Πέμπτη, 25 Δεκεμβρίου 2014

A Christmas Carol

Ο Γιώργος σχόλασε στις 9 το βράδυ. Φόρεσε το μαύρο παλτό και σήκωσε το γιακά του ψηλά, γιατί έξω έκανε κρύο. Κοίταξε ενα γύρο το γραφείο με τους κλειστούς υπολογιστές και τα κατεβασμένα στόρια. Έκλεισε τα φώτα, τράβηξε την πόρτα και κατέβηκε τις σκάλες. Ήταν μόνο στον πρώτο όροφο και δεν έπαιρνε το ασανσέρ.

Βγήκε έξω, στον βραδινό αέρα και στο κρύο που του αναψοκοκκίνιζε τα μάγουλα. Άρχισε να περπατάει με γρήγορο βήμα, πηγαίνοντας προς τη στάση του λεωφορείου. Να μπει στη ζέστη που δημιουργούσαν τα πολλά σώματα και το ανθρώπινο χνώτο. Ανάμεσα σε όλους αυτούς τους κουρασμένους εργαζόμενους που γύριζαν κι αυτοί όπως κι αυτός σπίτι τους, επιτέλους. Το ήξερε ότι έπρεπε να λέει και ευχαριστώ που ακόμα είχε δουλειά και δεν έπρεπε να στήνεται κάθε μήνα έξω απο τα γραφεία του ΟΑΕΔ, όπως διάφοροι φίλοι του. Το ήξερε ότι έπρεπε να είναι ευχαριστημένος που κάθε βδομάδα πήγαινε στο σούπερ μάρκετ και γέμιζε το ψυγείο του με όσα χρειαζόταν. Έλα όμως που αυτές οι 10 ώρες δουλειάς κάθε μέρα για κάτι παραπάνω απο 6 κατοστάρικα τον άφηναν άδειο. Παντελώς άδειο, και ούτε ένα λαμπάκι δεν άναβε μέσα του -σε αντίθεση με το ψυγείο.

Έφτασε στη στάση και είδε τον κόσμο να περιμένει. Τα λεωφορεία κυκλοφορούσαν πια με εορταστικό ωράριο. Μια φορά στο τόσο δηλαδή. Όποτε τους κάπνιζε. Και ήταν μέσα πατείς με πατώ σε, ίδιοι σαρδέλες σε κονσέρβα. Αναστενάξε βαθειά, έπιασε την τσάντα του με τα δυο του χέρια μπροστά του και ακούμπησε στην κολώνα πίσω του.

Απέναντι του η γιορτινή βιτρίνα αντικατόπτριζε τους αναμένοντες στη στάση. Άλλοι μιλώντας στο κινητό, άλλοι με τα ακουστικά, άλλοι χωμένοι στη μικρή φωτεινή οθόνη μπροστά τους, πιο φωτεινή απο το μέλλον τους. Στο δρόμο τα φωτεινά λαμπιόνια αναβόσβηναν. Κόκκινο, κίτρινο, πράσινο, άσπρο. Πάλι κόκκινο, κίτρινο, μετά πράσινο και τώρα άσπρο. Και ξανά. Και ξανά. Όλες οι βιτρίνες ήταν πλούσια στολισμένες. Και ο δήμος είχε στολίσει, με τα φωτεινά "χρόνια πολλά" να κρέμονται πάνω από το δρόμο. Αυτός δεν είχε στολίσει... Πότε να προλάβει; και γιατί να στολίσει άλλωστε; παιδιά, σκυλιά δεν είχε, τι να στολίσει; και για ποιον?

Αύριο θα βάλει να δει και καμία εκπομπή με κάλαντα... Έτσι να τον πιάσει το "κρίστμας σπίριτ". Δε δουλεύει αύριο, έιναι Χριστούγεννα. Για ρεβεγιόν θα πάει το βράδυ στη αδερφής του, τον έχει καλέσει εδώ και μέρες, αλλά δεν έχει βρει ακόμα τι θα της πάει. Μάλλον ένα μπουκάλι κρασί θα κάνει. Ένα μπουκάλι κόκκινο κρασί. Ναι, αυτό θα κάνει. Θα δει τι έχει στο σπίτι και θα της πάει ένα μπουκάλι. Και αν δεν έχει κρασί σίγουρα του βρίσκεται ενα πακεταρισμένο μπουκάλι ουίσκι. Ίσως πάει και κανένα γλυκό.

