Παρασκευή, 20 Νοεμβρίου 2015

Επί των πνιγμών

Μην ονειρευτείς ποτέ νεκρά παιδιά.
Ποτέ.
Το σαν μάρμαρο σώμα τους θα φαίνεται στο πρόσωπό σου.
Η παγωνιά του θανάτου τους θα αρπάξει την καρδιά σου.
Το απλανές βλέμμα τους θα σε κοιτάει για πάντα απο το τζάμι του αυτοκινήτου όταν οδηγείς.

Ποτέ μην ονειρευτείς νεκρά παιδιά.
Ποτέ.
Το ανύπαρκτό τους αύριο είναι το δικό σου χαμένο μέλλον.
Η δική τους σκοτωμένη ελπίδα γίνεται δική σου ανίατη απελπισία.
Η νεκρική τους ακινησία γίνεται η δικιά σου ανημπόρια να συνεχίσεις να περπατάς.

Ποτέ μην ονειρευτείς νεκρά παιδιά.
Ποτέ.
Ακόμα κι αν στ´αλήθεια πεθαίνουν,
μην τα σκοτώνεις και στα όνειρά σου.
Φτάνει που τα καταδικάζουν οι άλλοι.

Οι άλλοι δεν ονειρεύονται,
γι αυτό δε βλέπουν όυτε κι εφιάλτες.
Αυτοί δε νιώθουν καμιά παγωνιά.
Δε στεγνώνει πάνω τους μια ολόκληρη θάλασσα νεκρών.

Κι ακόμα κι αν,
μετά από όσα ζεις και βλέπεις,
ονειρευτέις νεκρά παιδιά,
Διώξε την εικόνα από την ψυχή σου
κράτα την όμως καλά στο πίσω μέρος των ματιών σου.

Και ορκίσου.

Σάββατο, 31 Οκτωβρίου 2015

Θυμάσαι;

-Θυμάσαι το σπίτι με την αυλή και τις γάτες;
 Θυμάσαι που ποτίζαμε τις γλάστρες με τα λουλούδια;
 Θυμάσαι που παίζαμε στο δρόμο;
-Θυμάμαι ένα ερείπιο που είχε τρύπες για παράθυρα.
 Θυμάμαι μια αυλή με αγριόχορτα και κατάξερες γλάστρες.
 Θυμάμαι ένα παιδί χαμένο να στέκεται στη μέση του δρόμου.

-Θυμάσαι που μου έδειχνες τον κόσμο;
 Θυμάσαι που μου μίλαγες για τα σύννεφα, τον ήλιο και τη βροχή;
 Θυμάσαι που μου μάθαινες να αγαπώ τα ζώα και, κυρίως, τους ανθρώπους;
-Θυμάμαι ότι έπρεπε να δω τον κόσμο.
 Θυμάμαι τον καυτό ήλιο και την ασταμάτητη βροχή.
 Θυμάμαι ότι κάποτε έβλεπα το καλό στους ανθρώπους.

-Θυμάσαι τότε που μου έλεγες ιστορίες για τη θάλασσα;
 Θυμάσαι που μου περιέγραφες τόπους μακρινούς;
-Θυμάμαι τη θάλασσα. Βλέπω τώρα εκείνους τους μακρινούς τόπους.

-Θυμάσαι που μ´αγκάλιαζες;
-Θυμάμαι να με σπρώχνουν.

-Άραγε θυμάσαι ότι σ´αγαπούσα;
-Θυμάμαι να με λυπούνται.

-Θυμάσαι που σου υποσχέθηκα να σου δώσω αυτά που είχα;
 Θυμάσαι που όταν ήμασταν μαζί δεν φοβόμασταν τίποτα;
 Θυμάσαι που ονειρευόμασταν;
-Θυμάμαι να μην έχω τίποτα.
 Θυμάμαι να είμαι μόνος μου και να φοβάμαι.
 Θυμάμαι όμως ακόμα να ονειρεύομαι.

 Θυμάμαι ότι πίσω στο σπίτι ήμασταν μαζί.
 Θυμάμαι την πόλη με τους δρόμους και τις πλατείες.
 Θυμάμαι το σπίτι μας. Ήταν φωτεινό και χαρούμενο.
 Θυμάμαι γέλια και δάκρυα και φωνές.

 Τα θυμάμαι όλα αυτά να χάνονται.
 Θυμάμαι τους καπνούς και τον εκκωφαντικό θόρυβο.
 Θυμάμαι στολές, θυμάμαι το δρόμο. Τις μέρες και τις νύχτες στο δρόμο.
 Θυμάμαι την κούραση και την απόγνωση.
 Θυμάμαι μια βάρκα.
 Θυμάμαι τον τρόμο.
 Θυμάμαι ακόμα ότι πρέπει να συνεχίζω. Ότι πρέπει να φτάσω.
 Θυμάμαι οτι μου είπες κάποτε πως όλο αυτό θα είναι μόνο μια ανάμνηση.
 Θυμάμαι να μην το ξεχνάω.
 Εσύ; Το θυμάσαι;

Τρίτη, 4 Αυγούστου 2015

Έτσι όπως η νύχτα χάνεται μέσα στη μέρα

Είναι νύχτα.
Καλοκαιρινή νύχτα.
Καλοκαιρινή νύχτα του Ιουλίου.
Καλοκαιρινή νύχτα του Ιουλίου στο νησί.
Καλοκαιρινή νύχτα του Ιουλίου στην πιο όμορφη παραλία του νησιού.

