Παρασκευή, 24 Ιανουαρίου 2014

Μεσημέρι Πέμπτης

Από το τζάμι σε κοιτώ
Στητός και άκαμπτος
Σαν στρατιωτάκι που του δίνουν διαταγές

Ανεβαίνεις,κάθεσαι,σηκώνεσαι
Είσαι για λίγο μόνος
Το βλέμμα σου κουρασμένο,θολό
Τα χρώματα στα μάτια σου μπερδεύονται

Κοιτάς γύρω σου
Τα μάτια σου πονούν.
Η ψυχή σου άραγε πονά;
Άλλη μια μέρα...

Κι ύστερα θα ρθουν οι άλλοι
Και συ θα γελάσεις
Με το γνωστό,αυτάρεσκο ύφος
Που κρύβει μέσα του
Την πιο βαθιά ανασφάλεια

Κάπου τα βλέμματά μας συναντήθηκαν...

Φαρμακονήσι

Είναι γνωστό ότι οι Έλληνες έχουμε ιδιαίτερα "κακή" ιστορική μνήμη. Η κακή μνήμη μας όμως τυχαίνει να είναι και επιλεκτική. Συμβαίνει, δηλαδή, όλως τυχαίως, να ξεχνάμε κάποια γεγονότα και κάποιους ανθρώπους, ενώ, όλως τυχαίως, συμβαίνει να θυμόμαστε μέχρι και την τελευταία λεπτομέρεια από άλλα γεγονότα και άλλους ανθρώπους. Κοινώς, ό,τι μας συμφέρει το κρατάμε ανεξίτηλο στη μνήμη μας και το κάνουμε επέτειο, γιορτή και μέρα χαράς, ενώ ότι είναι ενάντια στο συμφέρον μας το κρύβουμε επιμελώς κάτω από το χαλί και προσποιούμαστε ότι δε συνέβη ποτέ, μέχρι να ξεχάσουμε πραγματικά ότι συνέβη και να μην έχουμε και τις τύψεις ότι αποκρύπτουμε γεγονότα και παραποιούμε την ιστορία.

Ακόμη, οι Έλληνες θεωρούμαστε ένας από τους πιο φιλόξενους λαούς. Ήδη από τα ομηρικά έπη καταγράφεται το τυπικό της φιλοξενίας, σύμφωνα με το οποίο ο οικοδεσπότης πρώτα περιποιούνταν τον ξένο κι έπειτα ρωτούσε να μάθει το λόγο της επισκέψεώς του και την ταυτότητά του. Και αυτή η φιλική διάθεση συνεχίστηκε μέσα στους αιώνες και πέρασε μέσα στο "πολιτισμικό μας DNA", όπως λένε.

Τι συνέβη όμως τελικά με μας; Μεταλλάχθηκε το DNA μας; Μίκρυνε πια τόσο πολύ η ιστορική μας μνήμη;

Έτσι φαίνεται. Ο προστάτης του ξένου ο Ξένιος Ζευς έγινε πρόγραμμα κατατρεγμού του. Και όσο για τον φιλόξενο Έλληνα... Αυτός εδώ και καιρό έχει κλείσει πόρτες και παράθυρα και προσποιείται ότι δεν είναι μέσα. Δεν απαντά σε όσους του χτυπούν την πόρτα. 

Κι ακόμα χειρότερα, από τις μισάνοιχτες γρίλιες του εκτοξεύει ό,τι μπορεί για να κρατήσει τον "άλλον" μακριά του.
Ξέχασε αυτό που για χρόνια κρατούσε μέσα του ως μια από τις πολυτιμότερες ιστορικές του μνήμες. Ξέχασε ότι κάποτε είχε βρεθεί κι εκείνος έξω από ένα ίδιο κλειστό σπίτι όπου κανείς δεν του άνοιγε την πόρτα κι ας ήταν κάποιος μέσα, όταν έφευγε μετανάστης για την Αμερική, την Αυστραλία και τη Γερμανία. Ξέχασε ότι παλιότερα ήταν ο ίδιος κάτοχος του σπιτιού και τον πετάξανε έξω με τη βία. Ξέχασε ότι υπήρξε κι ο ίδιος ένας ανεπιθύμητος πρόσφυγας.

Κι αφού ξέχασε, άγνωστο το πώς και το γιατί. Κι αφού "μεταλλάχτηκε", ήρθε η ώρα να κάνει κι εκείνος ό,τι του έκαναν.
Μα πώς ξέχασε; Πώς άφησε να ξεχάσει; Να μεταλλαχτεί; 
Και ποιος μπορεί πια να του θυμίσει; Να τον κάνει να δει; Ή μάλλον... να ξαναδεί.
Ο Ζευς να ξαναγίνει Ξένιος. Ο Έλληνας φιλόξενος. Κι ο πρόσφυγας άνθρωπος. Όχι "λαθραίος". Κανένας άνθρωπος δεν μπορεί να είναι λαθραίος. Αυτός ο όρος δεν είναι δόκιμος για έναν άνθρωπο.

