Πέμπτη, 25 Δεκεμβρίου 2014

A Christmas Carol

Ο Γιώργος σχόλασε στις 9 το βράδυ. Φόρεσε το μαύρο παλτό και σήκωσε το γιακά του ψηλά, γιατί έξω έκανε κρύο. Κοίταξε ενα γύρο το γραφείο με τους κλειστούς υπολογιστές και τα κατεβασμένα στόρια. Έκλεισε τα φώτα, τράβηξε την πόρτα και κατέβηκε τις σκάλες. Ήταν μόνο στον πρώτο όροφο και δεν έπαιρνε το ασανσέρ.

Βγήκε έξω, στον βραδινό αέρα και στο κρύο που του αναψοκοκκίνιζε τα μάγουλα. Άρχισε να περπατάει με γρήγορο βήμα, πηγαίνοντας προς τη στάση του λεωφορείου. Να μπει στη ζέστη που δημιουργούσαν τα πολλά σώματα και το ανθρώπινο χνώτο. Ανάμεσα σε όλους αυτούς τους κουρασμένους εργαζόμενους που γύριζαν κι αυτοί όπως κι αυτός σπίτι τους, επιτέλους. Το ήξερε ότι έπρεπε να λέει και ευχαριστώ που ακόμα είχε δουλειά και δεν έπρεπε να στήνεται κάθε μήνα έξω απο τα γραφεία του ΟΑΕΔ, όπως διάφοροι φίλοι του. Το ήξερε ότι έπρεπε να είναι ευχαριστημένος που κάθε βδομάδα πήγαινε στο σούπερ μάρκετ και γέμιζε το ψυγείο του με όσα χρειαζόταν. Έλα όμως που αυτές οι 10 ώρες δουλειάς κάθε μέρα για κάτι παραπάνω απο 6 κατοστάρικα τον άφηναν άδειο. Παντελώς άδειο, και ούτε ένα λαμπάκι δεν άναβε μέσα του -σε αντίθεση με το ψυγείο.

Έφτασε στη στάση και είδε τον κόσμο να περιμένει. Τα λεωφορεία κυκλοφορούσαν πια με εορταστικό ωράριο. Μια φορά στο τόσο δηλαδή. Όποτε τους κάπνιζε. Και ήταν μέσα πατείς με πατώ σε, ίδιοι σαρδέλες σε κονσέρβα. Αναστενάξε βαθειά, έπιασε την τσάντα του με τα δυο του χέρια μπροστά του και ακούμπησε στην κολώνα πίσω του.

Απέναντι του η γιορτινή βιτρίνα αντικατόπτριζε τους αναμένοντες στη στάση. Άλλοι μιλώντας στο κινητό, άλλοι με τα ακουστικά, άλλοι χωμένοι στη μικρή φωτεινή οθόνη μπροστά τους, πιο φωτεινή απο το μέλλον τους. Στο δρόμο τα φωτεινά λαμπιόνια αναβόσβηναν. Κόκκινο, κίτρινο, πράσινο, άσπρο. Πάλι κόκκινο, κίτρινο, μετά πράσινο και τώρα άσπρο. Και ξανά. Και ξανά. Όλες οι βιτρίνες ήταν πλούσια στολισμένες. Και ο δήμος είχε στολίσει, με τα φωτεινά "χρόνια πολλά" να κρέμονται πάνω από το δρόμο. Αυτός δεν είχε στολίσει... Πότε να προλάβει; και γιατί να στολίσει άλλωστε; παιδιά, σκυλιά δεν είχε, τι να στολίσει; και για ποιον?

Αύριο θα βάλει να δει και καμία εκπομπή με κάλαντα... Έτσι να τον πιάσει το "κρίστμας σπίριτ". Δε δουλεύει αύριο, έιναι Χριστούγεννα. Για ρεβεγιόν θα πάει το βράδυ στη αδερφής του, τον έχει καλέσει εδώ και μέρες, αλλά δεν έχει βρει ακόμα τι θα της πάει. Μάλλον ένα μπουκάλι κρασί θα κάνει. Ένα μπουκάλι κόκκινο κρασί. Ναι, αυτό θα κάνει. Θα δει τι έχει στο σπίτι και θα της πάει ένα μπουκάλι. Και αν δεν έχει κρασί σίγουρα του βρίσκεται ενα πακεταρισμένο μπουκάλι ουίσκι. Ίσως πάει και κανένα γλυκό.

Το λεωφορείο δε λέει να φανεί στη γωνία. Ο κόσμος περιμένει με παθητική ανυπομονησία. Κάνει και κρύο, είναι και βράδυ. Καλά, δε σκέφτονται ότι και τα Χριστούγεννα ο κόσμος δουλεύει; Είπαμε, εορταστικό ωράριο, αλλά τι θα γίνει; Το λεωφορείο περνάει κάθε τέταρτο κι αυτός περιμένει ήδη κανα μισάωρο... Και καλά, μόνο αυτός είναι; Όχι βέβαια, είναι κι όλοι αυτοί που περιμένουν πριν από αυτόν. Κάποιοι κρατάνε τσάντες και σακούλες από τα μαγαζιά. Θα είχαν πάει να πάρουν τα δώρα τους. Ή θα είχαν πάει να ψωνίσουν  οι ίδιοι με πρόσχημα τα δώρα. Κρίστμας σπίριτ...

Τίποτα δεν κατάλαβε απο Χριστούγεννα φέτος... Πού να καταλάβει; Σπίτι-δουλειά, δουλειά-σπίτι κάθε μέρα, ούτε που πήρε χαμπάρι για πότε πέρασαν οι μέρες, οι βδομάδες, οι μήνες από τα τέλη Αυγούστου που επέστρεψε από την άδειά του. Είχε πάει στην Εύβοια. Ωραία ήταν, ξεκουράστηκε, ήταν με φίλους...

Σαράντα λεπτά και το λεωφορείο δεν υπάρχει ούτε σαν φαντασίωση. Έχει αρχίσει να αδημονεί. Και κρυώνει. Και πεινάει. Και πονάνε τα πόδια του. Και είναι κουρασμένος ρε αδερφέ! Θέλει να πάει να κάτσει σπιτάκι του, κάτω από το παπλωματάκι του, στον καναπέ του, να φάει λίγο ζεστό φαΐ και να δει την τηλεορασίτσα του μέχρι να τον πάρει ο ύπνος. Ό,τι κάνει κάθε βράδυ δηλαδή. Φτάνει να φτάσει επιτέλους σπίτι...

Επιτέλους το λεωφορείο εδέησε να φανεί. Μηχανικά κινείται προς την άκρη του πεζοδρομίου, μαζί με όλους τους άλλους. Πενήντα λεπτά περίμενε. Πενήντα! Και φυσικά μέσα γίνεται το σώσε. Σπρώξε σπρώξε καταφέρνουν να μπουν μέσα. Κάποιον πατάει, κάποιος τον πατάει, άλλους σπρώχνει, άλλοι τον σπρώχνουν... Υπομονή.

Σε ένα απότομο φρενάρισμα όλοι πέφτουν πρός τα πίσω απότομα. Ευτυχώς, αυτός κρατιέται, αλλά στα χέρια του βρίσκεται μια κοπέλα που παράπατησε, έχασε την ισορροπία της και, τελικά, γύρισε το πόδι της πριν πέσει στη  αγκαλιά του. Τη στήνει όρθια, μουρμουρίζει κάτι σαν "δεν πειράζει" και χαμογελά αμήχανα.

Σε δύο στάσεις κατεβαίνει. Πατάει το κουμπί της στάσης, σπρώχνει, σπρώχνεται ποδοπατά κ ποδοπατιέται, αλλά φτάνει μέχρι την πόρτα και κατεβαίνει κάτω. Περνάει γρήγορα τη λεωφόρο και βρίσκεται στα στενά σοκάκια της γειτονιάς του. Η ώρα έχει περάσει προ πολλού δέκα, όσοι ήταν να πάνε στα ρεβεγιόν την παραμονή είναι ήδη μέσα και τρώνε πίνοντας το κρασί τους. Αυτός έχει να περπατήσει κάμποσο μέχρι να φτάσει σπίτι του. Ανασηκώνει λίγο το γιακά για να προστατευτεί απο το κρύο που τον ανατριχιάζει και ταχύνει λίγο το βήμα του. Να φτάσει σπίτι, στο στρώμα, το πάπλωμα και την τηλεόραση, τίποτα άλλο δε θέλει. Να φτάσει, μόνο να φτάσει επιτέλους.

Από τα παράθυρα των σπιτιών και των πολυκατοικιών φαίνονται τα πολύχρωμα λαμπιόνια των δέντρων που αναβοσβήνουν. Ή των μπαλκονιών που αναβοσβήνουν. Ή των γλαστρών που αναβοσβήνουν. Γενικά τα Χριστούγεννα χαρακτηρίζονται απο φώτα που αναβοσβήνουν, τρεμοπαίζουν, μπερδεύονται, και προκαλούν βραχυκυκλώματα και μπελάδες.

Από κάπου κοντά ακούγεται μια φωνή να πλανάται στον αέρα. "Σκουπίδι η σκέψη την πετώωω, τη σιωπή απαρνιέμαιιι, μ'ενα σαράκι αρμενικό σε δρόμους ποτέ δεν έζησα ωωωω στις χαραυγές ξεχνιέμαιιι".
Η φωνή κάνει κορόνες στις τελευταίες συλλαβές, αφήνοντας να ξεφύγει κανένα γελάκι. Γυναικεία είναι. Μάλλον κοριτσίστικη θα έλεγε κανείς.

Η κάτοχος της φωνής στρίβει τη γωνία και περπατάει στο απέναντι πεζοδρόμιο. Τον αντιλαμβάνεται και σταματάει το τραγούδι, διατηρώντας μόνο το μουρμούρισμα του ρυθμού του. Φοράει έναν κόκκινο αγιοβασιλιάτικο σκούφο και τα μάγουλά της είναι κατακόκκινα από το κρύο και ίσως κάποιον ενθουσιασμό. Το πρόσωπο της λάμπει ολόκληρο από χαρά και φρεσκάδα. Την κοιτάει με κατανόηση και ζήλεια.

Αυτή δεν έχει έγνοιες, σκέφτεται, δεν κουράζεται, δεν ταλαιπωρείται όπως εγώ. Γι αυτό είναι έτσι ευτυχισμένη. Δεν της μένει όμως πολύς καιρός, όπου νά'ναι θα τη νιώσει κι αυτή τη γλύκα της ζωής, με ατέλειωτες ώρες δουλειάς για ελάχιστα χρήματα. Με ένα επάγγελμα που δεν έχει και τόση σχέση τελικά με τις σπουδές σου. Με τον εργοδότη, το συνάδελφο, και το μοναδικό φίλο, το γραφείο και τον υπολογιστή. Με τα παράπονα, την κούραση, την ιώβια υπομονή και την τελική αποχαύνωση

-Καλά κι ευτυχισμένα Χριστούγεννα! του φωνάζει η κοπέλα όταν φτάνει απέναντι του και τον χαιρετάει.
Δεν τον ξέρει, ούτε κι αυτός την έχει ξαναδεί. Τη βλέπει να τον προσπερνάει με ενα σακίδιο να χοροπηδάει στους ώμους της. Όταν απομακρύνεται κάμποσο, ξαναπαίρνει το τραγούδι "στο Βασιλόπουλο ανέβεις ξαφνικά το φλάαας, η νύχτα παίζει τα παιχνίδια τα δικάααα της, σβήνεις και χάνεσαι ούτε ξέρω πού θα παααας, αντίο φίλε μες στη αγκάλια τηηηης"

Είναι η πρώτη που του εύχεται καλά Χριστούγεννα. Ο Γιώργος χαμογελά και νιώθει κάτι να ζεσταίνει μέσα του. Μπαίνοντας στην πολυκατοικία κοιτάει τη στολισμένη γλάστρα με συμπάθεια και λίγο χαμόγελο. Στα αυτιά του ηχούν ακόμα οι χαρούμενες και λίγο λαχανιασμένες κορώνες της κοπέλας.

Όχι, δεν ξέρει ακόμα πώς είναι η ζωή. Ζει στο δικό της κόσμο. Μπορεί να είναι ερωτευμένη, μπορεί να πήγε καλά στα μαθήματά της και να χάρηκε, μπορεί απλώς να βγήκε με τις φίλες της. Είναι παραμονή Χριστουγέννων, γιατί να μην είναι χαρούμενη όσο ακόμα μπορεί;
Γιατί να μη διατηρήσει όσο προλαβαίνει ακόμα αυτή την ιερή ευτυχία και τη μαγεία στη ζωή της;

Ξεκλειδώνει την πόρτα και σκέφτεται πόσο θά'θελε να υπήρχε κάποιος να τον υποδεχτεί με ένα χαμόγελο. Πηγαίνοντας προς την κουζίνα ρίχνει μια ματιά εκεί που θα έπρεπε να στέκεται το δέντρο που δε στόλισε. Παίρνει το πιάτο με το φαΐ του και κάθεται στον καναπέ ανάβοντας την τηλεόραση. Το ζάπινγκ φέρνει αμέσως την καταστροφή στη χώρα και στο σπίτι του. Την κλείνει και ανοίγει το ραδιόφωνο "so this is christmaaaaas, and what have you done?".

Αλήθεια, τι έχει κάνει;
Τίποτα. Μια σκέψη του περνάει ξαφνικά από το μυαλό. Ξαφνικά και ίσως λίγο μαγικά. Έχει ακόμα μια παλιά στολή Αγίου Βασίλη και θυμάται μια άσπρη γενειάδα να υπάρχει σε ένα κουτί παπουτσιών στο πατάρι.

Είναι Χριστούγεννα κι αυτός δεν έχει κάνει τίποτα... Ακόμα!

Πέμπτη, 11 Δεκεμβρίου 2014

Θα ζήσει!

Τώρα που τέλειωσαν πια όλα, που το συναίσθημα -φόβος, θυμός, οργή- κατακάθισε, τώρα που η λύση δόθηκε, μπορώ κι εγώ να γράψω για το Νίκο Ρωμανό.