Το φεγγάρι είναι μια μέρα πριν από την πανσέληνο και κοντεύει στη δύση του. Φωτίζει τον ουρανό και λούζει τη θάλασσα με μια πορτοκαλοκεχριμπαρένια φωτεινή λουρίδα, αφήνοντάς σε με το στόμα ανοιχτό και το μυαλό ανίκανο να βρει λέξεις για να περιγράψει την ομορφιά.
-Πώς το είπε ο Παπαδιαμάντης στο "Όνειρο στο κύμα"; Θυμάσαι; Χρησιμοποιεί μια λέξη για την ουρά φωτός του φεγγαριού στη θάλασσα.
-Ναι... Αλουργίδα! Αλουργίδα το λέει ο Παπαδιαμάντης.

Πράγματι.
Να τι λέει ο Παπαδιαμάντης: "Μίαν εσπέραν, καθώς είχα κατεβάσει τα γίδια μου κάτω εις τον αιγιαλόν, ανάμεσα εις τους βράχους, όπου εσχημάτιζε χιλίους γλαφυρούς κολπίσκους και αγκαλίτσες το κύμα, όπου αλλού εκυρτώνοντο οι βράχοι εις προβλήτας και αλλού εκοιλαίνοντο εις σπήλαια· και ανάμεσα εις τους τόσους ελιγμούς και δαιδάλους του νερού, το οποίον εισεχώρει μορμυρίζον, χορεύον με άτακτους φλοίσβους και αφρούς, όμοιον με το βρέφος το ψελλίζον, που αναπηδά εις το λίκνόν του και λαχταρεί να σηκωθή και να χορεύση εις την χείρα της μητρός που το έψαυσε — καθώς είχα κατεβάσει, λέγω, τα γίδια μου διά ν' “αρμυρίσουν” εις την θάλασσαν, όπως συχνά εσυνήθιζα, είδα την ακρογιαλιάν που ήτον μεγάλη χαρά και μαγεία, και την “ελιμπίστηκα”, κ' ελαχτάρησα να πέσω να κολυμβήσω. Ήτον τον Αύγουστον μήνα. [...] Την ώραν εκείνην είχε βασιλέψει ο ήλιος, και το φεγγάρι σχεδόν ολόγεμον ήρχισε να λάμπη χαμηλά, ως δύο καλαμιές υψηλότερα από τα βουνά της αντικρινής νήσου. Ο βράχος ο δικός μου έτεινε προς βορράν, και πέραν από τον άλλον κάβον προς δυσμάς, αριστερά μου, έβλεπα μίαν πτυχήν από την πορφύραν του ήλιου, που είχε βασιλέψει εκείνην την στιγμήν.
Ήτον η ουρά της λαμπράς αλουργίδος που σύρεται οπίσω, ή ήτον ο τάπης, που του έστρωνε, καθώς λέγουν, η μάννα του, διά να καθίση να δειπνήση."

Με τα μάτια, λοιπόν, καρφωμένα στη "λαμπρά αλουργίδα" κατηφορίζουμε προς την παραλία. Τα χαλίκια είναι δροσερά και υποχωρούν αθόρυβα κάτω από τα βήματά μας.
Η θάλασσα είναι σκούρα μπλε, σχεδόν μαύρη, με εξαίρεση το χρυσό μονοπάτι του φεγγαριού, που όλο και χαμηλώνει για να βουτήξει μέσα της.
Μοιάζει να μην υπάρχει άλλος άνθρωπος στη γη τη στιγμή αυτή. Δεν υπάρχουν προβλήματα, δεν υπάρχουν λόγια, δεν υπάρχει τίποτα άλλο πέρα από τη ζεστή αύρα, τα δροσερά νερά και το πορτοκαλοκόκκινο φεγγάρι. 
Οι στίχοι μου βγαίνουν από το στόμα πριν καλά τους σκεφτώ,
"Τον Ιούλιο κάποτε μισανοίξανε
  τα μεγάλα μάτια της μες στα σπλάχνα μου
  την παρθένα ζωή μια στιγμή να φωτίσουν
  μακρινή μητέρα ρόδο μου αμάραντο".
Οδυσσέας Ελύτης.
Όταν βλέπεις τέτοιες εικόνες γύρω σου πώς να μη γίνεις ποιητής; Μόνο ένα ποίημα μπορεί να τις περιγράψει...

Ξαπλώνουμε στην άμμο.
-Κοιτάξτε τα αστέρια. Να η Άρκτος, να η Ζώνη του Ωρίωνα.
-Σσσσσς!
Κι όσο το φεγγάρι χαμηλώνει τόσο ο ουρανός σκουραίνει και τα αστέρια φωτίζονται περισσότερο. Κάθε τόσο ένα πεφταστέρι διαγράφει την τροχιά του. Δεν κάνουμε ευχές. Απλώς παρακολουθούμε την ουρά του να χάνεται στον ουρανό.

Περπατάμε εκεί που σκάει το κύμα.
-Κοίτα ομορφιά. Ξεχνάς ό,τι κι αν γίνεται στον κόσμο...
-Εδώ πρέπει να φέρουμε τους πολιτικούς και τους τεχνοκράτες του κόσμου. Να γίνουν καλά.
-Μπα... Μάταιος κόπος. Οι τεχνοκράτες θα σκεφτούν πώς μπορούν να βγάλουν λεφτά από το φεγγάρι και τα αστέρια και τη θάλασσα. Οι πολιτικοί, πάλι, θα προσπαθήσουν να σε πείσουν ότι το δύον φεγγάρι είναι ανατέλοντας ήλιος.