Τρίτη, 21 Ιανουαρίου 2014

Το δέντρο

Θα 'θελα να 'χα ένα δέντρο
Ψηλό,με στιβαρά κλαδιά
Ν'ανεβαίνω,ν' ανεβαίνω
Και ν'ατενίζω ένα γεμάτο ορίζοντα

Να βλέπω τα μωρά
Να περπατάνε για πρώτη φορά
Πιο δειλά αρχικά,μετά πιο θαρρετά
Και οι γονείς να μη φωνάζουν 《Μην πας μακριά》

Αντίθετα, να λένε
《Πήγαινε ν'ανακαλύψεις τον κόσμο σου,παιδί μου
Και γω συνοδοιπόρος,φύλακας άγγελος και βοηθός
Θα 'μαι 'κει όταν χτυπήσεις,θα 'μαι 'κει όταν πληγωθείς
Και θα είμαι αυτός που θα σου πει:Τράβα μπροστά》

Και όταν τα μωρά γίνουν παιδιά
Μακριά απ' τα "μη" και τα "αλλά"
Να χαίρονται το καλοκαίρι της ψυχής
Και να μεγαλώνουν,να μεγαλώνουν

Κι όταν ξαφνικά βρεθούν μπροστά
στην άμμο του χρόνου που κυλά
Και δεν μπορούν ν'αντισταθούν
στα χρόνια που περνούν

Να λένε 《Εγώ είμαι εδώ και η ψυχή μου
Αναπόσπαστοι περπατάμε στις δροσοσταλίδες των χρόνων
Μαζί με άλλες ψυχές που θ'αγαπήσουμε
Θα χρωματίσουμε τα πέταλα της ζωής》

Και 'γω απ'το δέντρο θα κοιτώ
Και θα γελώ και θα ζητώ
Να ρθει σε μένα μια ψυχή
Να μου πει 《Τί κάνεις εκεί;》

-Ατενίζω το γεμάτο ορίζοντα
-Έλα να ζήσεις το γεμάτο ορίζοντα
-Κι αν φοβάμαι τη ζωή;
-Θα σε μάθω εγώ να μην φοβάσαι

Κι αυτό,είτε φιλία είναι είτ'έρωτας
Με κατεβάζει από το δέντρο μου
Βάζει την καρδιά στα μάτια μου
Τ'αγαπώ και μ'αγαπά

Μα εγώ θα επιστρέφω στο δέντρο μου
Να χαϊδεύω τον κορμό του
Τα στιβαρά κλαδιά του
Και ν'αφήνω ανθρώπους ν'ανεβαίνουν μαζί μου
Να ζούμε τον γεμάτο ορίζοντα.

Δευτέρα, 20 Ιανουαρίου 2014

Μια μέρα χαράς!

Και στριφογυρίζαμε! Στριφογυρίζαμε!
Και όσο πιο γρήγορα πηγαίναμε, τόσο τα βάρη έφευγαν,
έπεφταν στη θάλασσα και χάνονταν.
Και γελούσαμε! Γελούσαμε!
Γελούσαμε καρκαριστά και γάργαρα.
Δεν είχαμε πια προβλήματα, στενοχώριες, ευθύνες...
Ήμασταν μόνο εμείς.
Εμείς και το γέλιο μας.
Και ο κόσμος που γύριζε...

Σάββατο, 11 Ιανουαρίου 2014

"Στο άλογο μου" του Νίκου Καββαδία

 Σαν σημερα, 11Ιανουαριου του 1910, γεννίεται στη μακρινή Ρωσία ο ποιητής της θάλασσας, των ναυτικών και των καπετάνιων. Ο Νικος Καββαδίας.

Νίκου Καββαδία, «Στο άλογό μου»