Ο Νίκος Ρωμανός θα ζήσει! Ο Νίκος Ρωμανός θα μεγαλώσει. Ο Νίκος Ρωμανός τους κέρδισε.

Όλες αυτές τις μέρες διάβασα, άκουσα και είδα πολλά πάνω στο θέμα.
Διάβασα γνώμες ένθερμες. Γνώμες νηφάλιες. Γνώμες αντικειμενικές. Γνώμες που τις πότιζε το μίσος και γνώμες που είχαν εμποτιστεί από ενός είδους αδερφικότητα για έναν άνθρωπο που δεν τον ξέρανε αλλά τον είχαν ήδη αγιοποιήσει και ηρωοποιήσει.

Άκουσα γλυκές κυρίες να λένε ότι "δεν μπορεί να μας κάνει ό,τι θέλει ένα κωλόπαιδο. Πρέπει να τιμωρηθεί!". Καθώς πρέπει κύριους να λένε ότι "πρόκειται για μια στυγνή εν ψυχρώ δολοφονία". Νοικοκυρές μαμάδες να εύχονται "να ζήσει το παιδί! Να ζήσει γιατί έχει δίκιο!" και άλλες να λένε ότι "Βέβαια, από τέτοιες οικογένειες βγαίνουν τέτοια κατεστραμμένα παιδιά... Και βέβαια δε με νοιάζει τι θα πάθει! Να έχω μετά να φοβάμαι ότι θα με σκοτώσει με το καλάσνικοφ;".
Φοιτητές να καλούν σε "μαζικές καταλήψεις αλληλεγγύης στον αναρχικό απεργό πείνας Νίκο Ρωμανό" και άλλους φοιτητές να μην έχουν ακούσει καν το όνομά του. "Ρωμανός; Ο Μελωδός; Ο λυρικός ποιητής;"  Άκουσα και πρόσωπα του καλλιτεχνικού χώρου να παίρνουν θέση. Και άλλοι να είναι εκκωφαντικά απόντες με τη σιωπή τους.

Είδα φωτιές και πανό στο όνομα του Νίκου Ρωμανού. Είδα στα μάτια ορισμένων την ελπίδα να πεθάνει για να μπορέσουν να ξεσηκωθούν. Είδα φωτογραφίες, είδα απαράδεκτα δελτία ειδήσεων όπου χτίστηκε το προφίλ "του κακού αναρχικού που μας εκβιάζει χωρίς να ξέρει κι αυτός τι θέλει" όσο εύκολα χτίστηκε το προφίλ "του άγιου και αθώου παιδιού που θυσιάζεται για όλους μας ως ήρωας", χωρίς να έχει ο ίδιος κανένα πταίσμα.

Είδα, άκουσα και διάβασα. Θύμωσα, οργίστηκα. Φοβήθηκα ότι το φάντασμα της Θάτσερ είχε αρχίσει να πλανάται επικινδύνως χαμηλά πάνω από τις ταράτσες της πόλης. Δε θέλησα να πιστέψω ότι θα δέχονταν να φορτωθούν έναν φόνο. Όχι για το ότι σκότωναν έναν νέο άνθρωπο, δεν πίστεψα ποτέ ότι κάτι τέτοιο τους ένοιαζε. Το πολιτικό κόστος όμως που θα επέφερε αυτή η ανθρώπινη ζωή, αυτό δεν μπορούσε να μην τους ενοχλεί.

Στις 6 Δεκεμβρίου η ατμόσφαιρα έγινε πια εκρηκτική. Ήταν η "επέτειος" του θανάτου του Αλέξανδρου Γρηγορόπουλου που, επειδή βρέθηκε στο λάθος μέρος τη λάθος στιγμή, επειδή ένα πάνοπλος αστυνομικός θέλησε να αποδείξει ότι είναι πιο τσαμπουκαλής από ένα 15χρονο παιδί, βρέθηκε με μια σφαίρα στην καρδιά. Βρέθηκε να "μην έχει σφυγμό!". Η φωνή του παιδιού που φωνάζει είναι η φωνή του Νίκου Ρωμανού. Του Νίκου Ρωμανού που ήρθε καθυστερημένα στην επικαιρότητα και συνδέθηκε με τη δολοφονία Γρηγορόπουλου.
Όλοι θυμήθηκαν τώρα το ρόλο του.
Κανείς δεν αναρωτήθηκε πώς να ζήσει ένα παιδί αφού ξεψύχησε στα χέρια του ο φίλος του. Αφού ξεψύχησε στα χέρια του ο φίλος του από σφαίρα ενός αστυνομικού που η δουλειά του ήταν να τον προστατεύει κι αυτός τον σκότωσε.

6 Δεκεμβρίου είναι επίσης του Αγίου Νικολάου. Γιορτάζει ο Νίκος Ρωμανός, έστω θεωρητικά. Γιορτάζει και αυτό που σκέφτομαι είναι ότι κάποιος πρέπει να του πει "Νίκο Ρωμανέ, αγόρι μου, ΧΡΟΝΙΑ ΠΟΛΛΑ. Θα τα ζήσεις".

Τίποτα όμως δε δείχνει ότι αυτό θα συμβεί. Δεν πρόκειται πια για το τι είναι ο Ρωμανός πολιτικά, για το τι πιστεύει. Δεν έχει να κάνει με το αν συμφωνείς ή διαφωνείς με τον τρόπο που βλέπει την κοινωνία.Δεν είναι ώρα να ασχοληθείς με το ότι εσένα τον "νυκοκυραίο" σε έχει ήδη στείλει "στα τσακίδια".
Πλέον το θέμα είναι ότι ένα νέο παιδί, ένας νέος άνθρωπος 21ος ετών, έχει διαλέξει το "ελευθερία ή θάνατος. Και είναι αποφασισμένος. Και κανείς δεν κάνει τίποτα για να τον αποτρέψει. Όχι λέγοντας "στο παιδί να σταματήσει". Κάνοντάς τον να σταματήσει, επιτρέποντάς του να σπουδάσει.
Και στην τελική, πώς ακριβώς επιδιώκεις να μεταστρέψεις τη γνώμη του για την κοινωνία αν επιμένεις να τον πετάς έξω από αυτήν;
Πώς περιμένεις να τον σωφρονίσεις αν όχι εκπαιδεύοντάς τον τώρα που είναι νέος;
Και γιατί του αρνείσαι εκ των υστέρων αφού του επέτρεψες να περάσει το βραχνά των πανελλαδικών και επιχείρησες να τον επιβραβεύσεις για την επιτυχία του;

Τώρα πια όμως, ευτυχώς, όλα τέλειωσαν. Μπαίνοντας στο ταξί ακούω τη ραδιοεφημερίδα κάποιου σταθμού που λέει ότι "ο Νίκος Ρωμανός διέκοψε την απεργία πείνας". Και εξηγεί ότι δε διέκοψε γιατί τα παράτησε. Διέκοψε γιατί κέρδισε. Η ζωή του κέρδισε. Ο ίδιος τους κέρδισε.
Ένας αναστεναγμός ανακούφισης: Θα ζήσει!

Δεν είναι ακόμα η ώρα του να χωρέσει στο κοστούμι του "Ρωμανέ ζεις, εσύ μας οδηγείς", όπως ο Γρηγορόπουλος χώρεσε στο κοστούμι του Αλέξη.
Είναι ακόμα ο Νίκος Ρωμανός, παιδί των γονιών του, φυλακισμένος για ληστεία και φοιτητής στο ΤΕΙ Πειραιά.


Κυριακή, 30 Νοεμβρίου 2014

Θέλω να κλάψω

Θέλω να κλάψω.
Για το Νίκο Ρωμανό που παθαίνει διεκδικώντας κεκτημένα δικαίωματα. Που τον σκοτώνουν αδιαφορώντας γι αυτόν.
Για τον Αλέξανδρο Γρηγορόπουλο, που τον γνώρισα ηρωοποιημένο μέσα απο το παραμορφωτικό κοστούμι του Αλέξη.
Για τον κάθε ανώνυμο άνθρωπο θέλω να κλάψω. Αυτόν που σηκώνει κάθε μέρα το δικό του σταυρό στο γολγοθά της ζωής του. Για τον Βασίλη και τον Αντρέα που τους τρώει η κατάθλιψη. Για τη Μαρίνα που έρχονται στιγμές που δεν αντέχει άλλο. Για το Γιάννη και το Θανάση που ούτε κι αυτοί ξέρουν τι τους κρατάει όρθιους. Για το Γιώργο και την Έλενα που προσπαθούν να νικήσουν τους λύκους.
Για την οροθετική Κατερίνα θελω να κλάψω. Που αυτοκτόνησε μια μέρα πριν από την παγκόσμια μέρα κατά του aids, μην αντέχοντας την αρρώστια αλλά και τη διαπόμπευση.
Για μένα θέλω να κλάψω. Για όλες τις φορές που προτίμησα να κάτσω στα αβγά μου και στην ησυχία μου.
Μα τι κερδίζω κλαίγοντας πέρα από πρισμένα μάτια;

Πέμπτη, 23 Οκτωβρίου 2014

Ο ΔΙΚΟΣ ΜΟΥ ΜΑΝΟΣ ΧΑΤΖΙΔΑΚΙΣ

Μία φράση που την έχουν πει πάρα πολλοί. 
Ηθοποιοί, μουσικοί, τραγουδιστές, άνθρωποι του ραδιοφώνου και συνεργάτες του Χατζιδάκι από το Τρίτο. Κι όμως, ο κάθε ένας που έχει ακούσει και αγαπήσει τη μουσική του, έχει να μνημονεύσει έναν «δικό του» Μάνο Χατζιδάκι. 
Εγώ μπορεί να μην τον έζησα και να μην τον είδα ποτέ. Υπήρχε όμως στη ζωή μου από τις πρώτες νότες της. 
Έτσι έχω κι εγώ τον δικό μου Μάνο Χατζιδάκι.

Ο δικός μου Μάνος Χατζιδάκις πρωτοπαίρνει σάρκα και οστά μέσα από τον «εφιάλτη της Περσεφόνης» στην ηλικία των τεσσάρων ή πέντε ετών.

Ο δικός μου Μάνος Χατζιδάκις βρίσκεται στο εξώφυλλο της «Λιλιπούπολης».

Ο δικός μου Μάνος Χατζιδάκις είναι στο «Κυκλαδίτικο» και στης «Γης το χρυσάφι», από τον ομώνυμο δίσκο, που συνόδευε παιδικά μου καλοκαίρια στην Αντίπαρο.

Ο δικός μου Μάνος Χατζιδάκις είναι στη «Μικρή Ραλλού», στα βουνά της Καρπάθου, αλλά και στον «Κεμάλ», στην κατασκήνωση.

Ο δικός μου Μάνος Χατζιδάκις βγαίνει από το πεντάγραμμο και αποκτά μορφή, πρόσωπο, χαρακτηριστικά και φωνή μέσα από τις διηγήσεις των γονιών μου, γύρω στα εννιά ή δέκα μου χρόνια.

Ο δικός μου Μάνος Χατζιδάκις είναι στο ραδιόφωνο του αυτοκινήτου όσο κινούμαστε στα στενά της Αθήνας με το Δεύτερο Πρόγραμμα να παίζει σταθερά.

Ο δικός μου Μάνος Χατζιδάκις είναι στο δικό μου ραδιόφωνο, στο ύψος της Αγίας Παρασκευής στο πρώτο μου από τα αφιερώματα του Δευτέρου για  την επέτειο του θανάτου του το καλοκαίρι, ένα πρωί γυρίζοντας από τις εξετάσεις του σχολείου. Είναι σε ένα μαγικό ντοκιμαντέρ του Σταύρου Θεοδωράκη ("Ο Μάνος που δεν ακούσαμε" https://www.youtube.com/watch?v=_7u2GwrPvMs ), που είδαμε οικογενειακώς ένα βράδυ. Είναι στα σχόλια του Τρίτου, όπως τα πρωτοάκουσα από την ΕΡΤ και τα διάβασα μέσα από το ομώνυμο βιβλίο.

Είναι στην παράσταση «Ο γνωστός μας άγνωστος κύριος Γκάτσος», πανταχού παρών μέσα από τις μελωδίες και τα λόγια του για τον ποιητή Νίκο Γκάτσο. Είναι στον «Καθρέφτη και το Μαχαίρι» που γράφτηκε από σχόλια και λόγια του ίδιου που συνελέγησαν και αποτέλεσαν το βιβλίο. Είναι στην «Πορνογραφία», στα «Λιανοτράγουδα» και τον «Καπετάν Μιχάλη». Είναι στις μπαλάντες «του Ούρι», «των αισθήσεων και των παραισθήσεων». Και, όχι, ο δικός μου Μάνος Χατζιδάκις δεν είναι στα «Παιδιά του Πειραιά».

Είναι στα σιντί μου, στο ipod μου, στη μουσική του υπολογιστή μου, είναι σε μια μαγική βραδιά για την ποίηση, πλαισιωμένη με τη μουσική του, στην πλατεία Κλαυθμώνος.

Ο δικός μου Μάνος Χατζιδάκις είναι στο στούντιο C της Ελληνικής Ραδιοφωνίας πάνω από το πιάνο όπου ο ίδιος έχει παίξει. Είναι σε μια φωτογραφία του κρεμασμένη ακριβώς απέναντι από την καρέκλα όπου κάθισα. Μια φωτογραφία που σε κοιτάει κατευθείαν μέσα στα μάτια και ξέρει τι σκέφτεσαι. Και δεν ξέρεις, δεν μπορείς να φανταστείς «Τι άραγε θα έλεγε για όλα αυτά αν ζούσε ο Μάνος Χατζιδάκις;».


