Πέμπτη, 23 Οκτωβρίου 2014

Ο ΔΙΚΟΣ ΜΟΥ ΜΑΝΟΣ ΧΑΤΖΙΔΑΚΙΣ

Μία φράση που την έχουν πει πάρα πολλοί. 
Ηθοποιοί, μουσικοί, τραγουδιστές, άνθρωποι του ραδιοφώνου και συνεργάτες του Χατζιδάκι από το Τρίτο. Κι όμως, ο κάθε ένας που έχει ακούσει και αγαπήσει τη μουσική του, έχει να μνημονεύσει έναν «δικό του» Μάνο Χατζιδάκι. 
Εγώ μπορεί να μην τον έζησα και να μην τον είδα ποτέ. Υπήρχε όμως στη ζωή μου από τις πρώτες νότες της. 
Έτσι έχω κι εγώ τον δικό μου Μάνο Χατζιδάκι.

Ο δικός μου Μάνος Χατζιδάκις πρωτοπαίρνει σάρκα και οστά μέσα από τον «εφιάλτη της Περσεφόνης» στην ηλικία των τεσσάρων ή πέντε ετών.

Ο δικός μου Μάνος Χατζιδάκις βρίσκεται στο εξώφυλλο της «Λιλιπούπολης».

Ο δικός μου Μάνος Χατζιδάκις είναι στο «Κυκλαδίτικο» και στης «Γης το χρυσάφι», από τον ομώνυμο δίσκο, που συνόδευε παιδικά μου καλοκαίρια στην Αντίπαρο.

Ο δικός μου Μάνος Χατζιδάκις είναι στη «Μικρή Ραλλού», στα βουνά της Καρπάθου, αλλά και στον «Κεμάλ», στην κατασκήνωση.

Ο δικός μου Μάνος Χατζιδάκις βγαίνει από το πεντάγραμμο και αποκτά μορφή, πρόσωπο, χαρακτηριστικά και φωνή μέσα από τις διηγήσεις των γονιών μου, γύρω στα εννιά ή δέκα μου χρόνια.

Ο δικός μου Μάνος Χατζιδάκις είναι στο ραδιόφωνο του αυτοκινήτου όσο κινούμαστε στα στενά της Αθήνας με το Δεύτερο Πρόγραμμα να παίζει σταθερά.

Ο δικός μου Μάνος Χατζιδάκις είναι στο δικό μου ραδιόφωνο, στο ύψος της Αγίας Παρασκευής στο πρώτο μου από τα αφιερώματα του Δευτέρου για  την επέτειο του θανάτου του το καλοκαίρι, ένα πρωί γυρίζοντας από τις εξετάσεις του σχολείου. Είναι σε ένα μαγικό ντοκιμαντέρ του Σταύρου Θεοδωράκη ("Ο Μάνος που δεν ακούσαμε" https://www.youtube.com/watch?v=_7u2GwrPvMs ), που είδαμε οικογενειακώς ένα βράδυ. Είναι στα σχόλια του Τρίτου, όπως τα πρωτοάκουσα από την ΕΡΤ και τα διάβασα μέσα από το ομώνυμο βιβλίο.

Είναι στην παράσταση «Ο γνωστός μας άγνωστος κύριος Γκάτσος», πανταχού παρών μέσα από τις μελωδίες και τα λόγια του για τον ποιητή Νίκο Γκάτσο. Είναι στον «Καθρέφτη και το Μαχαίρι» που γράφτηκε από σχόλια και λόγια του ίδιου που συνελέγησαν και αποτέλεσαν το βιβλίο. Είναι στην «Πορνογραφία», στα «Λιανοτράγουδα» και τον «Καπετάν Μιχάλη». Είναι στις μπαλάντες «του Ούρι», «των αισθήσεων και των παραισθήσεων». Και, όχι, ο δικός μου Μάνος Χατζιδάκις δεν είναι στα «Παιδιά του Πειραιά».

Είναι στα σιντί μου, στο ipod μου, στη μουσική του υπολογιστή μου, είναι σε μια μαγική βραδιά για την ποίηση, πλαισιωμένη με τη μουσική του, στην πλατεία Κλαυθμώνος.

Ο δικός μου Μάνος Χατζιδάκις είναι στο στούντιο C της Ελληνικής Ραδιοφωνίας πάνω από το πιάνο όπου ο ίδιος έχει παίξει. Είναι σε μια φωτογραφία του κρεμασμένη ακριβώς απέναντι από την καρέκλα όπου κάθισα. Μια φωτογραφία που σε κοιτάει κατευθείαν μέσα στα μάτια και ξέρει τι σκέφτεσαι. Και δεν ξέρεις, δεν μπορείς να φανταστείς «Τι άραγε θα έλεγε για όλα αυτά αν ζούσε ο Μάνος Χατζιδάκις;».


Παρασκευή, 17 Οκτωβρίου 2014

Στη συνέλευση της φιλοσοφικής

Η Φιλοσοφική Σχολή του Πανεπιστημίου Αθηνών πνίγεται, κατακλύζεται από σκουπίδια. Έχει να καθαριστεί πολλούς μήνες, αφού δεν υπάρχουν καθαρίστριες. Καφέδες, διαφημιστικά φυλλάδια, χαρτομάντιλα, περιτυλίγματα από φαγητά και δε συμμαζεύεται υπάρχουν στους κάδους, γύρω από αυτούς, στα αμφιθέατρα, στα παγκάκια, στο πάτωμα και όπου αλλού μπορεί κανείς να φανταστεί. Οι διάδρομοι μαύροι, το παπούτσι κολλάει από τη βρώμα. Όσο για τις τουαλέτες, ας το αφήσουμε καλύτερα.
Το πρόβλημα είναι γεγονός. Και αν τις πρώτες μέρες των μαθημάτων η κατάσταση δε φαινόταν τόσο τραγική, όσο περνάει ο καιρός ο όγκος των σκουπιδιών αυξάνεται με την ταχύτητα που μειώνονται οι φοιτητές που παρακολουθούν τα μαθήματα. Καφές στον καφέ, γόπα στη γόπα, φυλλάδιο στο φυλλάδιο, τα σκουπίδια μας πνίγουν.

"Γενική Συνέλευση της Φιλοσοφικής για να μην είναι στο ΕΚΠΑ το πρώτο κρούσμα του Έμπολα στην Ελλάδα". Αυτό έγραφε η ανακοίνωση της συνέλευσης για προχθές, Τετάρτη.

Προχθές, λοιπόν, Τετάρτη.
Στη γενική συνέλευση σχολής που αριθμεί αρκετές χιλιάδες άτομα (στο πρώτο έτος μόνο της φιλολογίας είμαστε 300), παρόντες είναι περίπου 250, φυσικά όλοι γνωστοί μεταξύ τους. Έχουν ανακυκλωθεί, τσακωθεί, διαφωνήσει και βρίσει ο ένας τον άλλον σε πολλές άλλες συνελεύσεις. Εμείς, δυο πρωτοετείς, αφελείς, είμαστε από τα ελάχιστα νέα πρόσωπα της αίθουσας. Μας προσεγγίζουν διάφοροι, μας μοιράζουν υλικό με τις απόψεις τους και το πλαίσιο που θα καταθέσουν προς ψήφιση. Θέλουν να μας εξηγήσουν τη διαδικασία και να ζητήσουν την άποψή μας (την οποία δεν προλαβαίνουμε να εκφράσουμε αφού μιλάν εκείνοι με ταχύτητα πολυβόλου αγνοώντας τα "ναι, αλλά από την άλλη μεριά..." μας) όσο οι "αγαπητοί τους συνάδελφοι" προσπαθούν μάταια να ακουστούν κάτω από την αδιάφορη βαβούρα του ακροατηρίου.
Τον κάθε ομιλητή τον προσέχει και τον χειροκροτεί μόνο η ομάδα την οποία εκπροσωπεί. Φυσικά. Μα γιατί να μπουν στον κόπο να τον ακούσουν όλοι και να αξιολογήσουν αντικειμενικά αυτά που λέει; Οι υπόλοιποι χεστήκανε, μέχρι να έρθει η δική τους ώρα να μιλήσουν οπότε και ζητούν την προσοχή όλων.
Αν και το προεδρείο κάνει φιλότιμες προσπάθειες, τελικά η συζήτηση που αφορά την καθαριότητα βγαίνει εκτός θέματος, στην έδρα οι εκπρόσωποι βρίζονται, τσακώνονται και σπρώχνονται και ο καπνός είναι τόσος που σε λίγο θα αρχίσει να βρέχει στην αίθουσα στάχτη. Χάρμα οφθαλμών.

Αν το δούμε όμως καρέ καρέ, η συνέλευση έχει ένα τρομερό ενδιαφέρον ως προς το ποιόν αυτών που την παρακολουθούν.
Η συζήτηση (υποτίθεται ότι) είναι για την καθαριότητα.
Οι κοπέλες μπροστά μου, απαιτώντας μεγαλόφωνα την επαναπρόσληψη των καθαριστριών του πανεπιστημίου, πετούν τις γόπες τους κάτω όπου και μένουν να καπνίζουν μέχρι να σβήσουν από μόνες τους. Δε θα μαζευτούν όμως από μόνες τους.

Στην πρόταση "αν ο καθένας από μας μάζευε τα σκουπίδια του και τα πετούσε έξω από τη σχολή, απ'όπου και μαζεύονται από τους δήμους, αντί να τα αφήνει σε έδρανα, τραπέζια, καρέκλες και παγκάκια ή στους εδώ και βδομάδες τιγκαρισμένους σκουπιδοτενεκέδες, το πρόβλημα δε θα ήταν τόσο μεγάλο" μου απαντούν ότι κάνοντάς το αυτό κλέβω τη δουλειά από τις καθαρίστριες που δεν υπάρχουν.

Στη διαπίστωση ότι η λύση θα ξεκινήσει από τον καθένα από εμάς, ότι μόνο όταν ο καθένας μας αρχίσει να έχει την ευθύνη των πράξεών του, των λόγων του και των σκουπιδιών του το πρόβλημα θα έχει αντιμετωπιστεί μια κι έξω, μου απαντούν ότι αυτό είναι αδύνατον να γίνει.

Στην αναφορά μου ότι η μόνιμή μου ατάκα στις στάσεις των λεωφορείων είναι το "συγγνώμη, αλλά σας έπεσε η γόπα σας" με κοιτούν γελώντας με συγκατάβαση, πριν πετάξουν το δικό τους χαρτί κάτω, αφού προηγουμένως μου υπενθυμίσουν ότι στο χώρο του Πανεπιστημίου δεν έχω εγώ καμιά ευθύνη για τη βρωμιά.

Μετά το τέλος της συνέλευσης η αίθουσα μπορεί να ανταγωνιστεί επάξια, αν όχι τη χωματερή, σίγουρα εκείνους τους χώρους των εγκαταλελειμμένων κτισμάτων όπου ο καθένας πετάει τα μπάζα και τα σκουπίδια του. Καφέδες, χαρτιά, σημειώσεις, προκηρύξεις, μπουκαλάκια με νερό, γόπες. Τα ίχνη μιας ομάδας πολιτισμένων ανθρώπων που (υποτίθεται ότι) συνεδρίασε για να απαιτήσει ένα καθαρό πανεπιστήμιο. Να απαιτήσει να είναι καθαρός ο χώρος στον οποίο περνάμε το μεγαλύτερο μέρος της μέρας μας.

"Η καθαριότητα είναι μισή αρχοντιά" λέει η παροιμία. Εμείς είμαστε πολύ κάτω από το όριο της φτώχειας λοιπόν. Και γι αυτό δε φταίει το ότι δεν έχουμε καθαρίστριες. Αν είχαμε η συμπεριφορά μας θα ήταν η ίδια. Απλώς τότε δε θα φαινόταν, γιατί κάποιος άλλος θα καθάριζε για μας.

Τετάρτη, 8 Οκτωβρίου 2014

Εκεινη

Πρώτη φορά την άκουσα το καλοκαίρι. Σχεδόν σε κάθε εκπομπή υπήρχε ένα μήνυμα με υπογραφή δική της. Τόσο που λέγαμε όταν ήμασταν στο νησί της ότι θα πάμε στην πιο ψηλή κορφή να σηκώσουμε μια ταμπέλα που να λέει ΕΡΤ, μήπως και εμφανιστεί από κάτω και τη γνωρίσουμε.

Τα μηνύματά της πάντα εύστοχα, βαθιά, αληθινά και δυνατά. Πάνω απ’ όλα δυνατά. Δυο κουβέντες γεμάτες συναίσθημα και νόημα. Και πάντα πολλά. Κάθε μέρα, σχεδόν σε όλες τις εκπομπές εκείνη δήλωνε το παρόν.

Μια φορά μάθαμε από μικροφώνου ότι εκείνη έστειλε ένα πακέτο με γλυκά στο Ραδιομέγαρο. Μετά στείλανε κι άλλοι. Και μετά εκείνη ξαναέστειλε. Και ξαναέστειλε.

Και μετά μπήκαν τα ΜΑΤ στο Ραδιομέγαρο, αλλά η ΕΡΤ δεν είχε ακόμα χαθεί. Εκείνη «κυκλοφορούσε» και στη Θεσσαλονίκη. Γνωριστήκαμε σε μια εκπομπή τη μέρα που έπαιζε η Ελλάδα αγώνα για το Μουντιάλ.
«Ραδιοφωνικά χαιρετίσματα» έστειλα εκείνο το βράδυ, μεταξύ άλλων και σ' εκείνη.
Κι εκείνη απάντησε. Κι εγώ απάντησα. Και ο παραγωγός να διαβάζει τα μηνύματά μας και να τρελαίνεται με αυτό που συνέβαινε. Οι ακροατές να επικοινωνούν μεταξύ τους με μεσάζοντα την ΕΡΤ!

Κάποια στιγμή έχασα τη συνέχεια. «Πού είναι η Νεφέλη από την Αθήνα; Εκείνη περιμένει μια απάντηση!». Απάντησα, απάντησε. Κάποια στιγμή γύρω στις 12 τέλειωσε η εκπομπή.
Μέσω του αρχείου μηνυμάτων του σταθμού και με τη συγκατάθεσή της, το τηλέφωνό της βρήκε τη θέση του στις επαφές του κινητού μου.

Δεν την πήρα αμέσως. Ντρεπόμουνα, φοβόμουνα… Το επόμενο βράδυ ξανασυνομιλούμε με μηνύματα μέσω της Θεσσαλονίκης. Μετά από τρεις μέρες, πήρα επιτέλους τη βαθιά ανάσα και τρέμοντας πληκτρολόγησα το νούμερο. Κι εκείνη το σήκωσε. Οδηγούσε λέει, μπορώ να την πάρω μετά; Την πήρα λίγο αργότερα, για να τα πούμε με την ησυχία μας.

Μου άρεσε. Συνεχίσαμε να ανταλλάσσουμε sms, σε λίγο έφυγε και ο πληθυντικός και όλα. "Εκείνη αυτό, εκείνη το άλλο…"

Τη γνώρισα από κοντά στις 2 Ιανουαρίου. Την επόμενη μέρα φάγαμε μαζί έξω, στην πρώτη «μάζωξη» συνακροατών της ΕΡΤ που έγινε.
Μετά συνεχίσαμε να μιλάμε, να μιλάμε, να μιλάμε. Να γράφουμε, να ακούμε, να μιλάμε.
Ξαναβρεθήκαμε στη συναυλία για τους 8 μήνες στο Περιστέρι. Εκεί έγινε κουβέντα μεγάλη και εφ’όλης της ύλης.

Και συνεχίσαμε να μιλάμε, να γράφουμε, να ακούμε, να μιλάμε. Εκείνη είχε τις απόψεις της, εγώ τις δικές μου. Συμφωνούσαμε, διαφωνούσαμε, ανταλλάσσαμε σκέψεις και μέιλ και μηνύματα. Βρισκόμασταν στις εκπομπές που ακούγαμε, βρισκόμασταν στο ίντερνετ, βρισκόμασταν στο τηλέφωνο…

Πώς έγινε και βρεθήκαμε τόσο κοντά; Τα πράγματα μας οδήγησαν προς τα εκεί. Εκείνη μου έδινε συμβουλές και μαμάς και δασκάλας και φίλης και παθιασμένης ακροάτριας και ενεργού πολίτη και, και, και...

Όταν ήθελα βοήθεια, συμβουλή, γνώμη και δεν ήθελα να πάω στη μαμά, στον μπαμπά, σε κάποιον καθηγητή, είχα τον άνθρωπό μου. Έπαιρνα εκείνη τηλέφωνο. Και μου έδινε μια λύση, μια οπτική που δεν είχα σκεφτεί, μια ακόμη ανάγνωση των πραγμάτων.

Σε βάθος χρόνου, 9 στις 10, φαινόταν ότι είχε προβλέψει σωστά. Αποδεικνυόταν ότι είχε δίκιο. Ακόμη και στην πλάκα, τελικά είχε δίκιο. Έμαθα να υπολογίζω τη γνώμη της πολύ. Την υποστήριξα, ακόμη και εκείνη τη μια φορά που είχε, που είχαμε, άδικο.

Με υποστήριξε σε κάθε τομέα. Στο κεφάλαιο ΕΡΤ, στο κεφάλαιο Πανελλήνιες, στο κεφάλαιο ζωή. Πάνω απ’όλα σ’αυτό το τελευταίο. Μου έδειξε έναν άλλο κόσμο, έναν άλλο τύπο ανθρώπου που δεν τον ήξερα. Μια άλλη στάση ζωής που την έβλεπα, μου άρεσε, αλλά δεν ήξερα πώς να προσεγγίσω. Με εξέπληξε με τη συμπεριφορά και με τον τρόπο της. Θέλησα να της μοιάσω.

Δεν είναι  ότι με εντυπωσίασε ή με γοήτευσε με την πρώτη επαφή. Με την παρουσία όμως και τα λόγια της, που πάντα συνοδεύονταν από πράξεις, με τη δύναμη, με τη λογική της, με έκανε να βασιστώ πάνω της. Την αγάπησα. Μακάρι μόνο να μπορούσα να γίνω ένας άνθρωπος σαν εκείνη…

Και μετά ήρθε η πρόσκληση για τη Θεσσαλονίκη. Την κάλεσαν σε μια εκδήλωση της ΕΡΤ3. Με πήρε μες στην τρελή χαρά, σαν μικρό παιδί, να μου πει ότι μια παραμυθού θα τη βοηθήσει να προετοιμαστεί, αφού την έπεισα κι εγώ να δεχτεί.

Εγώ δε θα μπορούσα να πάω να την ακούσω. Διάβασμα, πανελλήνιες. Στις διακοπές του Πάσχα οι μαθητές της Γ’ Λυκείου δεν τρέχουν από δώ κι από κει. Μαζεύονται και φορτσάρουν για να βγάλουν τη λεγόμενη «τελική ευθεία».

Κι έτσι με συνοπτικές διαδικασίες βρέθηκα στη Θεσσαλονίκη. Μαζί της. Άλλες συζητήσεις στη Θεσσαλονίκη. Με θέματα που τα μαζεύαμε εδώ και καιρό για να τα πούμε όλα μαζί. Και χάρη σ' εκείνη γνώρισα και την ΕΡΤ3, γνώρισα και τη Θεσσαλονίκη, γνώρισα και την παραμυθού, έζησα μια τρελή εμπειρία.
Μετά το Πάσχα τα πράγματα ξαφνικά άλλαξαν. Όταν βρίσκεσαι στην απόλυτη ευτυχία και χαρά, ξαφνικά, κατά κανόνα, σκάει μια κατραπακιά και δεν ξέρεις από πού σου ήρθε. Έτσι έγινε και μ’αυτήν την περίπτωση.

«Φοβάμαι όσα δεν μπορώ να ελέγξω» είχε πει σε μια εκπομπή με θέμα «τι φοβάσαι». Είχε πάλι δίκιο.

Σ’εκείνη την εκπομπή ήταν η μόνη φορά που δεν είχα απαντήσει ειλικρινά .
«Φοβάμαι ότι θα χάσω τους ανθρώπους που αγαπώ». Αυτό φοβάμαι.


Και αυτή τη φορά είχα εγώ δίκιο…