Το να γράψει κανείς σ' έναν άνθρωπο, είναι ίσως εύκολο στους πολλούς. Το να γράψει σ' ένα ζώο, είναι αφάνταστα δύσκολο. Για τούτο φοβάμαι. Δε θα τα καταφέρω.
Τα χέρια μου έχουνε σκληρύνει από τα λουριά σου, κι η ψυχή μου από άλλη αιτία. Όμως πρέπει. Αισθάνομαι την ανάγκη. Γι' αυτό θα σου γράψω.
Στην αρχή δεν με ήθελες. Καταλάβαινες σε μένα τον άπραγο με το αδύνατο χέρι. Είχες δίκιο. Ίσως για πρώτη φορά έβλεπα άλογο από τόσο κοντά. Τ' άλογα που είχα δει στη ζωή μου ήτανε στα τσίρκα, που τα δουλεύανε κοζάκοι, και στις κούρσες, που τα παίζαν οι άνθρωποι. Αυτό με είχε πειράξει. Δεν είστε προορισμένα για τόσο χαμηλές πράξεις. Ας είναι... Αυτό είναι μιαν άλλη ιστορία, καθώς λέει ο Κίπλινγκ, αυτός που τόσο σας είχε αγαπήσει και ιστορήσει.
Το ξέρω πόσο σε κούρασα. Στραβά φορτωμένο ακολούθησες υποταχτικά στις πορείες της νύχτας. Γρήγορα γίναμε φίλοι. Με συνήθισες. Έπαψα πια να σε χάνω μέσα στ' άλλα τα ζώα της Μονάδας μας. Έπαψα να μη σε γνωρίζω.
Αν αρχίσω τα «θυμάσαι» δε θα τελειώσω ποτέ. Λατρεύω τη συντομία! Θα σου θυμίσω μονάχα τρεις νύχτες μας. (Απορώ με τον εαυτό μου απόψε. Τόσο στοργικά δε μίλησα ποτέ σε κανένα).
Θυμάσαι τη νύχτα με τη βροχή; Ανελέητα κι οι δυο μουσκεμένοι, προχωρούσαμε μέσα στη νύχτα. Μόνοι. Σε οδηγούσα ή με οδηγούσες; Κάρφωνα τα νυσταγμένα μου μάτια στο νυχτερινό παραπέτασμα, όπως δεν τα κάρφωσα τότε που αναζητούσα φανάρια στη Βόρειο θάλασσα. Η όσφρησή σου μας έσωσε. Ένας στάβλος μάς έγινε άσυλο. Παραμερίσαμε το σανό κι ανάψαμε μεγάλη φωτιά. Λέω, ανάψαμε. Εσύ μου 'δινες θάρρος. Ξαπλωμένος σ' άκουα να μασάς. Κατόπι σου μίλησα. Ποτέ δε συμφώνησα με τους ανθρώπους όπως τότε με σένα. Κοιμηθήκαμε συζητώντας. Εγώ ξαπλωμένος στο χόρτο. Εσύ όρθιο. Πόσοι άνθρωποι δεν κοιμούνται όρθιοι περπατώντας δίχως να 'χουν τη δική σου νόηση; Ας είναι...
Η δεύτερη νύχτα: Τότε που μπήκαμε μ' άλλους πολλούς μες στη μάχη. Μπορούσε κοντά από 'κεί να κουβαλήσουμε τραυματίες. Ακούσαμε μαζί τον θόρυβο του πολέμου και τον συνηθίσαμε. Πήραμε το παλικάρι με το πληγωμένο πόδι και φύγαμε. Ποτέ μου δε σε είδα πιο προσεχτικό και τόσο αλαφροπάτητο. Είχες ξεχάσει κείνο το νευρικό σου συνήθειο να πηδάς σηκώνοντας το σαμάρι. Τα 'χες όλα νιώσει ίσως πριν από μένα.
Και τώρα, η νύχτα στο βουνό με τη λάσπη: βαρυφορτωμένοι, κατάκοποι προχωρούσαμε. Είν' αφάνταστη η λύπη κι η κακομοιριά που δοκιμάζεις σαν αισθάνεσαι να 'σαι και να βλέπεις ανθρώπους και ζώα και τα πάντα μες στη λάσπη.
Άλογα και μουλάρια πεσμένα μάς κόψανε το δρόμο. Εμείς προχωρούσαμε. Άξαφνα έπεσες. Πέσαμε θέλω να πω. Με τα δυο σου πόδια σπασμένα, με το κεφάλι χωμένο στις λάσπες. Θυμάσαι πόσο προσπάθησα. Δεν το κατόρθωσα. Πρέπει να νιώσεις καλά πως δε φταίω. Ποτέ δεν προσπάθησα τόσο. Έμεινα δίπλα σου ολόκληρη νύχτα. Πιο πέρα από μας ένας Ιταλός σκοτωμένος. Πάνω μας η Μεγάλη Άρκτος, το Βόρειο Στέμμα, ο Αστερισμός του Ωρίωνα ψιχάλιζαν φως.
Δεν είδα ποτέ πώς πεθαίνουν οι άνθρωποι. Γύρισα πάντα τα μάτια μου από το θάνατο. Μα φαντάζομαι...
Παύω. Φοβάμαι μήπως πω λόγο μεγάλο.
Φυλάω ακόμη το ξυστρί και τη βούρτσα σου. Κι όταν κάποτε κι αυτά θα τα παραδώσω, θα σε φυλάξω στη μνήμη μου.
Οι κάλοι των χεριών μου από τα λουριά σου μου είναι τόσο αγαπητοί, όσο εκείνοι που κάποτε απόχτησα στις θαλασσινές μου πορείες. Θα σου ξαναγράψω!...
Κούδεσι, Μάρτης 1941
[πηγή: Νίκος Καββαδίας, Του πολέμου. Στο άλογό μου, Εκδόσεις Άγρα, Αθήνα 1987, σ. 35-39]