Παρασκευή, 17 Οκτωβρίου 2014

Στη συνέλευση της φιλοσοφικής

Η Φιλοσοφική Σχολή του Πανεπιστημίου Αθηνών πνίγεται, κατακλύζεται από σκουπίδια. Έχει να καθαριστεί πολλούς μήνες, αφού δεν υπάρχουν καθαρίστριες. Καφέδες, διαφημιστικά φυλλάδια, χαρτομάντιλα, περιτυλίγματα από φαγητά και δε συμμαζεύεται υπάρχουν στους κάδους, γύρω από αυτούς, στα αμφιθέατρα, στα παγκάκια, στο πάτωμα και όπου αλλού μπορεί κανείς να φανταστεί. Οι διάδρομοι μαύροι, το παπούτσι κολλάει από τη βρώμα. Όσο για τις τουαλέτες, ας το αφήσουμε καλύτερα.
Το πρόβλημα είναι γεγονός. Και αν τις πρώτες μέρες των μαθημάτων η κατάσταση δε φαινόταν τόσο τραγική, όσο περνάει ο καιρός ο όγκος των σκουπιδιών αυξάνεται με την ταχύτητα που μειώνονται οι φοιτητές που παρακολουθούν τα μαθήματα. Καφές στον καφέ, γόπα στη γόπα, φυλλάδιο στο φυλλάδιο, τα σκουπίδια μας πνίγουν.

"Γενική Συνέλευση της Φιλοσοφικής για να μην είναι στο ΕΚΠΑ το πρώτο κρούσμα του Έμπολα στην Ελλάδα". Αυτό έγραφε η ανακοίνωση της συνέλευσης για προχθές, Τετάρτη.

Προχθές, λοιπόν, Τετάρτη.
Στη γενική συνέλευση σχολής που αριθμεί αρκετές χιλιάδες άτομα (στο πρώτο έτος μόνο της φιλολογίας είμαστε 300), παρόντες είναι περίπου 250, φυσικά όλοι γνωστοί μεταξύ τους. Έχουν ανακυκλωθεί, τσακωθεί, διαφωνήσει και βρίσει ο ένας τον άλλον σε πολλές άλλες συνελεύσεις. Εμείς, δυο πρωτοετείς, αφελείς, είμαστε από τα ελάχιστα νέα πρόσωπα της αίθουσας. Μας προσεγγίζουν διάφοροι, μας μοιράζουν υλικό με τις απόψεις τους και το πλαίσιο που θα καταθέσουν προς ψήφιση. Θέλουν να μας εξηγήσουν τη διαδικασία και να ζητήσουν την άποψή μας (την οποία δεν προλαβαίνουμε να εκφράσουμε αφού μιλάν εκείνοι με ταχύτητα πολυβόλου αγνοώντας τα "ναι, αλλά από την άλλη μεριά..." μας) όσο οι "αγαπητοί τους συνάδελφοι" προσπαθούν μάταια να ακουστούν κάτω από την αδιάφορη βαβούρα του ακροατηρίου.
Τον κάθε ομιλητή τον προσέχει και τον χειροκροτεί μόνο η ομάδα την οποία εκπροσωπεί. Φυσικά. Μα γιατί να μπουν στον κόπο να τον ακούσουν όλοι και να αξιολογήσουν αντικειμενικά αυτά που λέει; Οι υπόλοιποι χεστήκανε, μέχρι να έρθει η δική τους ώρα να μιλήσουν οπότε και ζητούν την προσοχή όλων.
Αν και το προεδρείο κάνει φιλότιμες προσπάθειες, τελικά η συζήτηση που αφορά την καθαριότητα βγαίνει εκτός θέματος, στην έδρα οι εκπρόσωποι βρίζονται, τσακώνονται και σπρώχνονται και ο καπνός είναι τόσος που σε λίγο θα αρχίσει να βρέχει στην αίθουσα στάχτη. Χάρμα οφθαλμών.

Αν το δούμε όμως καρέ καρέ, η συνέλευση έχει ένα τρομερό ενδιαφέρον ως προς το ποιόν αυτών που την παρακολουθούν.
Η συζήτηση (υποτίθεται ότι) είναι για την καθαριότητα.
Οι κοπέλες μπροστά μου, απαιτώντας μεγαλόφωνα την επαναπρόσληψη των καθαριστριών του πανεπιστημίου, πετούν τις γόπες τους κάτω όπου και μένουν να καπνίζουν μέχρι να σβήσουν από μόνες τους. Δε θα μαζευτούν όμως από μόνες τους.

Στην πρόταση "αν ο καθένας από μας μάζευε τα σκουπίδια του και τα πετούσε έξω από τη σχολή, απ'όπου και μαζεύονται από τους δήμους, αντί να τα αφήνει σε έδρανα, τραπέζια, καρέκλες και παγκάκια ή στους εδώ και βδομάδες τιγκαρισμένους σκουπιδοτενεκέδες, το πρόβλημα δε θα ήταν τόσο μεγάλο" μου απαντούν ότι κάνοντάς το αυτό κλέβω τη δουλειά από τις καθαρίστριες που δεν υπάρχουν.

Στη διαπίστωση ότι η λύση θα ξεκινήσει από τον καθένα από εμάς, ότι μόνο όταν ο καθένας μας αρχίσει να έχει την ευθύνη των πράξεών του, των λόγων του και των σκουπιδιών του το πρόβλημα θα έχει αντιμετωπιστεί μια κι έξω, μου απαντούν ότι αυτό είναι αδύνατον να γίνει.

Στην αναφορά μου ότι η μόνιμή μου ατάκα στις στάσεις των λεωφορείων είναι το "συγγνώμη, αλλά σας έπεσε η γόπα σας" με κοιτούν γελώντας με συγκατάβαση, πριν πετάξουν το δικό τους χαρτί κάτω, αφού προηγουμένως μου υπενθυμίσουν ότι στο χώρο του Πανεπιστημίου δεν έχω εγώ καμιά ευθύνη για τη βρωμιά.

Μετά το τέλος της συνέλευσης η αίθουσα μπορεί να ανταγωνιστεί επάξια, αν όχι τη χωματερή, σίγουρα εκείνους τους χώρους των εγκαταλελειμμένων κτισμάτων όπου ο καθένας πετάει τα μπάζα και τα σκουπίδια του. Καφέδες, χαρτιά, σημειώσεις, προκηρύξεις, μπουκαλάκια με νερό, γόπες. Τα ίχνη μιας ομάδας πολιτισμένων ανθρώπων που (υποτίθεται ότι) συνεδρίασε για να απαιτήσει ένα καθαρό πανεπιστήμιο. Να απαιτήσει να είναι καθαρός ο χώρος στον οποίο περνάμε το μεγαλύτερο μέρος της μέρας μας.

"Η καθαριότητα είναι μισή αρχοντιά" λέει η παροιμία. Εμείς είμαστε πολύ κάτω από το όριο της φτώχειας λοιπόν. Και γι αυτό δε φταίει το ότι δεν έχουμε καθαρίστριες. Αν είχαμε η συμπεριφορά μας θα ήταν η ίδια. Απλώς τότε δε θα φαινόταν, γιατί κάποιος άλλος θα καθάριζε για μας.

Τετάρτη, 8 Οκτωβρίου 2014

Εκεινη

Πρώτη φορά την άκουσα το καλοκαίρι. Σχεδόν σε κάθε εκπομπή υπήρχε ένα μήνυμα με υπογραφή δική της. Τόσο που λέγαμε όταν ήμασταν στο νησί της ότι θα πάμε στην πιο ψηλή κορφή να σηκώσουμε μια ταμπέλα που να λέει ΕΡΤ, μήπως και εμφανιστεί από κάτω και τη γνωρίσουμε.

Τα μηνύματά της πάντα εύστοχα, βαθιά, αληθινά και δυνατά. Πάνω απ’ όλα δυνατά. Δυο κουβέντες γεμάτες συναίσθημα και νόημα. Και πάντα πολλά. Κάθε μέρα, σχεδόν σε όλες τις εκπομπές εκείνη δήλωνε το παρόν.

Μια φορά μάθαμε από μικροφώνου ότι εκείνη έστειλε ένα πακέτο με γλυκά στο Ραδιομέγαρο. Μετά στείλανε κι άλλοι. Και μετά εκείνη ξαναέστειλε. Και ξαναέστειλε.

Και μετά μπήκαν τα ΜΑΤ στο Ραδιομέγαρο, αλλά η ΕΡΤ δεν είχε ακόμα χαθεί. Εκείνη «κυκλοφορούσε» και στη Θεσσαλονίκη. Γνωριστήκαμε σε μια εκπομπή τη μέρα που έπαιζε η Ελλάδα αγώνα για το Μουντιάλ.
«Ραδιοφωνικά χαιρετίσματα» έστειλα εκείνο το βράδυ, μεταξύ άλλων και σ' εκείνη.
Κι εκείνη απάντησε. Κι εγώ απάντησα. Και ο παραγωγός να διαβάζει τα μηνύματά μας και να τρελαίνεται με αυτό που συνέβαινε. Οι ακροατές να επικοινωνούν μεταξύ τους με μεσάζοντα την ΕΡΤ!

Κάποια στιγμή έχασα τη συνέχεια. «Πού είναι η Νεφέλη από την Αθήνα; Εκείνη περιμένει μια απάντηση!». Απάντησα, απάντησε. Κάποια στιγμή γύρω στις 12 τέλειωσε η εκπομπή.
Μέσω του αρχείου μηνυμάτων του σταθμού και με τη συγκατάθεσή της, το τηλέφωνό της βρήκε τη θέση του στις επαφές του κινητού μου.

Δεν την πήρα αμέσως. Ντρεπόμουνα, φοβόμουνα… Το επόμενο βράδυ ξανασυνομιλούμε με μηνύματα μέσω της Θεσσαλονίκης. Μετά από τρεις μέρες, πήρα επιτέλους τη βαθιά ανάσα και τρέμοντας πληκτρολόγησα το νούμερο. Κι εκείνη το σήκωσε. Οδηγούσε λέει, μπορώ να την πάρω μετά; Την πήρα λίγο αργότερα, για να τα πούμε με την ησυχία μας.

Μου άρεσε. Συνεχίσαμε να ανταλλάσσουμε sms, σε λίγο έφυγε και ο πληθυντικός και όλα. "Εκείνη αυτό, εκείνη το άλλο…"

Τη γνώρισα από κοντά στις 2 Ιανουαρίου. Την επόμενη μέρα φάγαμε μαζί έξω, στην πρώτη «μάζωξη» συνακροατών της ΕΡΤ που έγινε.
Μετά συνεχίσαμε να μιλάμε, να μιλάμε, να μιλάμε. Να γράφουμε, να ακούμε, να μιλάμε.
Ξαναβρεθήκαμε στη συναυλία για τους 8 μήνες στο Περιστέρι. Εκεί έγινε κουβέντα μεγάλη και εφ’όλης της ύλης.

Και συνεχίσαμε να μιλάμε, να γράφουμε, να ακούμε, να μιλάμε. Εκείνη είχε τις απόψεις της, εγώ τις δικές μου. Συμφωνούσαμε, διαφωνούσαμε, ανταλλάσσαμε σκέψεις και μέιλ και μηνύματα. Βρισκόμασταν στις εκπομπές που ακούγαμε, βρισκόμασταν στο ίντερνετ, βρισκόμασταν στο τηλέφωνο…

Πώς έγινε και βρεθήκαμε τόσο κοντά; Τα πράγματα μας οδήγησαν προς τα εκεί. Εκείνη μου έδινε συμβουλές και μαμάς και δασκάλας και φίλης και παθιασμένης ακροάτριας και ενεργού πολίτη και, και, και...

Όταν ήθελα βοήθεια, συμβουλή, γνώμη και δεν ήθελα να πάω στη μαμά, στον μπαμπά, σε κάποιον καθηγητή, είχα τον άνθρωπό μου. Έπαιρνα εκείνη τηλέφωνο. Και μου έδινε μια λύση, μια οπτική που δεν είχα σκεφτεί, μια ακόμη ανάγνωση των πραγμάτων.

Σε βάθος χρόνου, 9 στις 10, φαινόταν ότι είχε προβλέψει σωστά. Αποδεικνυόταν ότι είχε δίκιο. Ακόμη και στην πλάκα, τελικά είχε δίκιο. Έμαθα να υπολογίζω τη γνώμη της πολύ. Την υποστήριξα, ακόμη και εκείνη τη μια φορά που είχε, που είχαμε, άδικο.

Με υποστήριξε σε κάθε τομέα. Στο κεφάλαιο ΕΡΤ, στο κεφάλαιο Πανελλήνιες, στο κεφάλαιο ζωή. Πάνω απ’όλα σ’αυτό το τελευταίο. Μου έδειξε έναν άλλο κόσμο, έναν άλλο τύπο ανθρώπου που δεν τον ήξερα. Μια άλλη στάση ζωής που την έβλεπα, μου άρεσε, αλλά δεν ήξερα πώς να προσεγγίσω. Με εξέπληξε με τη συμπεριφορά και με τον τρόπο της. Θέλησα να της μοιάσω.

Δεν είναι  ότι με εντυπωσίασε ή με γοήτευσε με την πρώτη επαφή. Με την παρουσία όμως και τα λόγια της, που πάντα συνοδεύονταν από πράξεις, με τη δύναμη, με τη λογική της, με έκανε να βασιστώ πάνω της. Την αγάπησα. Μακάρι μόνο να μπορούσα να γίνω ένας άνθρωπος σαν εκείνη…

Και μετά ήρθε η πρόσκληση για τη Θεσσαλονίκη. Την κάλεσαν σε μια εκδήλωση της ΕΡΤ3. Με πήρε μες στην τρελή χαρά, σαν μικρό παιδί, να μου πει ότι μια παραμυθού θα τη βοηθήσει να προετοιμαστεί, αφού την έπεισα κι εγώ να δεχτεί.

Εγώ δε θα μπορούσα να πάω να την ακούσω. Διάβασμα, πανελλήνιες. Στις διακοπές του Πάσχα οι μαθητές της Γ’ Λυκείου δεν τρέχουν από δώ κι από κει. Μαζεύονται και φορτσάρουν για να βγάλουν τη λεγόμενη «τελική ευθεία».