Η ώρα περνάει. Το φεγγάρι χάνεται μέσα στη θάλασσα και το σκοτάδι γίνεται απόλυτο. Τα αστέρια λάμπουν μόνα τους φωτίζοντας τη νύχτα.
Και ξαφνικά η πιο φαντασμαγορική αλλαγή.
Γύρω γύρω, στις άκρες του ορίζοντα ένα γαλακτερό άσπρο φως αρχίζει να αχνοφαίνεται, σκίζοντας σιγά σιγά το πιχτό σκοτάδι.

"Ανάμεσα νύχτας και αυγής
  σφηνωμένη βρήκα την άωρη ώρα"
Κική Δημουλά

-Κοίτα! Χαράζει.

Μάταιη η προσπάθεια όλων αυτών που θέλησαν να εξηγήσουν το φαινόμενο επιστημονικά. Στην πορεία έχασαν τη μαγεία του να μην ξέρεις, να μην καταλαβαίνεις και να μη σε νοιάζει γιατί η αυγή ροδίζει. Απλώς να το βλέπεις να εκτυλίσσεται μπροστά σου. Χωρίς λόγια. Μόνο να βλέπεις και να ανασαίνεις. Άλλοι αυτό το λένε θεό...

Μέσα σε ελάχιστα λεπτά η "άωρη ώρα" της χαραυγής έχει ήδη περάσει και τη θέση της έχει πάρει το ξημέρωμα. Ο ουρανός είναι ακόμα σκοτεινός, αλλά οι άκρες του έχουν γίνει κόκκινες και πορτοκαλιές και μωβ και βιολετιές και μενεξεδιές και ρόδινες και χρώματος ροδακινί. Η ροδοδάκτυλη Ηώ.

"Κι ο ήλιος ανατέλει ξανά, πάνω στα κίτρινα βουνά
  τρέχει παγωτό λεμόνι, ξημερώνει."
Μαριανίνα Κριεζή στη Λιλιπούπολη.

Ξημέρωσε. Δεν προλαβαίνει να καταλάβεις πότε πρόλαβε ο ουρανός να αλλάξει. Πότε κιόλας τα αστέρια, που πριν ήταν τόσο φωτεινά, πρώτα ξεθώριασαν, μετά έσβησαν και έμεινε μόνο ο Αυγερινός και μετά τον κάλυψε κι αυτόν το φως. Και ο ουρανός από μαύρος έγινε σκούρος μπλε και μετά ανοιχτό, γαλακτερό γαλάζιο. Και οι πρώτες κίτρινες ακτίνες φάνηκαν πίσω μας.

Το θαύμα συντελέστηκε. Η νύχτα χάθηκε μέσα στη μέρα. Ο κόσμος ξυπνά, άλλη μια μέρα ξεκινάει.
Το κρύο γίνεται ζέστη, το σκοτάδι φως, το φεγγάρι ήλιος και οι φωνές των τριζονιών φωνές τζιτζικιών.
Τυχερός όποιος έζησε τη μεταμόρφωση.
Τη μεταμόρφωση που συντελείται ακριβώς μπροστά στα μάτια μας.
Τη μεταμόρφωση που γίνεται μοναδικά κι όμως ίδια κάθε νύχτα, κάθε μέρα, ό,τι κι αν κάνουμε, είτε τη βλέπουμε είτε όχι.
Τη μεταμόρφωση που είναι αδύνατον να την περιγράψεις αν δεν είσαι ποιητής, αδύνατον να την κατανοήσεις αν είσαι επιστήμονας, αδύνατον να τη ζήσεις αν ζεις, ξυπνάς και κοιμάσαι με μοναδικό οδηγό τη ζωή της ρουτίνας και αδύνατον να την ξεχάσεις αν μια φορά έχεις δει το θαύμα να σου χαρίζεται απλόχερα μπροστά σου.
Κάποιοι το λένε θεό.




Τετάρτη, 22 Ιουλίου 2015

Αυτός ο κόσμος που αλλάζει, με τρομάζει

Η Σοφία έλεγε κάποτε ότι δεν της αρέσουν οι αλλαγές των εποχών. Όχι επειδή αλλάζουν, αλλά επειδή είναι μεταβατικές περίοδοι.
Εμένα πάλι οι αγαπημένες μου εποχές είναι η άνοιξη και το φθινόπωρο. 
Είναι, λένε, εποχές μεταβατικές, περάσματα από το χειμώνα στο καλοκαίρι κι από εκεί πάλι στο χειμώνα. 
Αυτό, λένε, σημαίνει ότι μ' αρέσουν οι μεταβατικές περίοδοι, δηλαδή τα περάσματα. 
Περάσματα από τη θάλασσα στη βροχή κι από τη βροχή στο χιόνι. 
Από τις ώρες στο μπαλκόνι πάνω από τη θάλασσα, στις ώρες μέσα στο λεωφορείο.
Από τη μια κατάσταση στην άλλη, από τη μια φάση της ζωής στην άλλη. 
Κι ακόμη, από τον έναν άνθρωπο στον άλλο. 
Αυτό είναι, λένε, οι μεταβατικές περίοδοι. Και μου αρέσουν λένε. Λένε.