Το λεωφορείο δε λέει να φανεί στη γωνία. Ο κόσμος περιμένει με παθητική ανυπομονησία. Κάνει και κρύο, είναι και βράδυ. Καλά, δε σκέφτονται ότι και τα Χριστούγεννα ο κόσμος δουλεύει; Είπαμε, εορταστικό ωράριο, αλλά τι θα γίνει; Το λεωφορείο περνάει κάθε τέταρτο κι αυτός περιμένει ήδη κανα μισάωρο... Και καλά, μόνο αυτός είναι; Όχι βέβαια, είναι κι όλοι αυτοί που περιμένουν πριν από αυτόν. Κάποιοι κρατάνε τσάντες και σακούλες από τα μαγαζιά. Θα είχαν πάει να πάρουν τα δώρα τους. Ή θα είχαν πάει να ψωνίσουν  οι ίδιοι με πρόσχημα τα δώρα. Κρίστμας σπίριτ...

Τίποτα δεν κατάλαβε απο Χριστούγεννα φέτος... Πού να καταλάβει; Σπίτι-δουλειά, δουλειά-σπίτι κάθε μέρα, ούτε που πήρε χαμπάρι για πότε πέρασαν οι μέρες, οι βδομάδες, οι μήνες από τα τέλη Αυγούστου που επέστρεψε από την άδειά του. Είχε πάει στην Εύβοια. Ωραία ήταν, ξεκουράστηκε, ήταν με φίλους...

Σαράντα λεπτά και το λεωφορείο δεν υπάρχει ούτε σαν φαντασίωση. Έχει αρχίσει να αδημονεί. Και κρυώνει. Και πεινάει. Και πονάνε τα πόδια του. Και είναι κουρασμένος ρε αδερφέ! Θέλει να πάει να κάτσει σπιτάκι του, κάτω από το παπλωματάκι του, στον καναπέ του, να φάει λίγο ζεστό φαΐ και να δει την τηλεορασίτσα του μέχρι να τον πάρει ο ύπνος. Ό,τι κάνει κάθε βράδυ δηλαδή. Φτάνει να φτάσει επιτέλους σπίτι...

Επιτέλους το λεωφορείο εδέησε να φανεί. Μηχανικά κινείται προς την άκρη του πεζοδρομίου, μαζί με όλους τους άλλους. Πενήντα λεπτά περίμενε. Πενήντα! Και φυσικά μέσα γίνεται το σώσε. Σπρώξε σπρώξε καταφέρνουν να μπουν μέσα. Κάποιον πατάει, κάποιος τον πατάει, άλλους σπρώχνει, άλλοι τον σπρώχνουν... Υπομονή.

Σε ένα απότομο φρενάρισμα όλοι πέφτουν πρός τα πίσω απότομα. Ευτυχώς, αυτός κρατιέται, αλλά στα χέρια του βρίσκεται μια κοπέλα που παράπατησε, έχασε την ισορροπία της και, τελικά, γύρισε το πόδι της πριν πέσει στη  αγκαλιά του. Τη στήνει όρθια, μουρμουρίζει κάτι σαν "δεν πειράζει" και χαμογελά αμήχανα.

Σε δύο στάσεις κατεβαίνει. Πατάει το κουμπί της στάσης, σπρώχνει, σπρώχνεται ποδοπατά κ ποδοπατιέται, αλλά φτάνει μέχρι την πόρτα και κατεβαίνει κάτω. Περνάει γρήγορα τη λεωφόρο και βρίσκεται στα στενά σοκάκια της γειτονιάς του. Η ώρα έχει περάσει προ πολλού δέκα, όσοι ήταν να πάνε στα ρεβεγιόν την παραμονή είναι ήδη μέσα και τρώνε πίνοντας το κρασί τους. Αυτός έχει να περπατήσει κάμποσο μέχρι να φτάσει σπίτι του. Ανασηκώνει λίγο το γιακά για να προστατευτεί απο το κρύο που τον ανατριχιάζει και ταχύνει λίγο το βήμα του. Να φτάσει σπίτι, στο στρώμα, το πάπλωμα και την τηλεόραση, τίποτα άλλο δε θέλει. Να φτάσει, μόνο να φτάσει επιτέλους.

Από τα παράθυρα των σπιτιών και των πολυκατοικιών φαίνονται τα πολύχρωμα λαμπιόνια των δέντρων που αναβοσβήνουν. Ή των μπαλκονιών που αναβοσβήνουν. Ή των γλαστρών που αναβοσβήνουν. Γενικά τα Χριστούγεννα χαρακτηρίζονται απο φώτα που αναβοσβήνουν, τρεμοπαίζουν, μπερδεύονται, και προκαλούν βραχυκυκλώματα και μπελάδες.