Κι έτσι με συνοπτικές διαδικασίες βρέθηκα στη Θεσσαλονίκη. Μαζί της. Άλλες συζητήσεις στη Θεσσαλονίκη. Με θέματα που τα μαζεύαμε εδώ και καιρό για να τα πούμε όλα μαζί. Και χάρη σ' εκείνη γνώρισα και την ΕΡΤ3, γνώρισα και τη Θεσσαλονίκη, γνώρισα και την παραμυθού, έζησα μια τρελή εμπειρία.
Μετά το Πάσχα τα πράγματα ξαφνικά άλλαξαν. Όταν βρίσκεσαι στην απόλυτη ευτυχία και χαρά, ξαφνικά, κατά κανόνα, σκάει μια κατραπακιά και δεν ξέρεις από πού σου ήρθε. Έτσι έγινε και μ’αυτήν την περίπτωση.

«Φοβάμαι όσα δεν μπορώ να ελέγξω» είχε πει σε μια εκπομπή με θέμα «τι φοβάσαι». Είχε πάλι δίκιο.

Σ’εκείνη την εκπομπή ήταν η μόνη φορά που δεν είχα απαντήσει ειλικρινά .
«Φοβάμαι ότι θα χάσω τους ανθρώπους που αγαπώ». Αυτό φοβάμαι.


Και αυτή τη φορά είχα εγώ δίκιο…

Κυριακή, 10 Αυγούστου 2014

Το φεγγάρι είναι κόκκινο


Το φεγγάρι του Αυγούστου ανατέλλει κατακόκκινο. Είναι η πανσέληνος. Δεν με πετυχαίνει σε καμία γραφική παραλία, σε παραθαλάσσιο μπαράκι με χαλαρή μουσικη ή σε συναυλια κάποιου μικρού χωριού αφιερωμένη στην αυγουστιάτικη πανσεληνο. Με πετυχαίνει στο ΚΤΕΛ.

Το φεγγάρι ειναι κόκκινο, όπως και ο ουρανός που εχει βαφτεί μωβ κ πορτοκαλής κ μπλε σκούρος και διάφανο γαλάζιο τη στιγμή της δύσης.

Το φεγγάρι ειναι κοκκινο και το λεωφορείο σιωπηλό. Ο καθένας σκυμμένος στα κινητά του, στα
ταμπλετ, στα βιβλια. Κανεις δεν κοιτάει το φεγγάρακι που μας ακολουθεί απο ψηλά.
Το φεγγάρι ειναι κοκκινο και μοιαζει να εχει ματια, μύτη και στόμα. Ανεβαίνει ολοφωτεινο στον ουρανό που αρχίζει και σκοτεινιάζει.
Το φεγγάρι ειναι κοκκινο και το κοιτώ απο το παράθυρο. Μας ακολουθεί απο ψηλά σαν να μας κοιτάει. Το κοιτάω στα ματια και με κοιτάζει κι αυτο. Χάνεται πίσω απο βουνά, αλλάζει πλευρά όπως στρίβει ο δρόμος και στο τελος επανεμφανιζεται στο παράθυρο μου.

Το φεγγάρι ειναι ασήμενιο και ο ουρανός καταμαυρος. Οι δρόμοι, οι ελιές, εμεις, ολα βαφονται ασημενια και η θάλασσα μοιαζει με ονειρικό, μαγεμένο τοπίο.  Κ εγω βάζω μουσικη. Και κατω απο το φεγγάρι, αναμεσα στους στύλους της ΔΕΗ που περνούν απο μπροστά μου με σταθερή ταχύτητα, προβάλλονται μπροστά μου οι εικόνες των τραγουδιών που παίζουν στα αυτιά μου: άλογα, βουνά και πελαγα, ο Μιλτος Πασχαλιδης να οδηγεί κρατώντας το τιμόνι σταθερό, ο Λουκιανος που ονειρεύεται ενα πάρτυ και η Αφροδίτη Μανου που ακούει δυνατά τζαζ-ροκ.

Το φεγγάρι χάθηκε, το κάλυψαν τα φώτα της πόλης. Το φεγγάρι πηγε κι έπεσε στο ποτάμι το βαθύ. Αυτο των λεωφόρων, των πολυκατοικιών και της φασαριας.

Το φεγγάρι ειναι ενας φωτεινός φάρος πανω απο ολους και απο ολα. Κι αν τύχει και το κοιτάξει κανεις απο το μπαλκόνι του, απο την αυλή του, απο την παραλία ή απο τη σκηνή του, θα δει το ίδιο το φεγγάρακι που με κοιτάει στα ματια. Θα δει εμένα πίσω απο το φεγγάρακι, να το κοιτάω απο το παράθυρο του ΚΤΕΛ και να αναρωτιέμαι πόσοι άνθρωποι κοιτάνε αυτο το ίδιο το κοκκινο, αυτο το ίδιο το ασήμενιο φεγγάρι.

Κυριακή, 3 Αυγούστου 2014

Κάνοντας σχέδια που δεν πρόκειται να πραγματοποιηθούν

"Και τότε που θα μπορούμε, θα κάνουμε και θα..., θα..., θα..., θα..."
Πόσα πολλά πράγματα θα κάνουμε τότε που θα μπορούμε...
Ό,τι δεν έγινε τώρα θα γίνει τότε.
Ό,τι δεν μπορέσαμε να το κάνουμε φέτος, θα το κάνουμε του χρόνου.
Του χρόνου θα..., θα..., θα...

Είμαι ο τύπος του ανθρώπου που όταν λέει κάτι συνήθως το κάνει. Ή έστω προσπαθεί.
Κι έτσι, λέγοντας ότι "του χρόνου θα..." ξέρω ότι λέω ψέμματα και στους άλλους και σε μένα.
Κάνοντας πρόποση για "του χρόνου που θα..." νιώθω ένοχη που κρεμάω έτσι τόσο κόσμο με μια υπόσχεση που από την πρώτη στιγμή που την είπα ξέρω ότι δεν πρόκειται να την κρατήσω.
Γιατί του χρόνου, όταν έρθει η ώρα για εκείνο το "θα", θα έχω αποφασίσει κάτι άλλο, θα έχω κανονίσει κάτι άλλο, θα έχει προκύψει κάτι άλλο, θα...

Και κάπως έτσι, τα "θα" μου το προγραμματισμένα και τα "θα" μου που απλώς θα προκύψουν και τα "θα" μου που δε θα πραγματοποιηθούν ποτέ, όλα τα "θα" που ονειρεύονται το μέλλον, στροβιλίζονται μέσα σ'ένα αλλοπρόσαλλο παρόν.

Ένα απρόβλεπτο παρόν, πρόσφορο για "θα" που ονειρεύονται. Για μελλοντικούς χρόνους που γίνονται παρελθόν πριν καλά το καταλάβεις.
Και τότε, χρησιμοποιώντας πια παρατατικό του απραγματοποίητου για να περιγράψεις τα "θα" σου, ξέρεις ότι, όπως και πέρσι, όπως και φέτος, έτσι και του χρόνου, τα "φαντάσου όταν θα..." θα έχουν γίνει "θυμάσαι που λέγαμε ότι...", χωρίς να έχουν πραγματοποιηθεί.

Έχοντας ξεθωριάσει στη δύναμη ενός καινούριου ονείρου, μιας άλλης στροφής του χρόνου. Έχοντας αντικατασταθεί τόσο εύκολα, αφού πέθαναν πριν καν προλάβουν να γίνουν η εικόνα μιας έγχρωμης και έντονης ονειροφαντασίας.
Εξάλλου, όταν φαντάζεσαι κάτι, είναι σχεδόν σίγουρο ότι το σύμπαν ολόκληρο θα συνωμοτήσει για να μη γίνει όπως το φαντάστηκες. Κι όταν δεν περιμένεις τίποτα, τότε συμβαίνουν τα πάντα.

Επομένως, αντί να χάνω την αξιοπιστία μου με "θα" που ποτέ δε θα γίνουν "θυμάσαι;", θα αρκεστώ στο να ζωγραφίζω έγχρωμες εικόνες των "θα" μου στον άσπρο τοίχο του δωματίου μου λίγο πριν κοιμηθώ.Κι ας ξέρω ότι στον άσπρο μου τοίχο θα μείνουν, μαζί με τα όσα άλλα "θα" που απλώς προβλήθηκαν μόνο εκεί.
Κι ας ξέρω ότι αυτά τα έγχρωμα όνειρα που μυρίζουν σκόνη και αντηλιακό και ακούγονται σαν γέλια πάνω σε τζαζ-ροκ μουσική δε θα πραγματοποιηθούν, εγώ θα συνεχίσω να τα προβάλλω.

Τρίτη, 15 Ιουλίου 2014

Το τέλος μιας εποχής

Τα καλοκαίρια συνήθως είναι μεταβατικές περίοδοι. Τουλάχιστον έτσι ήταν για μένα όλα αυτά τα χρόνια, αφού ξεχώριζαν τις σχολικές χρονιές μεταξύ τους. Το «πέρυσι» από το «φέτος» είχαν ένα καλοκαίρι διαφορά.

Μες στο καλοκαίρι, συνήθως μια μέρα με καύσωνα τον Αύγουστο και μέσα στη θάλασσα, εκεί που είναι τόσο βαθειά που μόνο οι ακτίνες του ήλιου που χάνονται στο βυθό φαίνονται, κάναμε τα σχέδιά μας για τη χρονιά που ερχότανε. Βάζαμε στοιχήματα για τους καθηγητές, για τις εμφανίσεις των συμμαθητών μας, για τους βαθμούς μας.

Εκεί, στην πιο βαθειά θάλασσα, κάναμε σχέδια για το επόμενο καλοκαίρι, ενώ δεν είχαμε καν αποφασίσει τι θα κάνουμε το βράδυ. Κάθε καλοκαίρι έμπαιναν οι νέοι στόχοι, καθορίζονταν οι επιθυμίες, έβγαινε ένα πρόγραμμα της χρονιάς που ερχόταν
.
Τις τελευταίες μέρες του Αυγούστου άρχιζε και η αντίστροφη μέτρηση μέχρι τις πρώτες διακοπές για να πάρω ως απάντηση το ότι «όταν θα δουλεύω δε θα έχω τόσες διακοπές και καλό είναι να συνηθίσω στην ιδέα…». «Αν βρω ποτέ δουλειά… Γι αυτό φροντίζω να το εκμεταλλευτώ από τώρα». Τάπα. Κάθε καλοκαίρι η ίδια.

Ναι, τα καλοκαίρια ήταν πάντα μεταβατικές περίοδοι, αλλά το φετινό καλοκαίρι είναι το πιο μεταβατικό από όλα.

Κι ας βρισκόμαστε στην ίδια θάλασσα. Στα ίδια άπατα νερά. Κι ας μην είναι ακόμα Αύγουστος. Κι ας είμαστε οι ίδιοι που είμαστε κάθε καλοκαίρι. Φέτος δε χτίζουμε τις εικόνες της νέας χρονιάς. Όχι βέβαια γιατί μας στέρεψαν τα όνειρα. Από δαύτα έχουμε περισσότερα από ποτέ…

Απλούστατα, δεν ξέρουμε πώς θα είναι αυτή η χρονιά, η «ακαδημαϊκή χρονιά 2014-2015», για μας.
Δεν ξέρουμε πώς θα είναι το πανεπιστήμιο, δεν ξέρουμε αν θα βλέπουμε τους ίδιους ανθρώπους, δεν ξέρουμε πώς θα γίνονται τα μαθήματα, δεν ξέρουμε πού θα πηγαίνουμε στα κενά μας, πού και με ποιους θα πίνουμε τον καφέ μας.

Πάμε στα τυφλά, πάμε να μάθουμε, πάμε να δούμε. Κι έτσι δεν κάνουμε ούτε σχέδια, ούτε προβλέψεις, ούτε βάζουμε στοιχήματα. Περιμένουμε να τα ζήσουμε κατευθείαν. Δεν ξέρουμε πια τι θα κάνουμε μέχρι τα Χριστούγεννα, ούτε μετράμε αντίστροφα για να έρθουν, κι ας είναι ακόμα κατακαλόκαιρο. Και ξέρουμε τι θα κάνουμε το βράδυ.

Τώρα, αυτό το μεταβατικό καλοκαίρι, ζούμε για το μακροβούτι, για τον βαθυκόκκινο αστερία που μας κλείνει το μάτι από το βυθό. Για το BlueStar που έχει μια θέση στο όνομά μας στο πιο ψηλό του κατάστρωμα. Για το νησί που περιμένει τις τρέλες μας.

Και κάπου ανάμεσα σε αυτά που ξέρουμε και αυτά, τα τόσα πολλά, που ανακαλύπτουμε ότι δεν ξέρουμε, αντί για σχέδια σε γνωστούς δρόμους κάνουμε όνειρα. Όνειρα σε μονοπάτια που δεν έχουμε καν δει ακόμα.

Γι αυτό και το φετινό καλοκαίρι είναι διαφορετικό από τα άλλα. Γιατί είναι το τέλος μιας εποχής. Το τέλος ενός παλιού, σκισμένου βιβλίου που λέγεται «Σχολείο», αλλά και η αρχή του καινούριου, του κάτασπρου και ατσαλάκωτου που με περίτεχνα γράμματα και πολλά υποσχόμενο εξώφυλλο γράφει «Φοιτητική ζωή».

Και το τέλος κάθε εποχής έχει πάντα εκείνη τη μελαγχολία για το παλιό και αγαπημένο που χάνεται ανεπιστρεπτί, λίγο πριν χαθεί κι αυτή στην περιέργεια για το νέο και αστραφτερό που σε τραβά μπροστά.

Και θα μπορούσε το φετινό καλοκαίρι να είναι η αρχή μιας εποχής. Επιλέγω όμως να είναι το τέλος.
Τέλος εποχής, λοιπόν. Άντε να δούμε…


ΚΑΛΟ ΚΑΛΟΚΑΙΡΙ!

Δευτέρα, 14 Ιουλίου 2014

Ο άνθρωπος-τριαντάφυλλο

Είναι κοντή, δε θα την έλεγε κανείς όμορφη, αλλά είναι σίγουρα γοητευτική. Είναι πάντα παρούσα σε όσα την αφορούν. Αν και βρίσκεται πιο μακριά, σε μια άλλη όχθη, όχι απαραίτητα αντίθετη, η καρδιά της είναι δοσμένη σε έναν άλλο αγώνα. Δοσμένη με πάθος σε ό,τι κι αν κάνει, όπως φαίνεται σε όποιον έστω και λίγο την έχει παρακολουθήσει ή και γνωρίσει.