"Όλα τριγύρω αλλάζουνε κι όλα τα ίδια μένουν", αλλά μόνο όταν τη θες την αλλαγή. 
Όταν η αλλαγή είναι ανάσα δεν έρχεται ποτέ. 
Καμουφλάρεται πίσω από τις σταθερές, τις απαράβατες αυτές σταθερές, χωρίς τις οποίες αλίμονό μας. 
Θα χαθούμε, θα καταστραφούμε, δε θα ξέρουμε πού να πάμε, δε θα ξέρουμε πού πάμε και γι αυτό ας κάτσουμε καλύτερα εδώ που ξέρουμε τι γίνεται και πώς. 
Πού να τρέχουμε τώρα στο άγνωστο, δεν έχουμε καν ελπίδα. 
Τι τη ζητάς την αλλαγή; Όποτε ήρθε με πομπές και με παράτες σε κακό μας έβγαλε. 
Άσε, δεν τη θες την αλλαγή, πού να τρέχεις τώρα; 
Άσε. Κάτσε εδώ που τα ξέρεις. Άσε. Κάτσε.
Αυτά όταν τη θες την αλλαγή.

Ο νόμος, όμως, του Μέρφι είναι σχεδόν απαράβατος. Γιατί, ειδικά όταν αναζητάς τη σταθερότητα, περνούν από πάνω σου τρεις ανεμοστρόβιλοι, τέσσερα τσουνάμι και κάνα-δυο καταιγίδες και, εκεί που το μόνο που αναζητούσες ήταν, επιτέλους, να κάτσεις κάπου ήσυχα και σταθερά, σε παίρνει και σε σηκώνει. 
Και προσγειώνεσαι στο πουθενά, μισοπνιγμένος, μισοζαλισμένος, αλλά, εντάξει, θα πατήσεις, θα ξανασυνηθίσεις, θα βρεις καινούριες σταθερές και θα συνεχίσεις. 
Εξάλλου, σ' αυτήν την περίπτωση δεν είναι στο χέρι σου να κάνεις τίποτα άλλο πέρα από το να φωνάξεις στο σύμπαν "Έτσι είσαι; Θα σου δείξω εγώ!", κι έτσι επιβιώνεις και περνάς και καλά. 
Μία σου και μία του. 
Όχι, το πρόβλημα δεν είναι αυτές οι περιπτώσεις.

Οι αλλαγές δεν είναι ούτε καλές ούτε κακές. 
Ή, μάλλον, μπορεί να είναι καλές μπορεί να είναι και κακές. 
Ορισμένες από αυτές όμως είναι τρομακτικές.
Και οι τρομακτικές αλλαγές είναι αυτές οι ύπουλες, που δεν τις παίρνεις χαμπάρι πριν γίνει το κακό. Που τις καταλαβαίνεις όταν μια φορά κοιτάζεις τυχαία πίσω και αναφωνείς: "Μα πότε έγινε αυτό;!" ή όταν η μεσόκοπη οικογενειακή φίλη σε σταματήσει έκπληκτη με την ενθουσιώδη φράση-σημαία "Καλέ! Πώς άλλαξες έτσι;!". 
Κι ακόμα χειρότερο είναι όταν τη φράση-σημαία την πεις εσύ ο ίδιος στον καθρέφτη σου. 

"Πώς άλλαξα εγώ έτσι;" Ρωτάς το είδωλό σου. "Πέρσυ τέτοια εποχή -μα τι λέω; πριν από ένα μήνα ήταν- ήμουν άλλος άνθρωπος. Αυτό εγώ δεν θα το έκανα ποτέ, Εκείνο εγώ δε θα το έλεγα ποτέ και τούτο' δω δε θα μου πέρναγε ούτε καν από το μυαλό."
Και απαιτείς εξηγήσεις από το είδωλο. Γιατί αλλιώς το θυμόσουν εσύ την τελευταία φορά που το είδες. "Καλέ: Πώς άλλαξες έτσι;!". Κι απευθύνεσαι σε σένα τον ίδιο.

Και το είδωλο τι; 
Στην καλύτερη περίπτωση να σου σηκώσει αδιάφορα τους ώμους: "Έτσι πάει. Πότε επιτέλους θα το μάθεις ότι με τις εμπειρίες που κυνηγάς αλλάζεις;" 
Στη χειρότερη περίπτωση θα σου σηκώσει ειρωνικά το φρύδι: "Τι εννοείς αλλαγή; Πού την είδες την αλλαγή; Δεν πάχυνα, δεν αδυνάτισα, δε μαύρισα, δεν έχω μελανιές. Πού την είδες την αλλαγή;" απαιτεί να μάθει το είδωλο. 
Κι όμως η αλλαγή είναι εκεί. Τη βλέπεις καλά. Έχει συντελεστεί. 
Αλλά δεν μπορείς να προσδιορίσεις πότε. 
Δεν έχεις καταλάβει πού.
Δεν έχεις ιδέα τι ήταν αυτό που σου προκάλεσε αυτό το γεμάτο κενό από την καρδιά ως το στομάχι και που άλλοτε το αγνοείς κι άλλοτε σε κάνει να θες να σκάσεις, μπας και σκάσει κι αυτό.
Δεν ξες καν τι είναι αυτό που άλλαξε. 
"Δεν ξέρω τι θέλω και δε θα ησυχάσω μέχρι να το αποκτήσω" δηλώνεις κατηγορηματικά στο είδωλο και το ακούς που γελάει σαρκαστικά.