Από κάπου κοντά ακούγεται μια φωνή να πλανάται στον αέρα. "Σκουπίδι η σκέψη την πετώωω, τη σιωπή απαρνιέμαιιι, μ'ενα σαράκι αρμενικό σε δρόμους ποτέ δεν έζησα ωωωω στις χαραυγές ξεχνιέμαιιι".
Η φωνή κάνει κορόνες στις τελευταίες συλλαβές, αφήνοντας να ξεφύγει κανένα γελάκι. Γυναικεία είναι. Μάλλον κοριτσίστικη θα έλεγε κανείς.

Η κάτοχος της φωνής στρίβει τη γωνία και περπατάει στο απέναντι πεζοδρόμιο. Τον αντιλαμβάνεται και σταματάει το τραγούδι, διατηρώντας μόνο το μουρμούρισμα του ρυθμού του. Φοράει έναν κόκκινο αγιοβασιλιάτικο σκούφο και τα μάγουλά της είναι κατακόκκινα από το κρύο και ίσως κάποιον ενθουσιασμό. Το πρόσωπο της λάμπει ολόκληρο από χαρά και φρεσκάδα. Την κοιτάει με κατανόηση και ζήλεια.

Αυτή δεν έχει έγνοιες, σκέφτεται, δεν κουράζεται, δεν ταλαιπωρείται όπως εγώ. Γι αυτό είναι έτσι ευτυχισμένη. Δεν της μένει όμως πολύς καιρός, όπου νά'ναι θα τη νιώσει κι αυτή τη γλύκα της ζωής, με ατέλειωτες ώρες δουλειάς για ελάχιστα χρήματα. Με ένα επάγγελμα που δεν έχει και τόση σχέση τελικά με τις σπουδές σου. Με τον εργοδότη, το συνάδελφο, και το μοναδικό φίλο, το γραφείο και τον υπολογιστή. Με τα παράπονα, την κούραση, την ιώβια υπομονή και την τελική αποχαύνωση

-Καλά κι ευτυχισμένα Χριστούγεννα! του φωνάζει η κοπέλα όταν φτάνει απέναντι του και τον χαιρετάει.
Δεν τον ξέρει, ούτε κι αυτός την έχει ξαναδεί. Τη βλέπει να τον προσπερνάει με ενα σακίδιο να χοροπηδάει στους ώμους της. Όταν απομακρύνεται κάμποσο, ξαναπαίρνει το τραγούδι "στο Βασιλόπουλο ανέβεις ξαφνικά το φλάαας, η νύχτα παίζει τα παιχνίδια τα δικάααα της, σβήνεις και χάνεσαι ούτε ξέρω πού θα παααας, αντίο φίλε μες στη αγκάλια τηηηης"

Είναι η πρώτη που του εύχεται καλά Χριστούγεννα. Ο Γιώργος χαμογελά και νιώθει κάτι να ζεσταίνει μέσα του. Μπαίνοντας στην πολυκατοικία κοιτάει τη στολισμένη γλάστρα με συμπάθεια και λίγο χαμόγελο. Στα αυτιά του ηχούν ακόμα οι χαρούμενες και λίγο λαχανιασμένες κορώνες της κοπέλας.

Όχι, δεν ξέρει ακόμα πώς είναι η ζωή. Ζει στο δικό της κόσμο. Μπορεί να είναι ερωτευμένη, μπορεί να πήγε καλά στα μαθήματά της και να χάρηκε, μπορεί απλώς να βγήκε με τις φίλες της. Είναι παραμονή Χριστουγέννων, γιατί να μην είναι χαρούμενη όσο ακόμα μπορεί;
Γιατί να μη διατηρήσει όσο προλαβαίνει ακόμα αυτή την ιερή ευτυχία και τη μαγεία στη ζωή της;

Ξεκλειδώνει την πόρτα και σκέφτεται πόσο θά'θελε να υπήρχε κάποιος να τον υποδεχτεί με ένα χαμόγελο. Πηγαίνοντας προς την κουζίνα ρίχνει μια ματιά εκεί που θα έπρεπε να στέκεται το δέντρο που δε στόλισε. Παίρνει το πιάτο με το φαΐ του και κάθεται στον καναπέ ανάβοντας την τηλεόραση. Το ζάπινγκ φέρνει αμέσως την καταστροφή στη χώρα και στο σπίτι του. Την κλείνει και ανοίγει το ραδιόφωνο "so this is christmaaaaas, and what have you done?".

Αλήθεια, τι έχει κάνει;
Τίποτα. Μια σκέψη του περνάει ξαφνικά από το μυαλό. Ξαφνικά και ίσως λίγο μαγικά. Έχει ακόμα μια παλιά στολή Αγίου Βασίλη και θυμάται μια άσπρη γενειάδα να υπάρχει σε ένα κουτί παπουτσιών στο πατάρι.

Είναι Χριστούγεννα κι αυτός δεν έχει κάνει τίποτα... Ακόμα!

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου