Τρίτη, 29 Απριλίου 2014

Η ελευθερία μέσα από ένα γλάρο,δυο πόδια και ένα ρυθμό

Επανάσταση είναι ο χορός των ανθώπων στο ρυθμό των ποδιών τους.
Η βάση που τους ορίζει δεν είναι τίποτα παραπάνω από τους ίδιους και η αγαπη τους για το άγνωστο γίνεται οδοιπόρος στη ζωή τους.
Το συναίσθημά τους το ξεβράζουν όπως η θάλασσα τα ξύλα ενός σαπισμένου καραβιού και το σέβονται όπως ο Ινδός το σιτάρ του.
Γεννιούνται άγραφοι για να πεθάνουν βαμμένοι στους χρωματισμούς της ζωής,στο κόκκινο του έρωτα,το πράσινο της φύσης,το κίτρινο του ήλιου,το μπλε της θάλασσας και το μαβί του δειλινού
Κοίτα το γλαρόνι με πόση ελευθερία ανοίγει τα φτερά του!
Για το γλαρόνι τα φτερά του είναι η επανάστασή του,όπως για τον άνθρωπο τα πόδια του!
Το να εγκλωβίσει ο γλάρος τα φτερά του είναι πέρα από τη φύση του..και όταν ο άνθρωπος εγκλωβίζει τα πόδια του,εγκλωβίζει τη ψυχή του και το μυαλό του..Γιατί με τα πόδια περπατάμε πρώτη φορά και έκτοτε γνωρίζουμε..
Ώσπου να βρούμε το ρυθμό για την προσωπική επανάσταση

Δίστοιχο #1

Λες πως είσαι θερμόαιμος
Μα το βλέμμα σου ψυχρό

Δευτέρα, 28 Απριλίου 2014

Μια συνηθισμένη μέρα

Κοιτάς από το παράθυρο, τους στύλους των πινακίδων που περνούν. Κατεβαίνεις στην επόμενη στάση. Σηκώνεσαι, κάποιος θα πάρει αμέσως τη θέση που άφησες. Πατάς το κόκκινο κουμπί και ελέγχεις αν όντως το φως της στάσης άναψε πάνω από την πόρτα. Το λεωφορείο σταματά, ο κόσμος παραμερίζει απρόθυμα, κατεβαίνεις. 

Η στάση για το επόμενο λεωφορείο ένα τετράγωνο μακριά. Βιάζεσαι. Το λεωφορείο πέρασε; Το έχασες; Μήπως περνά τώρα; Λες να το προλαβαίνεις; Τρέχεις. Στρίβεις στη γωνία. Η στάση στα 200 μέτρα, στα 100, στα 50... Μπουλούκι ο κόσμος περιμένει, Σε κοιτούν να τρέχεις και να φτάνεις, χωρίς έκφραση και μετά γυρνούν αλλού το κεφάλι. Κάτι άλλο τράβηξε την προσοχή τους. 

Ακουμπάς στο στύλο της ΔΕΗ και σταυρώνεις τα χέρια στο στήθος. Η τσάντα ανάμεσα στα πόδια σου. Το σκέφτεσαι λίγο και τη στιγμή που δεν κοιτά κανείς σκύβεις και βγάζεις τα ακουστικά και τη μουσική. Ξανασηκώνεσαι, ξανασταυρώνεις τα χέρια στο στήθος και κοιτάς επίμονα προς τα εκεί απ' ΄που θα εμφανιστεί το λεωφορείο. Λες κι άμα το κοιτάξεις πολύ θα έρθει γρηγορότερα.

Από μακριά κάποιος άλλος πλησιάζει τρέχοντας. Απέχει από η στάση 200 μέτρα, 100, 50... Τον κοιτάς να φτάνει χωρίς έκφραση, όπως σε κοιτούσαν κι εσένα. Αναμειγνύεται με το μπουλούκι, γυρνάς αλλού το κεφάλι. Κάτι άλλο τράβηξε την προσοχή σου.

Κάποια στιγμή επιτέλους το λεωφορείο εμφανίζεται. Όλοι κινούνται μηχανικά προς την άκρη του πεζοδρομίου. Οι πόρτες ανοίγουν. Το μπουλούκι ορμάει μέσα, δεν τους νοιάζουν αυτοί που προσπαθούν να κατέβουν. "Προτεραιότητα έχει πάντα αυτός που βγαίνει". Κάνεις στην άκρη, αφού βγουν όλοι μπαίνεις κι εσύ και κατευθύνεσαι προς ένα κενό στο βάθος, δίπλα στη θέση των αναπήρων.

Ακουμπάς την πλάτη στο παράθυρο και κρατάς την τσάντα μπροστά σου. Πας να αλλάξεις τραγούδι. Αντιλαμβάνεσαι ότι η κυρία δίπλα σου κοιτάει κι αυτή τη μικρή οθόνη. Επιλέγεις ένα τραγούδι που λες ότι θα της αρέσει και ξαναβάζεις το MP3 στην τσέπη σου. Η κύρια απομακρύνεται ανεπαίσθητα από δίπλα σου.

Το τραγούδι σ'αρέσει και χτυπάς το χέρι με ρυθμό πάνω στον κίτρινο στύλο του λεωφορείου. Μια ηλικιωμένη κυρία από απέναντι σε κοιτά ενοχλημένη. Σταματάς και αρχίζεις να κρατάς το ρυθμό με το αριστερό πόδι. Ο κύριος που κάθεται αριστερά σου σε κοιτά ενοχλημένος. Σταυρώνεις τα χέρια μπροστά σου και δεν κάνεις τελικά τίποτα.

Ο κύριος που ενοχλήθηκε σηκώνεται και κατεβαίνει στην επόμενη στάση. Την θέση του τρέχει να πιάσει μια μέσης ηλικίας κυρία με γυαλιά ηλίου. Η κυρία με την καμπουριασμένη πλάτη που μόλις πήγε να κάτσει υποχρεώνεται να μείνει όρθια. Κανείς δεν της δίνει τη θέση του. Η κυρία που μόλις κάθισε κοιτά γύρω της θριαμβευτικά. Δεν της δίνει κανείς σημασία.

Στη στάση μπαίνει ένας μετανάστης. Πακιστανός; Άραβας; ποιος ξέρει. Όλοι τον κοιτούν με γουρλωμένα μάτια. Με το βλέμμα χαμηλά στέκεται όπου υπάρχει λίγος χώρος. Μια καλοντυμένη κυρία γύρω στα 65 που στέκεται πίσω του με έναν μεγάλο σταυρό που κρέμεται στο στήθος της, έξω από την μπλούζα, κουνάει με ενόχληση την παλάμη μπροστά στη μύτη της. 
"Βρομάει". Λέει αρκετά δυνατά και ένας συνομήλικός της κύριος την επικροτεί κουνώντας καταφατικά το κεφάλι.

Η στάση σου έρχεται. Τους ρίχνεις μια άγρια ματιά, ζητάς ευγενικά συγγνώμη από τον -μάλλον Πακιστανό, κοντά στα 25- που στέκεται μπροστά σου. Σπρώχνεις τον κύριο και τη κυρία και κατεβαίνεις μπροστά στην εκκλησία. 

Ο κύριος και η κυρία με την ευαίσθητη μύτη κοιτιούνται με απορία. Βλέπουν την εκκλησία και σπεύδουν να σταυροκοπηθούν. Η κυρία που θριαμβευτικά πήρε το άδειο κάθισμα στα αριστερά σου κάνει το σταυρό της με μεγάλες θεαματικές κινήσεις.

Οι πόρτες κλείνουν και το λεωφορείο φεύγει. Έφτασες. Παίρνεις μια βαθιά ανάσα φρέσκου αέρα και περνάς το δρόμο. Κοιτάς την εκκλησία. Άραγε αισθάνονται εντάξει απέναντι στο θεό τους όταν σταυροκοπιούνται μπροστά στο σύμβολό του αμέσως μόλις φέρθηκαν άσχημα στον διπλανό τους;

Σίγουρα ναι. Αφού κατάφεραν να φανούν σπουδαίοι. Δεν πειράζει που επιβλήθηκαν σε κάποιον πιο αδύναμο. Φτάνει που επιβλήθηκαν. Βγάζεις τα κλειδιά κι ανοίγεις την εξώπορτα. Καλείς το ασανσέρ. Θα μπορούσες να είχες μιλήσει όταν η κυρία που δεν μπορούσε να περπατήσει έμεινε όρθια. Βγαίνεις στον τρίτο και ξεκλειδώνεις με το κλειδί ασφαλείας. Θα μπορούσες να είχες υπερασπιστεί το νεαρό Πακιστανό από τους συνεπιβάτες με την ευαίσθητη μύτη. Μπαίνεις μέσα κι ανοίγεις όλα τα παράθυρα.

Θα μπορούσες, αλλά δεν το έκανες. Μπορεί να μην πετύχαινες τίποτα. Μα θα είχες προσπαθήσει. Τώρα ούτε καν προσπάθησες. Γιατί;