Η πρώτη γνωριμία μου μαζί της είναι από τα ηχεία του ραδιοφώνου και είναι γοητευτική. Οι εκπομπές της είναι, χωρίς υπερβολές, υπέροχες, ταξιδιάρικες, διδακτικές, ξεκούραστες, ιδιαίτερες. Πανέμορφες.

Η πρώτη δια ζώσης γνωριμία μας είναι μάλλον απογοητευτική. Δεν είναι πάντα παρούσα στη στιγμή εκείνη. Μοιάζει να έχει έναν απροσπέλαστο τοίχο γύρω της και μόνο λίγοι εκλεκτοί τυχεροί είναι αυτοί που μπορούν να διεισδύσουν στο προσεκτικά οχυρωμένο κάστρο της. Δε συμπαθεί τις διαχύσεις σε κανένα επίπεδο. Στην επικοινωνία τους κανόνες της τους θέτει αυτή και είναι αυστηροί. Θέλει να τους παραβείς σε ορισμένες περιπτώσεις, αλλά οι κανόνες της είναι η αυτοπροστασία της και αυτό το κάνει σαφές με τη συμπεριφορά της από νωρίς.

Είναι απόλυτος χαρακτήρας, δε δέχεται εύκολα την άλλη άποψη, αλλά τη σέβεται βαθειά. Τη γνώμη της την υπερασπίζεται με σθένος και με πάθος. Είναι συνειδητοποιημένη, ξέρει τα όριά της, τα μπορώ, τα θέλω και τα πρέπει της. Μπορεί να μην κάνει αυτό που λέει η καρδιά της, αλλά από τον γκρεμό και το ρέμα επέλεξε μάλλον το ρέμα, για να έχει την πιθανότητα να προσπαθήσει να κολυμπήσει.
Εμπνέει σιγουριά, φαίνεται σταθερός άνθρωπος, αν και στην πραγματικότητα μάλλον δεν είναι.

Μοιάζει με τριαντάφυλλο. Στο κέντρο, ο πυρήνας της είναι σκληρός και συμπαγής. Οργανωμένος και συνειδητοποιημένος, πιστός στις αρχές και τα πιστεύω της, όπως ο καρπός του τριαντάφυλλου. 
Γύρω γύρω έχει όμορφα πέταλα και ωραία μυρωδιά και εκπέμπει μια βαθειά και ιδιαίτερη ομορφιά, όσο όμως την κοιτάς από μακριά.
Όταν πλησιάσεις, έχει αγκάθια που σε εμποδίζουν να την πειράξεις, θέτουν όρια. 
Αν όμως βρεις τα κενά ανάμεσά τους και καταφέρεις να «τρυπώσεις» κοντά της… 
Τότε είναι ένα πανέμορφο λουλούδι. Όχι πια απόμακρο, μα καθημερινό, γλυκό, με ενδιαφέρον, ακόμα κι αν αυτό αποκαλύπτεται για μια μόλις φορά.


Όταν πια βγαίνει από το μετρό συνειδητοποιώ ότι δεν έχω πει κανένα από τα δυο συγκεκριμένα πράγματα που θέλω να της πω και έχω με προσοχή προετοιμάσει για όταν τυχόν τη συναντήσω. Φεύγει όσο απροσδόκητα εμφανίζεται αφήνοντας πίσω της τη δύναμη της παρουσίας της. 
Τη γλυκιά μυρωδιά, την ανάμνηση του αγκαθιού, τη μαγεία του συνόλου και έναν αόριστο φόβο, ή ίσως και μελαγχολία, για κάτι που ακόμα δεν ξέρω τι είναι…

Τρίτη, 17 Ιουνίου 2014

Ο αιθέριος άνθρωπος


Είναι ψηλός και αδύνατος κοντεύει τα 60, ακούγεται νεώτερος, είναι σοφότερος και δείχνει μάλλον
50άρης. 


Εμφανίζεται συνήθως από το πουθενά, πάντα την τελευταία στιγμή, και πίσω στο πουθενά πάει. Είναι εκεί, αλλά δεν είναι κιόλας.

Πώς μπορεί να μιλά για πράγματα τόσο πεζά και συνάμα να είναι τόσο πάνω από αυτά; Στο στόμα του μέχρι και οι βρισιές στάζουν ευγένεια.


Μυρίζει σαπούνι. Κάθε του κίνηση μυρίζει σαπούνι. 


Κάθε του έκφραση έχει κάτι το θεατρικό. Έως και υποκριτικό. Σε κοιτά με δε σε βλέπει, θέλει να φύγει από εκεί, να εξαφανιστεί. Το απολαμβάνει όμως που τον θαυμάζουν.

Όταν του μιλάς κάνει ότι ακούει, αλλά μπορεί και να μην τον νοιάζει καθόλου αυτό που του λες.
Όταν τον κοιτάς δεν ξέρεις τι ξέρει, τι σκέφτεται, πού είναι... Εκεί που είσαι κι εσύ ή σε κάποιον άλλο, δικό του κόσμο; 

Όταν σε κοιτάει βλέπει κατευθείαν μέσα σου και πίσω από σένα. Σε κάνει να νομίζεις ότι λες το μόνο που μετράει.
Είναι πάντα τριγυρισμένος από μια ομάδα ανθρώπων, αλλά συνάμα τόσο μόνος. 

Αγαπημένος πολλών και αγαπητός από πολλούς, αλλά τόσο απομονωμένος.
Πηγαινοέρχεται πάντα μόνος του.

Φαίνεται ότι την κουβέντα του τη χαρίζει απλόχερα, αλλά μόνο σε όσους θέλει, όταν θέλει και όπως θέλει.
Η σιωπή του είναι ύπουλη. 
Η φωνή του είναι βελούδινη, υποκριτική. 
Είναι τόσο απογοητευτικός και τόσο γοητευτικός. 

Και την άλλη στιγμή, ενώ τον κοιτάς και τρέχεις να τον προλάβεις, περνάει μέσα από το φως ενός δυνατού προβολέα και.....χάνεται. Για πάντα.

Και μένει η ανάμνηση ενός ροζ πουπουλένιου σύννεφου, μια πικρή απογοήτευση και μια μελωδία: "Ν'αγαπάς τα βουνά και τα πέλαγα, τους γνωστούς και τους άγνωρους τόπους, τα πουλιά, τα λουλούδια, τα σύννεφα και πολύ ν'αγαπάς τους ανθρώπους"

Σάββατο, 14 Ιουνίου 2014

Μια φορά κι έναν καιρό...στην Αθήνα

Σκόπευα να καταγράψω σήμερα τις εικόνες που μάζεψα χτες τριγυρνώντας στην Αθήνα όλο το μεσημέρι και το μεγαλύτερο μέρος του απόγευματος με τον τίτλο "Μια συνηθισμένη βόλτα" ή κάτι παρόμοιο.
Μπαίνοντας στο μπλογκ είδα τον τίτλο μου: "Μια φορά κι ένα καιρό...".
Είχα φτιάξει το μπλογκ για να δημοσιεύσω τα παραμύθια που είχα γράψει όταν ήμουν στο γυμνάσιο.
Εξελίχθηκε σε κάτι διαφορετικό, αλλά αυτό το "μια φορά κι έναν καιρό" δε γίνεται να πάψει να υπάρχει.

Μια φορά κι έναν καιρό, λοιπόν, στην Αθήνα του 2014.

Και η διαδρομή ξεκινάει.

Μετρό Νομισματοκοπείο με κατεύθυνση "Αγία Μαρίνα". Προορισμός: Σύνταγμα.
Εικόνα 1η: Κυρία μέσης ηλικίας, κοντή με πράσινη, φυστικί μπλούζα που μιλάει στο τηλέφωνο.
"Θα κατέβω στο Σύνταγμα. Στις 2 έχουν συγκέντρωση οι καθαρίστριες".
Συνωμοτικό βλέμμα. Μόλις αποφασίσαμε ποια θα είναι η πρώτη μας στάση.

Μετρό Σύνταγμα, έξοδος Πανεπιστημίου.
Εικόνα 2η: Κόσμος, κόσμος, κόσμος. Και ζέστη. Περπατάμε προς τα πάμπλικ. Δίπλα η Καραγιώργη Σερβίας.

Εικόνα 3η: Κόσμος. Άλλος όμως κόσμος. Κόσμος με πανό. Χωρίς να φωνάζει συνθήματα, χωρίς να ανήκει φανερά σε κόμματα. Κόσμος που απλώς βρίσκεται εκεί γιατί "έχουν συγκέντρωση οι καθαρίστριες". Κόσμος με μπλουζάκια των καθαριστριών, μπλουζάκια της ΕΡΤ, μπλουζάκια του μποϋκοτάζ της κόκα-κόλα. Φωτογράφοι, κάμερες, στο βάθος, πολύ διακριτικά για να λέμε την αλήθεια, μια, τουλάχιστον, διμοιρία της αστυνομίας. Ένας άνδρας με πολιτικά, ροζ κοντομάνικο μπλουζάκι, πάει κάθε τόσο κοντά τους αφού πρώτα αναμειχθεί με τον κόσμο.
Όσοι είναι μαζεμένοι κάθονται σε παρέες και συζητούν. Ανακοινώσεις παίζουν από τα μεγάφωνα, βλέπω και δυο βουλευτές που είναι παρόντες. Τα κανάλια ετοιμάζουν το βραδινό ρεπορτάζ. Από την τράπεζα και από το υπουργείο οικονομικών οι εργαζόμενοι αρχίζουν να σχολάνε. Μια τυπική, καθημερινή μέρα. Μέρα ρουτίνας.
Τριγυρίζουμε τους συγκεντρωμένους. Εδώ κι εκεί σταματάω να ακούσω τι λένε οι παρέες. Μια κυρία σταματάει μια άλλη να τη ρωτήσει τι συμβαίνει. Γιατί είναι κλειστός ο δρόμος, γιατί έχει κόσμο; Ξεκινάει μεταξύ τους μια συζήτηση που είναι εξαρχής καταδικασμένη να λήξει με διαφωνία, σχετικά με τη διάκριση των εργαζομένων σε δημόσιους και ιδιωτικούς, κακούς και καλούς. Κι όμως. Δε φωνάζουν στο βρόντο. Συζητούν. Με επιχειρήματα. Με χαμηλή φωνή. Πολιτισμένα. Κι ας διαφωνούν. Ψάχνουν να βρουν μια κοινή γραμμή ανάμεσά τους και, τελικά, τη βρίσκουν. Χωρίζουν με χαμόγελο.Έστω τυπικό.
Στο απέναντι πεζοδρόμιο έχουν στήσει τη σκηνή τους οι σχολικοί φύλακες και κρέμονται τα πανό με τα διάφορα συνθήματα συμπαράστασης. Στη μια άκρη οι καθαρίστριες και όσοι πάνε να τους σφίξουν το χέρι. Στην άλλη τα δυο ΑΤΜ μιας τράπεζας και όσοι πάνε να πάρουν λεφτά ή να ελέγξουν τους λογαριασμούς τους. 9 στους 10 έχουν το κεφάλι στραμμένο προς την άλλη μεριά από αυτή του κόσμου και των πανό και των σκηνών.
Δυο γυναίκες που τις γνωρίζω από τις φωτογραφίες, δυο από τις καθαρίστριες, στέκονται σε μια άκρη. "Τι θα γίνει Φωτεινή; Πού πάμε; Φοβάμαι...". "Μη φοβάσαι, θα τους νικήσουμε, θα δεις. Τι άλλο μας μένει να χάσουμε πια; Φτάνει να είμαστε αποφασισμένες και να έχουμε υπομονή και κουράγιο." Και μια αγκαλιά. Μια απλή αγκαλιά από τους ώμους.

Κάποια στιγμή μας πλησιάζει μια τουρίστρια. Είναι από τη Δανία και ρωτά γιατί υπάρχει τόση αστυνομία στην περιοχή. Της λέμε. Μας λέει ότι ξέρει για τις καθαρίστριες. Της λέμε για τα επεισόδια πώς "αδέσποτα κεφάλια χτύπησαν σε κλομπ και σιδερογροθιές". Μένει έκπληκτη. Ζητά να μάθει γιατί τόση βία.
"Ήταν οι διαδηλωτές βίαιοι;". Δεν ήταν.
"Δεν υπάρχει κάποιος ανώτερος που να έδωσε αυτήν την εντολή για την επίθεση;" Υπάρχει.
"Και γιατί δε θεωρείται υπεύθυνος; Γιατί έδωσε αυτή την εντολή; Γιατί δεν παραιτήθηκε; Γιατί δεν τον έδιωξαν από τη θέση του;"
Πώς να απαντήσεις σε μια τουρίστρια από τη Δανία που θέτει ως αυτονόητα αυτά για τα οποία κι εσύ αναρωτιέσαι;

Εικόνα 4η: ΜακΝτόναλτνς γεμάτα κόσμο, κυρίως τουρίστες με έξαλλα μαλλιά, έξαλλα ντυσίματα, εξωτικές γλώσσες. Χάμπουργκερ και κόκα-κόλα.

Εικόνα 5η: Πλαίσιο, κοντά στην παλιά Βουλή.
Στην είσοδο ο άνδρας της ασφάλειας.
Στη δεξιά άκρη της πόρτας ένας άνδρας, περασμένα πενήντα, με πουκάμισο και γραβάτα. Διαβάζει μια οικονομική εφημερίδα και καπνίζει πούρο.
Στην αριστερή άκρη ένας άλλος άνδρας. Κάτω από τριάντα σίγουρα, χαμένος στην αφασία της μαστούρας, με ένα χάρτινο ποτήρι στο τεντωμένο του χέρι, διπλωμένος στα δύο. Μαύρος σκούρος, όμορφος. Στα γόνατά του ένα χαρτόνι σε τέλεια ελληνικά. Παραμιλάει και κοιτάει στο άπειρο. Στρίβουμε τη γωνία και πέφτουμε στη Κολοκοτρώνη. Τα Ματζικ προσφέρουν παγωτό για τα 25 χρόνια τους σε ένα ντιζαινάτο μαγαζί που μπορείς να το περιγράψεις με μια μόνο λέξη: fancy, σε τέλεια ελληνικά. Ωραίες μυρωδιές, μουσική, φώτα, χαρούμενοι υπάλληλοι, χαρούμενοι πελάτες.

Εικόνα 6η: Πλάκα. Ορδές τουριστών, διάφορες γλώσσες. Τουριστικά μαγαζιά με περικεφαλαίες-σκούπες, μικρούς ολύμπιους θεούς, μπλουζάκια, σαγιονάρες, κουκλάκια, μαγνητάκια, τσάντες...
"Δεν πιστεύω τίποτα, δεν ελπίζω σε τίποτα, είμαι ελεύθερος" ο Καζαντζάκης έγινε στάμπα σε μπλουζάκι τύπου "I <3 Athens".

Εικόνα 7η: Πίσω από τη Μητρόπολη. Ο δρόμος φιλοξενεί κυρίως μαγαζιά με εκκλησιαστικά είδη. Σε ένα στεγασμένο πεζοδρόμιο δυο "κρεβάτια". Σεντόνια και κουβέρτες, στρωμένα σε διαστάσεις διπλού κρεβατιού. Το ένα είναι κατειλημμένο από έναν άνδρα κοντά στα σαράντα που ξαπλωμένος διαβάζει ένα βιβλίο. Μπροστά του περνάει το κόκκινο τουριστικό τρενάκι γεμάτο με τουρίστες που ξεφωνίζουν χαρούμενα.

Εικόνα 8η και τελευταία: Πίσω στο μετρό. Γνωστή διαδρομή Σύνταγμα-Πανόρμου.

Μια φορά κι έναν καιρό. Στην Αθήνα.
Χθες στην Αθήνα.
Των τουριστών και των κατοίκων της.
Των δυο, τουλάχιστον, κόσμων.
Των δυο, τουλάχιστον, μέτρων και σταθμών.


Πέμπτη, 12 Ιουνίου 2014

11 Ιουνίου, ένα χρόνο μετά.

11 Ιουνίου 2014. Τετάρτη.
Ένα χρόνο μετά πηγαίνω και πάλι προς το Ραδιομέγαρο.

Αυτή τη φορά όμως όχι τρέμοντας από οργή και θυμό. Όχι με απορία και αγανάκτηση στο μυαλό μου. Όχι με τον ενθουσιασμό που είχα ότι ίσως με τα λίγα κυβικά χώρου που θα καταλάβω στο προαύλιο θα εμποδίσω κάτι να συμβεί...
Όχι. Τώρα πάω φορώντας ένα μαύρο μπλουζάκι με το μπλε λογότυπο της ΕΡΤ πάνω του. Και πάω αργά. Κοιτώντας τον κόσμο και κάνοντας έναν απολογισμό του τι έγινε από πέρσι.
Όπως πέρσι, έτσι κ φέτος, έχω ολοκληρώσει έναν κύκλο εξετάσεων και είμαι έτοιμη να προχωρήσω στον επόμενο.
Όπως πέρσι, έτσι και φέτος η 11η Ιουνίου είναι η μόνη ελεύθερη μέρα μου. Για να την κάνω ο,τι θέλω εγώ. Για να ξεκουραστώ, να τεμπελιάσω, να καθαρίσω το μυαλό μου...
Μόνο που φέτος ήξερα τι θα μου συνέβαινε το βράδυ. Πέρσι όχι.

Φέτος... Φέτος, το 2014. Φέτος, 1 χρόνο μετά...

Τώρα πάω στο Ραδιομέγαρο συνειδητοποιημένη. Ξέρω. Τι;
Πολλά περισσότερα από αυτά που ήξερα πριν από ακριβώς ένα χρόνο.
Πώς γίνεται μια ραδιοφωνική εκπομπή. Ποιοι είναι αυτοί που τη βγάζουν στον αέρα.
Ποιοι είναι αυτοί που γράφουνε και λένε τις ειδήσεις. Ποιοι και πώς. Το λιγότερο...

Ξέρω τι θα πει ηθική. Ξέρω τι θα πει σεβασμός. Ξέρω τι θα πει αλληλεγγύη. Γιατί έμαθα.
Έμαθα τι είναι η αυτοδιοίκηση, η αυτοοργάνωση. Με όλα τα προβλήματα, τις διαφωνίες, ακόμη και τις έχθρες. Την αγωνία για την επιτυχία.
Το "μέρα τη μέρα": σήμερα εδώ, αύριο πού; Σήμερα με ελπίδα, αύριο κατατσακισμένος. Σήμερα ναι, αλλά αύριο;

Έμαθα τι θα πει να παλεύεις και εσύ για κάτι. Όχι μόνο οι άλλοι για σένα αλλά κι εσύ για τους άλλους και βέβαια και για σένα.
Έμαθα με τον πιο βιωματικό τρόπο. Για λίγο καιρό βρέθηκα στον πυρήνα μιας ιστορίας που γραφόταν και κάπως βοήθησα κι εγώ στη διαμόρφωση της.
Κι έτσι σήμερα μπορώ να πω πώς κάτι ξέρω. Κάτι παραπάνω από πέρσι.

-Τώρα που τέλειωσαν οι πανελλαδικές είσαι έτοιμη για μεγαλύτερο αγώνα; με ρώτησε κάποιος.
-Τώρα που τέλειωσαν οι πανελλαδικές είμαι έτοιμη να δώσω ενδοσχολικές.

"Μαζί πραγματοποιούμε το όνειρο" γράφει το μπλουζάκι που φοράω.
Ποιο όνειρο; Αυτό του καθενός...
Πώς; Μάλλον όχι απέναντι από μια εξέδρα με πολιτικούς αρχηγούς ανάμεσα σε κάποιες εκατοντάδες, ίσως και πάνω από χίλια, άτομα. Για μένα.
Αλλά ίσως και να μην είναι έτσι. 
Το όνειρο κάποιων άλλων πραγματοποιείται έτσι,  όπως φαίνεται.

Φεύγοντας από την Αγία Παρασκευή, όχι στις 2 το πρωί όπως πέρσι, αλλά στις 9 και κάτι, βλέπω ένα κοριτσάκι στο διάζωμα να διαβάζει τα μαθήματά του για αύριο.
Θυμάμαι ότι κι εγώ στις 7 Νοεμβρίου, απέναντι από τα ΜΑΤ, στο ίδιο διάζωμα διάβαζα Ιστορία γιατί την επόμενη μέρα έγραφα. Βγάζω τη φωτογραφική μηχανή.

Και είναι η εικόνα που κρατάω από τις 11 Ιουνίου 2014, ανάμεσα στα κόμματα, τις νεολαίες τους, τους λόγους και τα λογίδρια, τις καντίνες και τις σημαίες.
Ένα κοριτσάκι του δημοτικού που στο διάζωμα κάνει τα μαθήματά του. Αυτό.

Γιατί κάτι μου λέει ότι και αυτό το κοριτσάκι έβλεπε Ουράνιο Τόξο και παιδικά στην ΕΡΤ τα πρωινά. Ότι το όνειρό του είναι πιο κοντά στο όνειρο αυτών των λίγων γραφικών που πιστεύουν πραγματικά ότι αγωνίζονται για την ελεύθερη ενημέρωση και δεν συμμερίζονται τον τρόπο "εορτασμού" αυτού του ενός χρόνου. Βρίσκεται όμως εκεί και τον στηρίζει, γιατί προτιμά να είναι εκεί, κοντά, παρά στο σπίτι και μακριά.

Λάθος, αυτά είναι δικές μου σκέψεις.

"Μαζί πραγματοποιούμε το όνειρο", λοιπόν. Τεντώνω το μπλουζάκι να φαίνεται η στάμπα καλύτερα.
Μαζί, όχι όμως με όλους αυτούς που έχουν συγκεντρωθεί διακόσια μέτρα ποιο πίσω και κρέμονται από τα χείλια των ομιλητών.
Μαζί με ένα κοριτσάκι του δημοτικού που, στο διάζωμα της κλειστής Μεσογείων, διαβάζει για αύριο.
Μαζί με μια χούφτα γραφικούς που στον πρώτο όροφο της πολυκατοικίας απέναντι από το Ραδιομέγαρο κάνουν κάτι που ποτέ ως τώρα δεν έκανε κανείς.

Για ένα χρόνο. Και συνεχίζουν. 
Γιατί έχουν, έχουμε, υποχρέωση να διώξουμε το μαύρο που κάποιος απεφάσισε και διέταξε και επέβαλλε.
Παγκόσμια πρώτη το κλείσιμο της ΕΡΤ, παγκόσμια πρώτη όμως και η αυτοδιαχείρισή της.

Για όλα όσα έζησα λοιπόν, για όλους όσους γνώρισα και για όλα όσα έμαθα, μου δίδαξαν κατά βάση, για να λέμε την αλήθεια. 
Γι αυτά ήμουν χτές στην Αγία Παρασκευή. Και γι αυτά θα συνεχίσω να είμαι. Γιατί αν και δε φαίνεται στην Αθήνα, η ΕΡΤ είναι ανοιχτή στη Θεσσαλονίκη, στη λεωφόρο Στρατού, στην παραλία στο Βόλο, στο Δασύλλιο στην Πάτρα, στη Σούδα στα Χανιά, στο στρατόπεδο στη Λάρισα, στο αεροδρόμιο στη Ζάκυνθο...

Τώρα, ένα χρόνο μετά. Πραγματικά, ποιος θα το πίστευε;

Δευτέρα, 19 Μαΐου 2014

Η αποτίμηση μιας ρομαντικής ψηφοφόρου...

Μια μέρα μετά τις πρώτες εκλογές, όλοι κάνουν την αποτίμησή τους. Όλοι είναι νικητές λένε. Όλοι είναι ευχαριστημένοι με τα αποτελέσματα.
Εγώ το βλέπω κάπως αλλιώς... Καλώς ή κακώς...

Περίμενα να πάω να ψηφίσω με ενθουσιασμό. Ναι ρε σεις! Ψήφιζα για πρώτη φορά και αγωνία είχα και άγχος να μην κάνω λάθος και ενθουσιασμένη ήμουνα. Για πρώτη φορά μπορούσα να κάνω κι εγώ κάτι και να δώσω κι εγώ το περίφημο μήνυμα που παίρνουν όλοι την επομένη των εκλογών. Το "μήνυμα της κάλπης". Ναι καλά...

Περίμενα 20 λεπτά στην ουρά με την ταυτότητα στο χέρι (μην τη χάσω κιόλας και τρέχουμε), μετά μπήκα στο παραβάν, κοίταξα ένα-ένα τα ψηφοδέλτια και τα πετούσα προσεκτικά μέχρι να φτάσω σε αυτό που ήθελα. Έβαλα τους σταυρούς μου όπως μου έλεγαν να το κάνω, δίπλωσα προσεκτικά το χαρτί, το έβαλα στο φάκελο, τράβηξα την ταινία, κόλλησα το φάκελο προσεκτικά και καλά και βγήκα από το παραβάν. Πήγα στις κάλπες, προσέχοντας να ρίξω το φάκελο στη σωστή, τράβηξα το βιβλίο που ήταν στο καπάκι, έβαλα το φάκελο στη σχισμή και τον άφησα να πέσει. Πήρα τον επόμενο, για την περιφέρεια τώρα, και επανέλαβα την ίδια διαδικασία. Παραβάν, διαλογή, πέταμα, σταυροί, δίπλωμα, ταινία, παραβάν, κάλπη, σχισμή, μέσα. Ο δικαστικός αντιπρόσωπος μου επέστρεψε την ταυτότητα, μου ευχήθηκε "καλή αρχή" και βγήκα από την αίθουσα. Τι; Αυτό ήταν;

Αυτό ήταν! Είχα ψηφίσει! Ωραίο συναίσθημα, δε λέω. Νιώθεις λίγο πιο μεγάλος, λίγο πιο υπεύθυνος, λίγο πιο ενήλικος βρε παιδί μου! Ψηφίζεις όχι το φίλο σου για το 5μελές και το 15μελές του σχολείου, αλλά το δήμαρχο και τον περιφερειάρχη, άλλο το'να, άλλο τ'άλλο.

Ψήφισα λοιπόν, γύρισα σπίτι και περίμενα να κλείσουν οι κάλπες για να μαζευτούμε όλοι μαζί για την παραδοσιακή "εκλογική βραδιά". Τηλεόραση, πίτσα, πλάκες, σχόλια του τύπου "στο'χα πει ότι θα έπεφταν έξω οι δημοσκοπήσεις, δε στο'χα πει;", "κοίτα το μαλάκα τον Έλληνα τι ψηφίζει...", "δεν το συζητώ, εγώ πληρώνω τις πίτσες!","την άλλη Κυριακή να έρθετε σε μας, να φέρετε και το σκύλο, να δούμε από'κει τα αποτελέσματα." και λοιπά, και λοιπά, και λοιπά... Κάθε φορά τα ίδια...

Όχι όμως φέτος! Φέτος κάτι θα άλλαζε, δε μπορεί! Όλα δείχνανε ότι ο κόσμος αυτή τη φορά είχε κάπως συνειδητοποιήσει την κατάσταση. Ότι θα ψήφιζε σοφά και δε θα ήταν μαζόχας και, τουλάχιστον, θα πήγαινε να ψηφίσει, δε θα είχαμε μεγάλη αποχή, γιατί ήταν κρίσιμες οι εκλογές και λοιπά, και λοιπά, και λοιπά...

Ναι καλά. Είδα και τα έξιτ πολ, είδα και τα αποτελέσματα, είδα και την αποχή. Εντάξει, το παραδέχομαι, πετούσα σε ένα παράλληλο σύμπαν. Ήμουν κάπου άλλου, σε μια φούσκα, σ'ένα σύννεφο, πάντως όχι στην Ελλάδα του 2014.