Κι αυτές οι αλλαγές είναι οι πιο ύπουλες από όλες. 
Και οι πιο τρομακτικές. 
Ειδικά όταν έρχονται σαν ένα κερασάκι στην τούρτα ενός κόσμου που χάνει κάθε μέρα τις σταθερές του.
Ενός κόσμου που το σήμερά του είναι ήδη γεγονός ιστορικό και δεν προλαβαίνεις να δεις, δεν προλαβαίνεις να καταλάβεις. Και δε χρειάζεται, γιατί μέχρι να δεις και να πάρεις χαμπάρι η αλλαγή σε έχει ήδη ξεπεράσει και τώρα κάτι άλλο είναι αυτό που ισχύει.
Βάλτο τώρα όλο αυτό μαζί μ' εκείνο το γεμάτο κενό.
Γιατί, αυτός ο κόσμος που αλλάζει δε σου μοιάζει. Αυτός όμως ο κόσμος που αλλάζει με τρομάζει.
Ιδιαίτερα, δε, το γεγονός ότι "οι δρόμοι δεν υπάρχουν φορές που γυρίζουν ξανά προς τις ίδιες χαρές".
Ό,τι έχασες, έχασες. Κι αν στην πορεία κατάφερες και κάτι να κερδίσεις, τότε τόσο το καλύτερο για σένα.
Το πρόβλημα όμως για σένα και για εκείνο το είδωλο που σε κοιτάει ειρωνικά έχοντας τα χέρια στη μέση και χωρίς καμία διάθεση να βοηθήσει, είναι το πώς θα διατηρήσεις όσα σαν άμμος σου φεύγουν από τα χέρια μαζί με την αλλαγή, μαζί με τον χρόνο. Μαζί με τον χρόνο, άρα μαζί με την αλλαγή. Μαζί με την αλλαγή, άρα μαζί με τον χρόνο.

Τρίτη, 14 Ιουλίου 2015

Κι όμως, επιμένω να ονειρεύομαι.

      Πολλοί λένε ότι "μπορούν να μας τα πάρουν όλα εκτός από τα όνειρά μας".

Ψεμμα.

      Το πρώτο που μας παίρνουν είναι τα όνειρά μας, αλλά και κάτι παραπάνω από αυτά. Την ικανότητα να ονειρευόμαστε. Και όταν δεν μπορείς πια να ονειρευτείς, όταν είσαι μόνο ένα έρμαιο στα χέρια της πραγματικότητας, χωρίς να έχεις προς τα πού να πας, χωρίς ένα καταφύγιο, μεταορφώνεσαι.
Μεταμορφώνεσαι σε μια γκρίζα φιγούρα που περιφέρεται μέσα στην πόλη. Περπατάς άνευρα, είσαι άλλη μια έκφραση απελπισίας μέσα στο λεωφορείο. Πας στο ΑΤΜ, στοκάρεις μακαρόνια από το σούπερ μάρκετ, ανησυχείς για ένα άυριο που δε σου λέει τίποτα, που δε θες καν να το ζήσεις.

        Το πρώτο που μας παίρνουν είναι τα όνειρά μας. Τα πιάνουν με τα βρώμικα χέρια τους και τα ζουλάνε. Τα ζουλάνε τόσο όσο να χωρέσουν εκεί που "πρέπει". Κι ό,τι περισσεύει είναι ουτοπία, απραγματοποίητες ανοησίες.
"Τι είναι αυτά που λες παιδάκι μου; Σε τέτοιες εποχές; Σκέψου λογικά. Δε γίνονται τέτοια πράγματα."
Όταν όλα πρέπει να χωρέσουν σε αριθμούς και χρονοδιαγράμματα, σε προσεκτικά τετραγωνισμένες θέσεις και ευθείες λογικές γραμμές, πού να βρεθεί χώρος για όνειρα;
Όταν οι ειδήσεις που παράγονται είναι περισσότερες απ'όσες μπορεί ένας άνθρωπος να καταναλώσει, πού να βρέθει χρόνος για ονειροπόληση;
Όταν η ζωή σου αλλάζει από τη μια ώρα στην άλλη, πού να βρεις ελπίδα για να την κάνεις όνειρο;

          Το πρώτο που μας παίρνουν είναι τα όνειρά μας. Αλλά τι να τα κάνεις τα όνειρα; Δεν τρώγονται, δεν ανταλλάσσονται, δεν πουλιούνται. Άχρηστα είναι.
Ίσα ίσα, σου τρώνε τον χρόνο σου. Σε κάνουν να ξεστρατίζεις, να πηγαίνεις κάπου αλλού, όχι εκεί που "πρέπει". Και τι είναι αυτό που πρέπει; Α ναι, να πηγαίνεις ΑΤΜ-σούπερ μάρκετ-σπίτι-τηλεόραση. Μηχανικά Χωρίς να σκέφτεσαι και χωρίς να ρωτάς.

           Το πρώτο που μας παίρνουν είναι τα όνειρά μας.
"Σε πολυεθνικό μονόδρομο το μέλλον μου δώσαν αντιπαροχή" έγραψε κάποτε ο Οδυσσέας Ιωάννου. Το μέλλον μου, δηλαδή τα όνειρά μου. Τα όνειρά μου, άρα το μέλλον μου.
"Στο μυαλό είναι ο στόχος, το νού σου, ε;". Κατερίνα Γώγου.
Το μυαλό άρα τα όνειρά μου. Τα όνειρα, δηλαδή το μυαλό μου.

