Τετάρτη, 8 Οκτωβρίου 2014

Εκεινη

Πρώτη φορά την άκουσα το καλοκαίρι. Σχεδόν σε κάθε εκπομπή υπήρχε ένα μήνυμα με υπογραφή δική της. Τόσο που λέγαμε όταν ήμασταν στο νησί της ότι θα πάμε στην πιο ψηλή κορφή να σηκώσουμε μια ταμπέλα που να λέει ΕΡΤ, μήπως και εμφανιστεί από κάτω και τη γνωρίσουμε.

Τα μηνύματά της πάντα εύστοχα, βαθιά, αληθινά και δυνατά. Πάνω απ’ όλα δυνατά. Δυο κουβέντες γεμάτες συναίσθημα και νόημα. Και πάντα πολλά. Κάθε μέρα, σχεδόν σε όλες τις εκπομπές εκείνη δήλωνε το παρόν.

Μια φορά μάθαμε από μικροφώνου ότι εκείνη έστειλε ένα πακέτο με γλυκά στο Ραδιομέγαρο. Μετά στείλανε κι άλλοι. Και μετά εκείνη ξαναέστειλε. Και ξαναέστειλε.

Και μετά μπήκαν τα ΜΑΤ στο Ραδιομέγαρο, αλλά η ΕΡΤ δεν είχε ακόμα χαθεί. Εκείνη «κυκλοφορούσε» και στη Θεσσαλονίκη. Γνωριστήκαμε σε μια εκπομπή τη μέρα που έπαιζε η Ελλάδα αγώνα για το Μουντιάλ.
«Ραδιοφωνικά χαιρετίσματα» έστειλα εκείνο το βράδυ, μεταξύ άλλων και σ' εκείνη.
Κι εκείνη απάντησε. Κι εγώ απάντησα. Και ο παραγωγός να διαβάζει τα μηνύματά μας και να τρελαίνεται με αυτό που συνέβαινε. Οι ακροατές να επικοινωνούν μεταξύ τους με μεσάζοντα την ΕΡΤ!

Κάποια στιγμή έχασα τη συνέχεια. «Πού είναι η Νεφέλη από την Αθήνα; Εκείνη περιμένει μια απάντηση!». Απάντησα, απάντησε. Κάποια στιγμή γύρω στις 12 τέλειωσε η εκπομπή.
Μέσω του αρχείου μηνυμάτων του σταθμού και με τη συγκατάθεσή της, το τηλέφωνό της βρήκε τη θέση του στις επαφές του κινητού μου.

Δεν την πήρα αμέσως. Ντρεπόμουνα, φοβόμουνα… Το επόμενο βράδυ ξανασυνομιλούμε με μηνύματα μέσω της Θεσσαλονίκης. Μετά από τρεις μέρες, πήρα επιτέλους τη βαθιά ανάσα και τρέμοντας πληκτρολόγησα το νούμερο. Κι εκείνη το σήκωσε. Οδηγούσε λέει, μπορώ να την πάρω μετά; Την πήρα λίγο αργότερα, για να τα πούμε με την ησυχία μας.

Μου άρεσε. Συνεχίσαμε να ανταλλάσσουμε sms, σε λίγο έφυγε και ο πληθυντικός και όλα. "Εκείνη αυτό, εκείνη το άλλο…"

Τη γνώρισα από κοντά στις 2 Ιανουαρίου. Την επόμενη μέρα φάγαμε μαζί έξω, στην πρώτη «μάζωξη» συνακροατών της ΕΡΤ που έγινε.
Μετά συνεχίσαμε να μιλάμε, να μιλάμε, να μιλάμε. Να γράφουμε, να ακούμε, να μιλάμε.
Ξαναβρεθήκαμε στη συναυλία για τους 8 μήνες στο Περιστέρι. Εκεί έγινε κουβέντα μεγάλη και εφ’όλης της ύλης.

Και συνεχίσαμε να μιλάμε, να γράφουμε, να ακούμε, να μιλάμε. Εκείνη είχε τις απόψεις της, εγώ τις δικές μου. Συμφωνούσαμε, διαφωνούσαμε, ανταλλάσσαμε σκέψεις και μέιλ και μηνύματα. Βρισκόμασταν στις εκπομπές που ακούγαμε, βρισκόμασταν στο ίντερνετ, βρισκόμασταν στο τηλέφωνο…

Πώς έγινε και βρεθήκαμε τόσο κοντά; Τα πράγματα μας οδήγησαν προς τα εκεί. Εκείνη μου έδινε συμβουλές και μαμάς και δασκάλας και φίλης και παθιασμένης ακροάτριας και ενεργού πολίτη και, και, και...

Όταν ήθελα βοήθεια, συμβουλή, γνώμη και δεν ήθελα να πάω στη μαμά, στον μπαμπά, σε κάποιον καθηγητή, είχα τον άνθρωπό μου. Έπαιρνα εκείνη τηλέφωνο. Και μου έδινε μια λύση, μια οπτική που δεν είχα σκεφτεί, μια ακόμη ανάγνωση των πραγμάτων.

Σε βάθος χρόνου, 9 στις 10, φαινόταν ότι είχε προβλέψει σωστά. Αποδεικνυόταν ότι είχε δίκιο. Ακόμη και στην πλάκα, τελικά είχε δίκιο. Έμαθα να υπολογίζω τη γνώμη της πολύ. Την υποστήριξα, ακόμη και εκείνη τη μια φορά που είχε, που είχαμε, άδικο.

Με υποστήριξε σε κάθε τομέα. Στο κεφάλαιο ΕΡΤ, στο κεφάλαιο Πανελλήνιες, στο κεφάλαιο ζωή. Πάνω απ’όλα σ’αυτό το τελευταίο. Μου έδειξε έναν άλλο κόσμο, έναν άλλο τύπο ανθρώπου που δεν τον ήξερα. Μια άλλη στάση ζωής που την έβλεπα, μου άρεσε, αλλά δεν ήξερα πώς να προσεγγίσω. Με εξέπληξε με τη συμπεριφορά και με τον τρόπο της. Θέλησα να της μοιάσω.

Δεν είναι  ότι με εντυπωσίασε ή με γοήτευσε με την πρώτη επαφή. Με την παρουσία όμως και τα λόγια της, που πάντα συνοδεύονταν από πράξεις, με τη δύναμη, με τη λογική της, με έκανε να βασιστώ πάνω της. Την αγάπησα. Μακάρι μόνο να μπορούσα να γίνω ένας άνθρωπος σαν εκείνη…

Και μετά ήρθε η πρόσκληση για τη Θεσσαλονίκη. Την κάλεσαν σε μια εκδήλωση της ΕΡΤ3. Με πήρε μες στην τρελή χαρά, σαν μικρό παιδί, να μου πει ότι μια παραμυθού θα τη βοηθήσει να προετοιμαστεί, αφού την έπεισα κι εγώ να δεχτεί.

Εγώ δε θα μπορούσα να πάω να την ακούσω. Διάβασμα, πανελλήνιες. Στις διακοπές του Πάσχα οι μαθητές της Γ’ Λυκείου δεν τρέχουν από δώ κι από κει. Μαζεύονται και φορτσάρουν για να βγάλουν τη λεγόμενη «τελική ευθεία».

Κι έτσι με συνοπτικές διαδικασίες βρέθηκα στη Θεσσαλονίκη. Μαζί της. Άλλες συζητήσεις στη Θεσσαλονίκη. Με θέματα που τα μαζεύαμε εδώ και καιρό για να τα πούμε όλα μαζί. Και χάρη σ' εκείνη γνώρισα και την ΕΡΤ3, γνώρισα και τη Θεσσαλονίκη, γνώρισα και την παραμυθού, έζησα μια τρελή εμπειρία.
Μετά το Πάσχα τα πράγματα ξαφνικά άλλαξαν. Όταν βρίσκεσαι στην απόλυτη ευτυχία και χαρά, ξαφνικά, κατά κανόνα, σκάει μια κατραπακιά και δεν ξέρεις από πού σου ήρθε. Έτσι έγινε και μ’αυτήν την περίπτωση.

«Φοβάμαι όσα δεν μπορώ να ελέγξω» είχε πει σε μια εκπομπή με θέμα «τι φοβάσαι». Είχε πάλι δίκιο.

Σ’εκείνη την εκπομπή ήταν η μόνη φορά που δεν είχα απαντήσει ειλικρινά .
«Φοβάμαι ότι θα χάσω τους ανθρώπους που αγαπώ». Αυτό φοβάμαι.


Και αυτή τη φορά είχα εγώ δίκιο…

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου