Πέμπτη, 13 Φεβρουαρίου 2014

Για τα ζευγάρια των ματιών και των..ερωτευμένων

Δυο ζευγάρια μάτια
Κοιτάχτηκαν για πρώτη φορά

Ένα περίεργο συναίσθημα αρχικά
Σαν συμπάθεια,σαν αντιπάθεια
Και μετά...

Κύματα και θύελλες στο νου
Και την ψυχή
Προσμονή αλλά και βαθιά ανασφάλεια

Και πέρασε το καλοκαίρι...

Δυο ζευγάρια μάτια
Κοιτάχτηκαν για πολλοστή φορά
Με παράπονο βαθύ και πόνο
Με αυταπάτες καθρεφτισμένες
στους καθρέφτες της ψυχής

Και πέρασε το καλοκαίρι...

Δυο ζευγάρια μάτια κοιτάζονται ακόμα
Με αδιαφορία παγερή,μα ψεύτικη
Γιατί αν τολμούσαν τα μάτια να μιλήσουν,θύελλες στον έρωτα θα γίνονταν

Μα θα ρθει και αυτό το καλοκαίρι
Και τα μάτια δεν θα ξανακοιταχτούν
πια.

Σάββατο, 1 Φεβρουαρίου 2014

Σύνθεση σε ερωτική τονικότητα

Συναισθήματα
Καρφιά που διαπερνουν
Εχθρικό το βλέμμα σου
Άραγε ακόμα σ'αγαπώ;

Εγώ,ένα κουβάρι
Που μπερδεύεται στα πόδια σου
Σε ζητώ,σε ζητώ
Ερωτεύομαι στιγμιαία και ερωτώ:
Άραγε ακόμα σ'αγαπω;

Το παιδί και ο ποιητής / Ιστορία πολέμου

Κάθεται
Με το πρόσωπο κολλημένο στο τζάμι
Πόσος καιρός πέρασε
Από τότε που οι άνθρωποι
Κοιτιόνταν ευθεία στα μάτια

Νύχτωσε.Τυλιγμένος σ'ένα παλτό
Παρατηρεί
Τη γυναίκα με τα ανακατωμένα μαλλιά
Τον άντρα με την πέτσινη ζώνη
Το αγόρι με τα βρόμικα γόνατα

Παρατηρεί το περπάτημά τους
Η γυναίκα κοιτά γύρω τρομαγμένη
Ο άντρας κοιτά προσεχτικά,αγριεμένος
Και το παιδί κλαίει,κλαίει

Δεν έχει απόψε που να πάει
Και τον τρομάζει αυτός ο άντρας
Και αυτή η γυναίκα
Μέσα στο κακοφωτισμένο στενοσόκακο

Θέλει να φωνάξει "Μαμά!"
Μα η μαμά δεν είναι τ'ανακατωμένα μαλλιά.
"Μπαμπά!"
Μα ο μπαμπάς δεν είναι η πέτσινη ζώνη.

Του 'παν μια φορά πως κάποτε οι άνθρωποι κοιτάζονταν ευθεία στα μάτια.
Ανοησίες.Τώρα κοιτούν μέσα από τ'όπλο τους και βλέπουν άλλο ένα νούμερο ανάμεσα στους νεκρούς.

Κάθεται κάτω στο πεζούλι
Και κλαίει,κλαίει το παιδί
Νάνι,νάνι του λεγαν μικρό
Και τώρα
Φτάνει,φτάνει φύγε από δω!

Ο άντρας με το πανοφόρι
Κολλά το προσωπο στο τζάμι
Μα αντί να δει,άκουει
Ακούει τα κλάματα τα παιδικά
"Μα την πίστη μου,ακούω καλά;"

Στον τόπο τούτο τα παιδιά γίνηκαν σκληρά
Δεν λεν πια τη λέξη "μαμά"
Πιάνουν τη σφεντόνα και χτυπούν πουλιά
Και δεν κλαίνε,δεν κλαίνε

Ανοίγει η πόρτα.Το παιδί γυρνά.
Τα ματια του γυαλίζουν από τα δακρυα
Και ο ποιητής μας ξαφνικά
Αρπάζει το παιδί στην αγκαλιά
Να το πάρει από τούτο το ολότελα,αλήθεια,σκοτεινό στενοσόκακο..

Και,εκεί
Το παιδί κοιτά τον ποιητή ευθεία
Στα μάτια.
Και κλαιν' κι οι δυο από χαρά



Ανένταχτος ορισμός

Ποιήματα
Τα μπουμπούκια της ψυχής μας
Το ροδόσταμο των χειλιών μας
Τ'αστέρια στα μάτια μας

Πουλιά που πετούν
Και τρυπωνουν στις καρδιές
Φτερουγίζουν οι καρδιές
Ελευθερώνονται οι ψυχές

Ποίηση είναι η θραύση των κανόνων
Ποίηση είναι το λύσιμο του κόμπου
Μετρική,άμετρη
Με ομοιοκαταληξία ή όχι
Μας οδηγεί εκεί
Που τίποτε δε μετριέται