        Το πρώτο που μας παίρνουν είναι τα όνειρά μας. Απλούστατα γιατί στο μεταξύ ξεχάσαμε να φτιάχνουμε καινούρια. Κάναμε την πραγματικότητα νούμερα και την ισοσκελίσαμε με τα όνειρά μας για το αύριο. Ο χρόνος είναι χρήμα και το χρήμα αυτοσκοπός, δε χωράει τίποτα άλλο.
Κι αν τολμήσεις να πεις κάτι άλλο, αν τολμήσεις να χτίσεις μια άλλη πραγματικότητα, αν τολμήσεις να ανακοινώσεις πως "εγώ θα προσπαθήσω και, θα δεις, μια μέρα θα το κάνω!", είσαι αφελής. Έχεις άγνοια κινδύνου, δεν έχεις υπολογίσει τις συνέπειες. Και δος του ΑΤΜ-σούπερ μάρκετ-σπίτι-τηλεόραση.

Όχι. Δεν τα παίρνουν όλα. Παίρνουν όμως πρώτα απ'όλα τα όνειρά μου και "μου τα κάνουν λιώμα. Απ'το πόδι με τραβάν βαθειά μέσα στο χώμα".
Όμως ο ήλιος θα ξαναβγεί από την ανατολή και η θάλασσα θα χτυπάει για πάντα στους βράχους. Εγώ όμως θα έχω ξεχάσει πώς να ονειρεύομαι.
Όχι, όσο ο ήλιος θα συνεχίσει να ξαναβγαίνει από την ανατολή και η θάλασσα να χτυπάει τους βράχους, θα ξέρω ότι θα είμαστε εδώ.
Όχι για να πηγαίνουμε ΑΤΜ-σούπερ μάρκετ-σπίτι-τηλεόραση.

Το πρώτο που μας παίρνουν είναι τα όνειρά μας. Εγώ όμως δε θα τους τα παραδώσω, ούτε τα όνειρα, ούτε το μέλλον μου.

Κυριακή, 19 Απριλίου 2015

Μια φωτογραφία. Μια απλή φωτογραφία.

Μια φωτογραφία. Είναι μια απλή φωτογραφία.
Είναι ενα παιδί. Ένα νήπιο. 
Γύρω του άνθρωποι που δε φαίνονται. 
Και στο κεφάλι του στραμμένες τρεις κάνες όπλων. 
Δεν ξέρω τι είδους όπλα ειναι. Δε με νοιάζει.

Είναι ένα παιδί. Τρεις άνδρες, τρία άτομα που θέλουν να λέγονται άνθρωποι, στρέφουν τα όπλα τους σε ένα παιδί. 
Σε ένα νήπιο που τους κοιτά με τρόμο, χωρίς να καταλαβαίνει, με το στόμα μισάνοιχτο.
Σε ένα παιδί που ακόμα δεν είναι τίποτα. Δεν είναι Χριστιανός ή Μπυσουλμάνος, απατεώνας ή τίμιος άνθρωπος. Δεν είναι απολύτως τίποτα. Tabula rasa. Είναι ένα αβοήθητο, τρομαγμένο πλάσμα. Ένα νήπιο. Ένα παιδί.

Και όλα αυτά την ίδια στιγμή που στα μέρη μας συζητάμε ότι κοντεύει καλοκαίρι και πρέπει να βρούμε μια καλή δίαιτα.
Την ίδια στιγμή που στα μέρη μας καταγγέλουμε αυτές τις φωτογραφίες από την ασφάλεια του σπιτιού μας. Πίσω από το 
πληκτρολόγιο μας. Στο γραφείο, στο αυτοκίνητο, στο κρεββάτι μας. Θα μου πεις, εκεί έχουν πόλεμο. Και στον πόλεμο δεν υπάρχουν κανόνες. Δεν υπάρχουν αναστολές.
 Υπάρχουν όμως άνθρωποι. 
Άνθρωποι που πολεμούν, 
άνθρωποι που εκτελούν, 
άνθρωποι που σκοτώνονται και σκοτώνουν, υπακόυοντας εντολές 
άλλων. Άλλων, που αποφασίζουν και διατάσσουν μακριά από το 
θόρυβο, τη σκόνη, το αίμα, τις φωνές...

Και αν μπορώ να καταλάβω αυτόν που διηύθυνε ένα στρατόπεδο συγκέντρωσης (Προσοχή! Όχι να δικαιολογήσω, να καταλάβω γιατί το έκανε.), γιατί πίστευε στο ναζισμό, 
αν μπορώ να καταλάβω αυτόν που βομβάρδιζε πόλεις, γιατί δεν έβλεπε, δεν ένιωθε τον αντίκτυπο των βομβών του, 
αν μπορώ να καταλάβω αυτόν που σκοτώνει τους εχθρούς του στο πεδίο της μάχης, για να μη σκοτωθέι ο ίδιος, 
στο μυαλό μου δεν χωράει το πώς ζει, το τι σκέφτεται αυτός που εκτελεί εν ψυχρώ γυναίκες, γέρους και παιδιά. 
Δε χωράει στο μυαλό μου το πώς μπορεί να σκοτώνει εν ψυχρώ 
επειδή του τό´πανε. 

