕΡΑ,
ΚαλησπΕΡΑ!
Σας οφείλω ενα μεγαλο κ ειλικρινές ευχαριστώ που μπήκατε στη ζωη μου και μου μάθατε τι θα πει να υπερασπίζεσαι το δίκαιο και να δίνεις αγώνα. Εσείς και οι υπέροχοι και ακούραστοι τεχνικοί, χωρίς τους οποίους η φωνή σας δε θα έφτανε ποτε στα ηχεία απο το μικρο γκρι τρανζιστορακι μου.

Το οτι σας έβαλα στο σπίτι μου, στο μυαλό μου, στην καρδιά μου, δεν  μπορει να μου το πάρει κανεις! Μαζι σας γέλασα, θύμωσα, διαφώνησα... Δεν ήταν όμως δικιά μου επιλογή να σταματήσω να σας ακούω. Δεν άλλαξα εγω το κανάλι. Αντίθετα, έβαλα ΕΡΑ κ δεν άκουσα τιποτα. Ουτε χιονια, ουτε παράσιτα, ουτε λευκό ήχο. Άκουσα σιωπη, την τελευταια απελπισμένη φωνή της ΕΡΑ, κ ενιωσα σαν να πέρασε οδοστρωτήρας απο πανω μου. 

Εισασταν εκεί για πέντε μήνες, χωρίς προσωπικό όφελος, χωρίς χρήματα.


Καλή δύναμη, ευχαριστώ, ευχαριστούμε!!!