Τι θα έκανε ο Έλληνας;

Θα πήγαινε να ψηφίσει; Χα! Με καλό καιρό; Στην παραλία πήγε. Στο 50% η συμμετοχή στην Αθήνα. "Μα καλά, οι άλλοι μισοί χεστήκανε; Δε ζουν στην Αθήνα αυτοί; Γιατί δεν ψηφίσανε; Υποχρέωσή τους δεν είναι;"
Ψυχρά βλέμματα και ανασηκωμένα φρύδια. Ναι, χεστήκανε. Μην ακούσω κανέναν τους όμως να πει κουβέντα και να παραπονεθεί τα επόμενα 4 χρόνια. Κιχ! Τσιμουδιά δε θέλω! Αν ήθελαν να μιλήσουν ας ψήφιζαν, να μας λέγανε και τη γνώμη τους.

Δε θα ήταν μαζόχας; Ποιος; Όχι κύριε! Ο Έλληνας έχει παιδεία. Ποδοσφαιρική.

Τα είδα τα αποτελέσματα. Περηφάνια. Περηφάνια που μου τρέχει από τα μπατζάκια. Περηφάνια για τους συμπολίτες μου.

Ναι, πίστευα ότι... Ερμηνεύστε εσείς "το μήνυμα της κάλπης" τώρα. Εγώ το ερμήνευσα. Και το τραγικό είναι ότι δεν μας ψεκάζουν. Δεν έχουμε καμιά δικαιολογία.

Δεν μπορούμε να είμαστε ούτε καν ρομαντικοί...

ΤΟ ΘΕΑΤΡΟ ΤΟΥ ΠΑΡΑΛΟΓΟΥ


Μα δεν βλέπεις;
δεν ακούς; Τυφλός υπήρξες κι όμως είδες Σα να σουνα κωφάλαλος εκ γενετής Αγνόησες τον φυσικό τον νόμο! Ανόητε, δεν το είδες να έρχεται; Εγώ σε έφτιαξα για να θρέφομαι Εγώ σε έφτιαξα για μένα. Επιπόλαιε, πως σου ξέφυγε; Δεν υπήρξες τίποτα παρά τροφή, Ένα πείραμα υποδούλωσης. Κι εγώ που νόμιζα πως θα δυσκολευτώ, Πως εμπόδια θα βρω στο δρόμο. Εσύ μου άνοιξες την πύλη σου οικειοθελώς Και μου φέρθηκες σαν να μουν φίλος και όχι εχθρός. Απελπισμένε, τόσα έχεις περάσει κι ακόμα σηκώνεις κεφάλι Αφέσου επιτέλους στης ήττας σου την ζάλη! Μην γαβγίζεις σαν άγριο σκυλί Γιατί για κάθε αδέσποτο υπάρχει ένας μπόγιας να το πειθαρχεί. Μην αρνήσαι να προσαρμοστείς Μην φοβάσαι να παραιτηθείς Μην νομίσεις πως έχεις το δικαίωμα να επαναστατείς. Αφελής υπήρξες, Μα δεν ξέρεις πως άμα προσφέρεις χάρες περιμένεις ανταλλάγματα; Επειδή δεν σου έθεσα κατευθείαν τις απαντήσεις μου νόμισες πως δεν είχες χρέος απέναντι μου; Γελάστηκες αγαπητέ! Ανόητε, νόμισες πως ήσουν ελεύθερος! Δέξου λοιπόν πως είσαι ασθενής, Άρρωστος από αρρώστιες πάσης φύσης και εποχής. Ο κορμός σου ασφυκτιά Από ζιζάνια κι αρπακτικά. Άσε με λοιπόν να εφαρμόσω τη δική μου συνταγή Για μια κοινωνία ,για μένα, ουτοπική Δεν έχεις πια τη δύναμη να αντισταθείς, Έπεσες σε λήθαργο νωρίς. Στη λίμνη της άγνοιας σου , μόνος νικητής.

Τρίτη, 6 Μαΐου 2014

Όταν ένα λαστιχάκι έσκασε στα μούτρα μου...

Στο ίντερνετ γενικότερα και ιδιαίτερα στο facebook (ή "φου-μπου" κατά κάποιους) κυκλοφορούν διάφορα σχολιάκια, με τη μορφή φωτοσοπιαρισμένων φωτογραφιών, σκίτσων, κακοφτιαγμένων εικόνων και πάει λέγοντας, που καταγράφουν υπαρξιακές αγωνίες, "σοφίες" και σοφίσματα και πλήθος απελοφιλοσοφιών.

Ένα τέτοιο δημοσίευμα ανακάλυψα πριν από μια βδομάδα να κυκλοφορεί και να γίνεται ανάρπαστο.
"Η ζωή" λέει "είναι σαν ένα λαστιχάκι που το τραβάς κι από τις δυο μεριές και κάποια στιγμή φεύγει από τα χέρια σου και δεν ξέρεις πού θα καταλήξει."

Δεν κατάλαβα γιατί η ζωή είναι σαν ένα λαστιχάκι, ούτε γιατί το τραβάς κι από τις δυο μεριές, αλλά το "ποστ" μου φάνηκε τόσο ηλίθιο που το θυμόμουνα για πολύ καιρό ακόμα.

Τελικά το ξαναθυμήθηκα σήμερα, σε τελείως άλλο πλαίσιο και για τελείως άλλους λόγους.

Ας αφήσουμε το λαστιχάκι για λίγο, θα επανέρθω σ'αυτό αργότερα, κι ας πάμε σε κάτι άλλο.

Σε μια ραδιοφωνική εκπομπή της ελεύθερης ΕΡΑ (www.ertopen.com) ο παραγωγός και καπετάνιος στα ραδιοφωνικά μας ταξίδια είχε θέσει το ερώτημα "Υπάρχει ευτυχία;"

Η γενικότερη απάντηση που βγήκε μέσα από τις ψαγμένες, και πολλές από αυτές αμπελοφιλοσοφημένες, απαντήσεις που δόθηκαν ήταν μάλλον σοφή: 
Υπάρχει ευτυχία, αλλά η ευτυχία δεν είναι μόνιμη, κάνει κύκλους και εναλλάσσεται με τη δυστυχία, ώστε να μπορέσουμε να την εκτιμήσουμε ακόμη περισσότερο όταν τη βρούμε.

Εξ εμπειρίας, η απάντηση είναι σωστή. Η ζωή κάνει κύκλους. Περνάς από την ευτυχισμένη περίοδο στη δυστυχισμένη και τούμπαλιν. Αν μάλιστα είσαι τόσο συνειδητοποιημένος ώστε να καταλαβαίνεις πότε είσαι στην ευτυχισμένη περίοδό σου και να το απολαμβάνεις όσο περισσότερο μπορείς, τότε τόσο το καλύτερο για σένα.

Η μετάβαση από τη μια περίοδο στην άλλη έρχεται εκεί που δεν το περιμένεις: Την πιο ευτυχισμένη στιγμή, όταν νομίζεις ότι, επιτέλους, όλα πάνε καλά, όταν πιστεύεις ότι έχεις μπει σε μια σειρά και κανονίζεις τη ζωή σου σύμφωνα με αυτή τη σειρά, κάποιος σαδιστής φαρσέρ σου τραβάει το χαλί κάτω από τα πόδια με δύναμη και σκας στο πέτρινο πάτωμα με το κεφάλι.

Ένας θάνατος, ένας χωρισμός, ένας τσακωμός, μπορεί να είναι η κατραπακιά που έφαγες. Το καρούμπαλο είναι εκεί, μεγάλο και κόκκινο και πονάει, με λίγο πάγο όμως και ένα ωραίο καπέλο το κάνεις να μη φαίνεται και συνεχίζεις να ζεις. Ή τουλάχιστον προσπαθείς. 

Σκέψου τώρα πάνω σ'αυτό το καρούμπαλο να χτυπάει κάθε φορά κάτι ακόμα. Πίεση, άγχος, ανάγκη να ξεσπάσεις σε κάποιον, σε κάτι, κάπου! Το καρούμπαλο πονάει τόσο, ακόμη κι όταν δεν το σκέφτεσαι. Και σαν να μην έφτανε αυτό έχεις στο μεταξύ γεμίσει μελανιές και στο υπόλοιπο σώμα γιατί όταν σε βρίσκει ένα πράγμα, ξαφνικά συμβαίνουν άλλα χίλια.

Κι έτσι όπως ψάχνεις τρόπο για να γιατρέψεις τουλάχιστον τις μελανιές (γιατί το καρούμπαλο έχει ξεπεράσει κατά πολύ τις δικιές σου δυνατότητες και πιστεύεις πια μόνο στην αυτοΐαση, οπότε το καλύπτεις και το αφήνεις να κάθεται), απευθύνεσαι σε δυο-τρεις καλούς φίλους.

Σου συστήνουν αλοιφές κ ματζούνια και κάποιοι προθυμοποιούνται και να στις απλώσουν για να σε ανακουφίσουν. Νιώθεις καλύτερα και αποφασίζεις να ασχοληθείς με το καταραμένο το καρούμπαλο που κάνει το κεφάλι σου βαρύ, το μυαλό μουδιασμένο και τη διάθεσή σου σκατά.

Όσο όμως περισσότερο το πιέζεις για να μικρύνει και να εξαφανιστεί, τόσο αυτό σε επηρεάζει. Μία σου και μία του, σιγά μη φύγει από το κεφάλι σου τώρα που εγκαταστάθηκε. 

Κι εσύ, αντί να βρίσεις το σαδιστή φαρσέρ που σου τράβηξε το χαλί και έπεσες, πας και βρίζεις αυτόν που τελευταίος το ακούμπησε για να δει πώς είναι...

Εδώ κολλάει εκείνο το περίφημο λαστιχάκι. Θες να ξεχαστείς και το δίνεις σε έναν φίλο για να παίξετε. Το καρούμπαλο όμως έχει επηρεάσει τόσο τον κακό σου εαυτό που βγαίνει στη φόρα πιο αβίαστα από ποτέ. Τραβάς το λαστιχάκι τόσο δυνατά που φεύγει από τα χέρια και των δυο σας (τα δικά σου και του φίλου) και....
 Σκάει μεγαλόπρεπα στη μούρη σου!

Μπράβο σου! Ωραία τα κατάφερες πάλι. Μελανιές, σημαδεμένη φάτσα κι ένα μεγάλο καρούμπαλο. Καλά, για το καρούμπαλο δε φταις εσύ, αλλά για όλα τα άλλα;

Σίγουρα μπορείς να τα κάνεις και χειρότερα. Τι θα έλεγες όμως για μια μικρή βελτιωσούλα. Τουλάχιστον να μην αφήσεις άλλα λαστιχάκια να φύγουν από τα χέρια σου για να σκάσουν στη μούρη σου. 
Γιατί την επόμενη φορά μπορεί να μη σκάσει πάνω σε σένα...

Τρίτη, 29 Απριλίου 2014

Η ελευθερία μέσα από ένα γλάρο,δυο πόδια και ένα ρυθμό

Επανάσταση είναι ο χορός των ανθώπων στο ρυθμό των ποδιών τους.
Η βάση που τους ορίζει δεν είναι τίποτα παραπάνω από τους ίδιους και η αγαπη τους για το άγνωστο γίνεται οδοιπόρος στη ζωή τους.
Το συναίσθημά τους το ξεβράζουν όπως η θάλασσα τα ξύλα ενός σαπισμένου καραβιού και το σέβονται όπως ο Ινδός το σιτάρ του.
Γεννιούνται άγραφοι για να πεθάνουν βαμμένοι στους χρωματισμούς της ζωής,στο κόκκινο του έρωτα,το πράσινο της φύσης,το κίτρινο του ήλιου,το μπλε της θάλασσας και το μαβί του δειλινού
Κοίτα το γλαρόνι με πόση ελευθερία ανοίγει τα φτερά του!
Για το γλαρόνι τα φτερά του είναι η επανάστασή του,όπως για τον άνθρωπο τα πόδια του!
Το να εγκλωβίσει ο γλάρος τα φτερά του είναι πέρα από τη φύση του..και όταν ο άνθρωπος εγκλωβίζει τα πόδια του,εγκλωβίζει τη ψυχή του και το μυαλό του..Γιατί με τα πόδια περπατάμε πρώτη φορά και έκτοτε γνωρίζουμε..
Ώσπου να βρούμε το ρυθμό για την προσωπική επανάσταση

Δίστοιχο #1

Λες πως είσαι θερμόαιμος
Μα το βλέμμα σου ψυχρό

Δευτέρα, 28 Απριλίου 2014

Μια συνηθισμένη μέρα

Κοιτάς από το παράθυρο, τους στύλους των πινακίδων που περνούν. Κατεβαίνεις στην επόμενη στάση. Σηκώνεσαι, κάποιος θα πάρει αμέσως τη θέση που άφησες. Πατάς το κόκκινο κουμπί και ελέγχεις αν όντως το φως της στάσης άναψε πάνω από την πόρτα. Το λεωφορείο σταματά, ο κόσμος παραμερίζει απρόθυμα, κατεβαίνεις. 

Η στάση για το επόμενο λεωφορείο ένα τετράγωνο μακριά. Βιάζεσαι. Το λεωφορείο πέρασε; Το έχασες; Μήπως περνά τώρα; Λες να το προλαβαίνεις; Τρέχεις. Στρίβεις στη γωνία. Η στάση στα 200 μέτρα, στα 100, στα 50... Μπουλούκι ο κόσμος περιμένει, Σε κοιτούν να τρέχεις και να φτάνεις, χωρίς έκφραση και μετά γυρνούν αλλού το κεφάλι. Κάτι άλλο τράβηξε την προσοχή τους. 

Ακουμπάς στο στύλο της ΔΕΗ και σταυρώνεις τα χέρια στο στήθος. Η τσάντα ανάμεσα στα πόδια σου. Το σκέφτεσαι λίγο και τη στιγμή που δεν κοιτά κανείς σκύβεις και βγάζεις τα ακουστικά και τη μουσική. Ξανασηκώνεσαι, ξανασταυρώνεις τα χέρια στο στήθος και κοιτάς επίμονα προς τα εκεί απ' ΄που θα εμφανιστεί το λεωφορείο. Λες κι άμα το κοιτάξεις πολύ θα έρθει γρηγορότερα.