Δε χωράει στο μυαλό μου γιατί, με ποια λογική, ένα νήπιο είναι 
τόσο επικίνδυνο, ώστε να του έχουν στραμμένες στο κεφαλι τρεις κάνες όπλων. 
Δεν ξέρω τι είδους όπλα είναι. 
Δε με νοίαζει.

Παρασκευή, 10 Απριλίου 2015

Εικόνες επιταφίου

1. Ώρα περίπου 7.30 και έχουν αρχίσει να φτάνουν στην εκκλησία οι πρώτοι πιστοί, είτε για να παρακολουθήσουν ολόκληρη τη λειτουργία, είτε για να προσκυνήσουν απλώς τον επιτάφιο.
Όλοι αυτοί οι καλοί χριστιανοί αγνοούν τον παππού που μάταια προσπαθεί να ανεβεί με το μπαστούνι του τα σκαλιά της εκκλησίας. Μόνο η τσιγγάνα που ζητιανεύει στην είσοδο του απλώνει το χέρι, όχι για να ζητήσει την ελεημοσύνη του, μα για να τον βοηθήσει.

2. Ο κόσμος μπαινοβγαίνει στην εκκλησία αφήνοντας τα ποδήλατα στη μέση του δρόμου αφύλακτα. Τη Mεγάλη Παρασκευή δε κλέβουνε...


3. Μια βόλτα στους γύρω δρόμους αποδεικνύει ότι η πόλη άδειασε. Οι εκκλησίες, πάλι, είναι ασφυκτικά γεμάτες.

4. Η καμπάνα χτυπά κάθε τόσο πένθιμα. Με κάθε χτύπημά της τα χελιδόνια ορμούν στον ουρανό κι ένα σκυλί κλαίει.


5. Ο ένας από την παρέα των "κωλόπαιδων" που, λίγο πριν, τραμπούκιζαν και κορόιδευαν όποιον περνούσε από μπρος τους, φτάνει στην εκκλησία. Τώρα είναι μαζί με τους γονείς του, σταυροκοπιέται και κρατάει τη λαμπάδα του.

6. Ώρα περίπου 8, με ένα ποδήλατο και κοντά στη θάλασσα. Στις εκβολές του ξεραμένου ποταμού το κύμα σκάει ρυθμικά κ η ηρεμία είναι απόλυτη. Τίποτα δε θυμίζει ότι σήμερα κηδεύεται ο θεάνθρωπος. Η ζωή συνεχίζεται και ο κόσμος παραμένει ίδιος.
Όπως ακριβώς και μετά τις κηδείες των δικών μας ανθρώπων. 
Όπως ακριβώς και μετά τη δικιά μας κηδεία...

7. Ώρα περίπου 8.30. Στον περίβολο της εκκλησίας τα πιτσιρίκια χαλούν τον κόσμο μαζί με τα πουλιά που αρχίζουν να μαζεύονται στις φωλιές τους. Η θεούσα κυρία με τον κότσο κ τη γκρι μακριά φούστα δεν ξέρει σε τι από τα δυο να φωνάξει.


8. Αναμμένες λαμπάδες και συζητήσεις που είχαν μείνει μισές από τα Χριστούγεννα, την τελευταία φορά που ειδωθήκανε, διανθισμένες με  μικρά ανυπόμονα "να, τώρα θα βγει, τώρα θα βγει!". Ο κόσμος ακούει όλο και λιγότερο τον παπά.


9. Βγαίνει ο επιτάφιος στολισμένος με άσπρα τριαντάφυλλα και μωβ βιολέτες. Στην κορυφή, δυο κρίνα της Παναγίας. Η πομπή ξεκινά. Βγαίνει στον περίβολο και ο κόσμος ακολουθεί. Μια πομπή από αναμμένα κεριά που αντικατοπτρίζονται μέσα στη θάλασσα, ενώ οι νότες που αφήνει το ομαδικό "ω, γλυκύ μου έαρ" παραμένουν στην ατμόσφαιρα και ίπτανται για λίγο στον αέρα. 

Λίγο πιο πέρα, μια κυρία μέσης ηλικίας, χωρίς λαμπάδα, σκουπίζει τα μάτια της μονολογώντας. Μιλά στο γιο της που τον έχασε νέο. Γύρω στα 30.







Παρασκευή, 30 Ιανουαρίου 2015

Δίδυμα "Ποιήματα" (ΙΙ)


(ΙΙ) Αν μια φορά τολμήσεις την αλήθεια
      Στο ψέμα πίσω πώς γυρνάς;
      Αν μια φορά νικήσεις τη συνήθεια
      Στη ρουτίνα μετά πώς ξανά περπατάς;

      Αν μια φορά τολμήσεις και το νιώσεις
      Το συναίσθημα αυτό το δυνατό
      Μετά πώς μπορείς να προδόσεις
      Τον καινούριο που βρήκες εαυτό;

      Κι ακόμη κι αν λες πως θέλεις
      Τις συμβάσεις να κάνεις ότι κρατάς
      Σε σένα μετά τι θα πεις αφού ξέρεις
      Ότι συνέχεια τα όνειρά σου πατάς;

Δίδυμα "Ποιήματα" (Ι)

Ι) Κι αν δεν μπορείς, πώς να το πεις;
    Και να το πεις, τι θα κερδίσεις;
    Και να το πεις, θα σε κοιτούν.
    Θα λεν οτι δε θες να προσπαθήσεις.

