Τρίτη, 15 Ιουλίου 2014

Το τέλος μιας εποχής

Τα καλοκαίρια συνήθως είναι μεταβατικές περίοδοι. Τουλάχιστον έτσι ήταν για μένα όλα αυτά τα χρόνια, αφού ξεχώριζαν τις σχολικές χρονιές μεταξύ τους. Το «πέρυσι» από το «φέτος» είχαν ένα καλοκαίρι διαφορά.

Μες στο καλοκαίρι, συνήθως μια μέρα με καύσωνα τον Αύγουστο και μέσα στη θάλασσα, εκεί που είναι τόσο βαθειά που μόνο οι ακτίνες του ήλιου που χάνονται στο βυθό φαίνονται, κάναμε τα σχέδιά μας για τη χρονιά που ερχότανε. Βάζαμε στοιχήματα για τους καθηγητές, για τις εμφανίσεις των συμμαθητών μας, για τους βαθμούς μας.

Εκεί, στην πιο βαθειά θάλασσα, κάναμε σχέδια για το επόμενο καλοκαίρι, ενώ δεν είχαμε καν αποφασίσει τι θα κάνουμε το βράδυ. Κάθε καλοκαίρι έμπαιναν οι νέοι στόχοι, καθορίζονταν οι επιθυμίες, έβγαινε ένα πρόγραμμα της χρονιάς που ερχόταν
.
Τις τελευταίες μέρες του Αυγούστου άρχιζε και η αντίστροφη μέτρηση μέχρι τις πρώτες διακοπές για να πάρω ως απάντηση το ότι «όταν θα δουλεύω δε θα έχω τόσες διακοπές και καλό είναι να συνηθίσω στην ιδέα…». «Αν βρω ποτέ δουλειά… Γι αυτό φροντίζω να το εκμεταλλευτώ από τώρα». Τάπα. Κάθε καλοκαίρι η ίδια.

Ναι, τα καλοκαίρια ήταν πάντα μεταβατικές περίοδοι, αλλά το φετινό καλοκαίρι είναι το πιο μεταβατικό από όλα.

Κι ας βρισκόμαστε στην ίδια θάλασσα. Στα ίδια άπατα νερά. Κι ας μην είναι ακόμα Αύγουστος. Κι ας είμαστε οι ίδιοι που είμαστε κάθε καλοκαίρι. Φέτος δε χτίζουμε τις εικόνες της νέας χρονιάς. Όχι βέβαια γιατί μας στέρεψαν τα όνειρα. Από δαύτα έχουμε περισσότερα από ποτέ…

Απλούστατα, δεν ξέρουμε πώς θα είναι αυτή η χρονιά, η «ακαδημαϊκή χρονιά 2014-2015», για μας.
Δεν ξέρουμε πώς θα είναι το πανεπιστήμιο, δεν ξέρουμε αν θα βλέπουμε τους ίδιους ανθρώπους, δεν ξέρουμε πώς θα γίνονται τα μαθήματα, δεν ξέρουμε πού θα πηγαίνουμε στα κενά μας, πού και με ποιους θα πίνουμε τον καφέ μας.

Πάμε στα τυφλά, πάμε να μάθουμε, πάμε να δούμε. Κι έτσι δεν κάνουμε ούτε σχέδια, ούτε προβλέψεις, ούτε βάζουμε στοιχήματα. Περιμένουμε να τα ζήσουμε κατευθείαν. Δεν ξέρουμε πια τι θα κάνουμε μέχρι τα Χριστούγεννα, ούτε μετράμε αντίστροφα για να έρθουν, κι ας είναι ακόμα κατακαλόκαιρο. Και ξέρουμε τι θα κάνουμε το βράδυ.

Τώρα, αυτό το μεταβατικό καλοκαίρι, ζούμε για το μακροβούτι, για τον βαθυκόκκινο αστερία που μας κλείνει το μάτι από το βυθό. Για το BlueStar που έχει μια θέση στο όνομά μας στο πιο ψηλό του κατάστρωμα. Για το νησί που περιμένει τις τρέλες μας.

Και κάπου ανάμεσα σε αυτά που ξέρουμε και αυτά, τα τόσα πολλά, που ανακαλύπτουμε ότι δεν ξέρουμε, αντί για σχέδια σε γνωστούς δρόμους κάνουμε όνειρα. Όνειρα σε μονοπάτια που δεν έχουμε καν δει ακόμα.

Γι αυτό και το φετινό καλοκαίρι είναι διαφορετικό από τα άλλα. Γιατί είναι το τέλος μιας εποχής. Το τέλος ενός παλιού, σκισμένου βιβλίου που λέγεται «Σχολείο», αλλά και η αρχή του καινούριου, του κάτασπρου και ατσαλάκωτου που με περίτεχνα γράμματα και πολλά υποσχόμενο εξώφυλλο γράφει «Φοιτητική ζωή».