Από μακριά κάποιος άλλος πλησιάζει τρέχοντας. Απέχει από η στάση 200 μέτρα, 100, 50... Τον κοιτάς να φτάνει χωρίς έκφραση, όπως σε κοιτούσαν κι εσένα. Αναμειγνύεται με το μπουλούκι, γυρνάς αλλού το κεφάλι. Κάτι άλλο τράβηξε την προσοχή σου.

Κάποια στιγμή επιτέλους το λεωφορείο εμφανίζεται. Όλοι κινούνται μηχανικά προς την άκρη του πεζοδρομίου. Οι πόρτες ανοίγουν. Το μπουλούκι ορμάει μέσα, δεν τους νοιάζουν αυτοί που προσπαθούν να κατέβουν. "Προτεραιότητα έχει πάντα αυτός που βγαίνει". Κάνεις στην άκρη, αφού βγουν όλοι μπαίνεις κι εσύ και κατευθύνεσαι προς ένα κενό στο βάθος, δίπλα στη θέση των αναπήρων.

Ακουμπάς την πλάτη στο παράθυρο και κρατάς την τσάντα μπροστά σου. Πας να αλλάξεις τραγούδι. Αντιλαμβάνεσαι ότι η κυρία δίπλα σου κοιτάει κι αυτή τη μικρή οθόνη. Επιλέγεις ένα τραγούδι που λες ότι θα της αρέσει και ξαναβάζεις το MP3 στην τσέπη σου. Η κύρια απομακρύνεται ανεπαίσθητα από δίπλα σου.

Το τραγούδι σ'αρέσει και χτυπάς το χέρι με ρυθμό πάνω στον κίτρινο στύλο του λεωφορείου. Μια ηλικιωμένη κυρία από απέναντι σε κοιτά ενοχλημένη. Σταματάς και αρχίζεις να κρατάς το ρυθμό με το αριστερό πόδι. Ο κύριος που κάθεται αριστερά σου σε κοιτά ενοχλημένος. Σταυρώνεις τα χέρια μπροστά σου και δεν κάνεις τελικά τίποτα.

Ο κύριος που ενοχλήθηκε σηκώνεται και κατεβαίνει στην επόμενη στάση. Την θέση του τρέχει να πιάσει μια μέσης ηλικίας κυρία με γυαλιά ηλίου. Η κυρία με την καμπουριασμένη πλάτη που μόλις πήγε να κάτσει υποχρεώνεται να μείνει όρθια. Κανείς δεν της δίνει τη θέση του. Η κυρία που μόλις κάθισε κοιτά γύρω της θριαμβευτικά. Δεν της δίνει κανείς σημασία.

Στη στάση μπαίνει ένας μετανάστης. Πακιστανός; Άραβας; ποιος ξέρει. Όλοι τον κοιτούν με γουρλωμένα μάτια. Με το βλέμμα χαμηλά στέκεται όπου υπάρχει λίγος χώρος. Μια καλοντυμένη κυρία γύρω στα 65 που στέκεται πίσω του με έναν μεγάλο σταυρό που κρέμεται στο στήθος της, έξω από την μπλούζα, κουνάει με ενόχληση την παλάμη μπροστά στη μύτη της. 
"Βρομάει". Λέει αρκετά δυνατά και ένας συνομήλικός της κύριος την επικροτεί κουνώντας καταφατικά το κεφάλι.

Η στάση σου έρχεται. Τους ρίχνεις μια άγρια ματιά, ζητάς ευγενικά συγγνώμη από τον -μάλλον Πακιστανό, κοντά στα 25- που στέκεται μπροστά σου. Σπρώχνεις τον κύριο και τη κυρία και κατεβαίνεις μπροστά στην εκκλησία. 

Ο κύριος και η κυρία με την ευαίσθητη μύτη κοιτιούνται με απορία. Βλέπουν την εκκλησία και σπεύδουν να σταυροκοπηθούν. Η κυρία που θριαμβευτικά πήρε το άδειο κάθισμα στα αριστερά σου κάνει το σταυρό της με μεγάλες θεαματικές κινήσεις.

Οι πόρτες κλείνουν και το λεωφορείο φεύγει. Έφτασες. Παίρνεις μια βαθιά ανάσα φρέσκου αέρα και περνάς το δρόμο. Κοιτάς την εκκλησία. Άραγε αισθάνονται εντάξει απέναντι στο θεό τους όταν σταυροκοπιούνται μπροστά στο σύμβολό του αμέσως μόλις φέρθηκαν άσχημα στον διπλανό τους;

Σίγουρα ναι. Αφού κατάφεραν να φανούν σπουδαίοι. Δεν πειράζει που επιβλήθηκαν σε κάποιον πιο αδύναμο. Φτάνει που επιβλήθηκαν. Βγάζεις τα κλειδιά κι ανοίγεις την εξώπορτα. Καλείς το ασανσέρ. Θα μπορούσες να είχες μιλήσει όταν η κυρία που δεν μπορούσε να περπατήσει έμεινε όρθια. Βγαίνεις στον τρίτο και ξεκλειδώνεις με το κλειδί ασφαλείας. Θα μπορούσες να είχες υπερασπιστεί το νεαρό Πακιστανό από τους συνεπιβάτες με την ευαίσθητη μύτη. Μπαίνεις μέσα κι ανοίγεις όλα τα παράθυρα.

Θα μπορούσες, αλλά δεν το έκανες. Μπορεί να μην πετύχαινες τίποτα. Μα θα είχες προσπαθήσει. Τώρα ούτε καν προσπάθησες. Γιατί;

Κυριακή, 23 Μαρτίου 2014

Δαρείος - Κ.Π.Καβάφης

Ο ποιητής Φερνάζης το σπουδαίον μέρος
του επικού ποιήματός του κάμνει.
Το πώς την βασιλεία των Περσών
παρέλαβε ο Δαρείος Υστάσπου. (Aπό αυτόν
κατάγεται ο ένδοξός μας βασιλεύς,
ο Μιθριδάτης, Διόνυσος κ’ Ευπάτωρ). Aλλ’ εδώ
χρειάζεται φιλοσοφία· πρέπει ν’ αναλύσει
τα αισθήματα που θα είχεν ο Δαρείος:
ίσως υπεροψίαν και μέθην· όχι όμως — μάλλον
σαν κατανόησι της ματαιότητος των μεγαλείων.
Βαθέως σκέπτεται το πράγμα ο ποιητής.

Aλλά τον διακόπτει ο υπηρέτης του που μπαίνει
τρέχοντας, και την βαρυσήμαντην είδησι αγγέλλει.
Άρχισε ο πόλεμος με τους Pωμαίους.
Το πλείστον του στρατού μας πέρασε τα σύνορα.

Ο ποιητής μένει ενεός. Τι συμφορά!
Πού τώρα ο ένδοξός μας βασιλεύς,
ο Μιθριδάτης, Διόνυσος κ’ Ευπάτωρ,
μ’ ελληνικά ποιήματα ν’ ασχοληθεί.
Μέσα σε πόλεμο — φαντάσου, ελληνικά ποιήματα.

Aδημονεί ο Φερνάζης. Aτυχία!
Εκεί που το είχε θετικό με τον «Δαρείο»
ν’ αναδειχθεί, και τους επικριτάς του,
τους φθονερούς, τελειωτικά ν’ αποστομώσει.
Τι αναβολή, τι αναβολή στα σχέδιά του.

Και νάταν μόνο αναβολή, πάλι καλά.
Aλλά να δούμε αν έχουμε κι ασφάλεια
στην Aμισό. Δεν είναι πολιτεία εκτάκτως οχυρή.
Είναι φρικτότατοι εχθροί οι Pωμαίοι.
Μπορούμε να τα βγάλουμε μ’ αυτούς,
οι Καππαδόκες; Γένεται ποτέ;
Είναι να μετρηθούμε τώρα με τες λεγεώνες;
Θεοί μεγάλοι, της Aσίας προστάται, βοηθήστε μας.—

Όμως μες σ’ όλη του την ταραχή και το κακό,
επίμονα κ’ η ποιητική ιδέα πάει κι έρχεται —
το πιθανότερο είναι, βέβαια, υπεροψίαν και μέθην·
υπεροψίαν και μέθην θα είχεν ο Δαρείος. 

74 π.Χ Αμισός, Καππαδοκία.

Ο ποιητής Φερνάζης έχει ένα ποίημα να γράψει. Ένα σπουδαίο ποίημα για το μεγαλύτερο Πέρση βασιλιά. Για το Δαρείο. Φυσικά, ο Δαρείος έχει εδώ και χρόνια πεθάνει, στο Μιθριδάτη –Διόνυσο και Ευπάτωρ- θα αναφέρεται το δημιούργημά του. Στο Μιθριδάτη, το μεγάλο, πανίσχυρο Καππαδόκη βασιλιά που τόλμησε να τα βάλει με ολόκληρη τη ρωμαϊκή αυτοκρατορία ήδη δύο φορές.
Ναι, γράφοντας το «Δαρείο» του ο Φερνάζης θα γίνει ο πιο γνωστός, ο πιο τιμημένος από τους ποιητές της αυλής! Κανείς δε θα τολμά να τον αμφισβητήσει! Θα γίνει προστατευόμενος του ίδιου του μεγάλου Μιθριδάτη!
Ένα μόνο πρόβλημα έχει ο ποιητής και δεν μπορεί να ολοκληρώσει το ποίημά του. Πέντε μέρες τώρα τον απασχολεί και λύση δε βρίσκει. Θέλει σε άλλες δυο μέρες να έχει τελειώσει με το ποίημα, δε θέλει να καθυστερήσει πολύ. Ούτε όμως μπορεί να ξεπεράσει το πρόβλημά του. Να γράψει πώς πραγματικά πήρε ο Δαρείος την εξουσία –σκοτώνοντας όλους τους άλλους υποψήφιους βασιλιάδες- ή αυτό θα θυμίσει στο Μιθριδάτη –Διόνυσο και Ευπάτωρ- πώς κατέλαβε ο ίδιος την εξουσία σκοτώνοντας τη μητέρα και τον αδερφό του και θα στοιχίσει το κεφάλι στον ποιητή;
Τίποτα. Όσο κι αν το σκέφτεται ο Φερνάζης δεν μπορεί να λύσει το πρόβλημά του. Και τότε, τη στιγμή της μεγάλης σκέψης και σύσκεψης με τον εαυτό του η πόρτα ανοίγει απότομα. Ο υπηρέτης που μπήκε μέσα είναι κόκκινος και λαχανιασμένος.
-          Πόλεμος! Έγινε ο πόλεμος με τους Ρωμαίους. Ο στρατός έχει αρχίσει να οπισθοχωρεί. Βρίσκονται μέσα από τα σύνορα.

Δεν μπορεί να το πιστέψει ο Φερνάζης! Τώρα βρήκε κι αυτός ο Μιθριδάτης –Διόνυσος βέβαια και Ευπάτωρ- αλλά τώρα βρήκε να κάνει πόλεμο με τους Ρωμαίους; Πάει το ποίημα του Φερνάζη. Τώρα κανείς δε θα έχει όρεξη να ασχοληθεί μαζί του… Πάει ο θρίαμβος, πάει ο θαυμασμός, πάει η προστασία από το βασιλιά…
Κι αφού ο στρατός υποχωρεί… Η Αμισός δε θ’αργήσει να πέσει στα χέρια των Ρωμαίων και τότε…

Τότε μια ιδέα έρχεται στο Φερνάζη. Φυσικά και θα γράψει την αλήθεια για το Δαρείο! Ποιος ο λόγος να μην το κάνει; Ο Μιθριδάτης, πάει, ξόφλησε πια. Οι Ρωμαίοι θα κερδίσουν τον πόλεμο, θα σκοτώσουν το Μιθριδάτη και όλους τους προστατευομένους του. Τι τύχη να έρθει αυτή τη στιγμή ο πόλεμος!

Δεν αργεί να ετοιμαστεί και το ποίημα του Φερνάζη. Το αντιγράφει δυο φορές και καλεί αγγελιοφόρο. Το ένα αντίτυπο το στέλνει στον Πομπηίο, το μεγάλο Πομπηίο, το Ρωμαίο Αυτοκράτορα! Το άλλο αποφασίζει να το πάρει μαζί του. Συσκευάζει και τα πιο απαραίτητα από τα πράγματά του, βγάζει από όλες τις κρυψώνες τα πολύτιμα αντικείμενα και τα λεφτά του και είναι έτοιμος να αναχωρήσει για την Ελλάδα. Ο ίδιος ξέρει ελληνικά και η Ελλάδα είναι ρωμαϊκή επαρχία. Ίσως από εκεί μπορέσει να φτάσει τελικά στη Ρώμη και να γράψει ένα ποίημα για τον Πομπηίο, το μεγάλο Πομπηίο, το Ρωμαίο Αυτοκράτορα. Ένα ποίημα καλύτερο από όλα όσα έγραφαν οι Ρωμαίοι ποιητές του παλατιού…

Μια λεπτομέρεια του μένει του Φερνάζη πριν εγκαταλείψει οριστικά το παλάτι του Μιθριδάτη. Έχει κρατήσει όλα τα ποιήματα που έχει γράψει σε αντίγραφα, αρχειοθετημένα προσεκτικά στο γραφείο του… Παίρνει όλους τους παπύρους με τα ποιήματά του και λίγη ίσκα.

Ο Φερνάζης είναι τώρα ποιητής προς τιμήν του Πομπηίου, του μεγάλου Πομπηίου, του Ρωμαίου αυτοκράτορα.

Όμως, καλέ μου Φερνάζη, ξέχασες κάτι βασικό. Ποιος σε περίοδο πολέμου με κολακευτικά κι ελληνικά ποιήματα να ασχοληθεί;

Πού πας; Πώς θα σώσεις τον εαυτό σου; Θα σώσεις άραγε ποτέ τον εαυτό σου;