    Κι αν βαρεθείς, πώς να το πεις;
    Πως δεν μπορείς τα ίδια και τα ίδια.
    Και να το πεις, θα σε κοιτούν.
    Υπομονή, θα πουν, και θα σε φλομώσουν παραμύθια.

     Κι άμα δε θες, πώς να το πεις;
     Και να το πεις θα σου απαντήσουν
     Ότι ήθελες, λέει, μέχρι χθες
     Και καλό είναι τα θέλω σου να σταματήσουν.

     Και τελικά, τι να τους πεις
     Όταν από πρόσχημα ρωτούν τι θες;
     Και πώς να απαντήσεις αν δεν ξες
     Τι είναι αυτό που πρέπει κι αν πρέπει αυτό που θες;
    

Σάββατο, 10 Ιανουαρίου 2015

Je ne suis pas Charlie

Αυτές τις μέρες όλοι δηλώνουν ότι είναι το Charlie. Γέμισε ο κόσμος Charlie Hebdo. Δεν τους κακολογώ. Κι εγώ έτσι πρωτοαντέδρασα. Με ένα φατσοβιβλιακό #JeSuisCharlie και μερικά σκίτσα ήμουν εντάξει με την αντίδρασή μου και με τη συνείδησή μου.

Ήμουν;
Ναι. Στην αρχή ήμουν. Ένα κεράκι ρεσώ, ένα στυλό, μια ντουζίνα σκίτσα, λίγα λινκ κι ένα χάσταγκ μου αρκούσαν.
Μέχρι που ανακάλυψα ότι, ανάμεσα σε όσους δήλωναν με πάθος και βεβαιότητα ότι εκείνοι οι ίδιοι ήταν ο Charlie, στην πραγματικότητα κανείς τους δεν ήταν, και δεν έχει το δικαίωμα να ισχυρίζεται ότι είναι, το Charlie Hebdo.
Πόσοι από εμάς ήξεραν για την ύπαρξη της εφημερίδας; Λίγοι.
Πόσοι δεν ενοχλήθηκαν ή σοκαρίστηκαν με κάποια από τα εξώφυλλά της; Λιγότεροι...
Πόσοι θα την αγόραζαν; Ελάχιστοι...!
Κι αυτό δεν το λέω εγώ, φαίνεται και από το γεγονός ότι η Charlie Hebdo αντιμετώπιζε σοβαρό οικονομικό πρόβλημα και κινδύνευε να κλείσει.

Ωστόσο, αν άλλαζε πολιτική ή χαρακτήρα πιθανόν να αποκτούσε πολύ μεγαλύτερο κοινό και να πουλούσε πολλά περισσότερα φύλλα, με αποτέλεσμα μεγαλύτερα κέρδη. Δεν το έκαναν.

Αν "συμβιβάζονταν" (ή και εκτός εισαγωγικών) με τα κοινωνικά κλισέ και υπέκυπταν στις απειλές που είχαν δεχτεί -και από Τζιχαντιστές- κατά καιρούς στο παρελθόν, τώρα θα ήταν ολοζώντανοι και θα συνέχιζαν τη δουλειά και τη ζωή τους. Αλλά δεν το έκαναν.

Επέλεξαν να φτάσουν ως τα άκρα, αποδεικνύοντας ότι, τουλάχιστον στη Γαλλία, η ελευθερία του τύπου υπάρχει και κανείς δεν μπορεί να την αμφισβητήσει, πολύ περισσότερο να την καταλύσει.
Επέλεξαν να μη συμβιβαστούν με τις υποδείξεις κανενός άλλου, πλην αυτού που τους υποδείκνυε η συνείδησή τους και η αντίληψη που είχαν για τον κόσμο.
Και το πλήρωσαν. Με τη ζωή τους.

Για όλα αυτά, αλλά κι επειδή εγώ μάλλον δε θα έιχα τη δύναμη να κάνω πράξη το ότι "Προτιμώ να πεθάνω όρθιος, παρά να ζήσω στα γόνατα", εγώ δεν είμαι ο Charlie.
Για όλα αυτά, αλλά κι επειδή εγώ συνεχίζω να ζω ακριβώς όπως χτες, εγώ δεν είμαι ο Charlie.
Για όλα αυτά, αλλά κι επειδή εγώ μάλλον δε θα αγόραζα το περιοδικό, εγώ δεν είμαι ο Charlie.

Για όλα αυτά, Charlie είναι μόνο οι δέκα συντάκτες και σκιτσογράφοι που εκτελέστηκαν εν ψυχρώ γι αυτά που πίστευαν και έγραφαν, χωρίς να επιβάλλουν σε κανένα να πιστέψει και να διαβάσει.
Για όλα αυτά Charlie είναι οι αναγνώστες και οι φίλοι του Charlie Hebdo, που το στήριζαν με την αγορά του.

Για μερικούς ακόμα λόγους που εγώ δεν είμαι ο Charlie: http://www.newsit.gr/default.php?pname=News-b-it&art_id=367716&catid=55

Για όλα αυτά αλλά και γιατί θα ήταν άδικο απέναντι στο Charlie Hebdo να ισχυριστούμε όλοι εμείς ότι μας ανήκει και του ανήκουμε, δηλώνω ότι non, je ne suis pas Charlie.