Και το τέλος κάθε εποχής έχει πάντα εκείνη τη μελαγχολία για το παλιό και αγαπημένο που χάνεται ανεπιστρεπτί, λίγο πριν χαθεί κι αυτή στην περιέργεια για το νέο και αστραφτερό που σε τραβά μπροστά.

Και θα μπορούσε το φετινό καλοκαίρι να είναι η αρχή μιας εποχής. Επιλέγω όμως να είναι το τέλος.
Τέλος εποχής, λοιπόν. Άντε να δούμε…


ΚΑΛΟ ΚΑΛΟΚΑΙΡΙ!

Δευτέρα, 14 Ιουλίου 2014

Ο άνθρωπος-τριαντάφυλλο

Είναι κοντή, δε θα την έλεγε κανείς όμορφη, αλλά είναι σίγουρα γοητευτική. Είναι πάντα παρούσα σε όσα την αφορούν. Αν και βρίσκεται πιο μακριά, σε μια άλλη όχθη, όχι απαραίτητα αντίθετη, η καρδιά της είναι δοσμένη σε έναν άλλο αγώνα. Δοσμένη με πάθος σε ό,τι κι αν κάνει, όπως φαίνεται σε όποιον έστω και λίγο την έχει παρακολουθήσει ή και γνωρίσει.

Η πρώτη γνωριμία μου μαζί της είναι από τα ηχεία του ραδιοφώνου και είναι γοητευτική. Οι εκπομπές της είναι, χωρίς υπερβολές, υπέροχες, ταξιδιάρικες, διδακτικές, ξεκούραστες, ιδιαίτερες. Πανέμορφες.

Η πρώτη δια ζώσης γνωριμία μας είναι μάλλον απογοητευτική. Δεν είναι πάντα παρούσα στη στιγμή εκείνη. Μοιάζει να έχει έναν απροσπέλαστο τοίχο γύρω της και μόνο λίγοι εκλεκτοί τυχεροί είναι αυτοί που μπορούν να διεισδύσουν στο προσεκτικά οχυρωμένο κάστρο της. Δε συμπαθεί τις διαχύσεις σε κανένα επίπεδο. Στην επικοινωνία τους κανόνες της τους θέτει αυτή και είναι αυστηροί. Θέλει να τους παραβείς σε ορισμένες περιπτώσεις, αλλά οι κανόνες της είναι η αυτοπροστασία της και αυτό το κάνει σαφές με τη συμπεριφορά της από νωρίς.

Είναι απόλυτος χαρακτήρας, δε δέχεται εύκολα την άλλη άποψη, αλλά τη σέβεται βαθειά. Τη γνώμη της την υπερασπίζεται με σθένος και με πάθος. Είναι συνειδητοποιημένη, ξέρει τα όριά της, τα μπορώ, τα θέλω και τα πρέπει της. Μπορεί να μην κάνει αυτό που λέει η καρδιά της, αλλά από τον γκρεμό και το ρέμα επέλεξε μάλλον το ρέμα, για να έχει την πιθανότητα να προσπαθήσει να κολυμπήσει.
Εμπνέει σιγουριά, φαίνεται σταθερός άνθρωπος, αν και στην πραγματικότητα μάλλον δεν είναι.

Μοιάζει με τριαντάφυλλο. Στο κέντρο, ο πυρήνας της είναι σκληρός και συμπαγής. Οργανωμένος και συνειδητοποιημένος, πιστός στις αρχές και τα πιστεύω της, όπως ο καρπός του τριαντάφυλλου. 
Γύρω γύρω έχει όμορφα πέταλα και ωραία μυρωδιά και εκπέμπει μια βαθειά και ιδιαίτερη ομορφιά, όσο όμως την κοιτάς από μακριά.
Όταν πλησιάσεις, έχει αγκάθια που σε εμποδίζουν να την πειράξεις, θέτουν όρια. 
Αν όμως βρεις τα κενά ανάμεσά τους και καταφέρεις να «τρυπώσεις» κοντά της… 
Τότε είναι ένα πανέμορφο λουλούδι. Όχι πια απόμακρο, μα καθημερινό, γλυκό, με ενδιαφέρον, ακόμα κι αν αυτό αποκαλύπτεται για μια μόλις φορά.


Όταν πια βγαίνει από το μετρό συνειδητοποιώ ότι δεν έχω πει κανένα από τα δυο συγκεκριμένα πράγματα που θέλω να της πω και έχω με προσοχή προετοιμάσει για όταν τυχόν τη συναντήσω. Φεύγει όσο απροσδόκητα εμφανίζεται αφήνοντας πίσω της τη δύναμη της παρουσίας της. 
Τη γλυκιά μυρωδιά, την ανάμνηση του αγκαθιού, τη μαγεία του συνόλου και έναν αόριστο φόβο, ή ίσως και μελαγχολία, για κάτι που ακόμα δεν ξέρω τι είναι…