Τετάρτη, 22 Ιουλίου 2015

Αυτός ο κόσμος που αλλάζει, με τρομάζει

Η Σοφία έλεγε κάποτε ότι δεν της αρέσουν οι αλλαγές των εποχών. Όχι επειδή αλλάζουν, αλλά επειδή είναι μεταβατικές περίοδοι.
Εμένα πάλι οι αγαπημένες μου εποχές είναι η άνοιξη και το φθινόπωρο. 
Είναι, λένε, εποχές μεταβατικές, περάσματα από το χειμώνα στο καλοκαίρι κι από εκεί πάλι στο χειμώνα. 
Αυτό, λένε, σημαίνει ότι μ' αρέσουν οι μεταβατικές περίοδοι, δηλαδή τα περάσματα. 
Περάσματα από τη θάλασσα στη βροχή κι από τη βροχή στο χιόνι. 
Από τις ώρες στο μπαλκόνι πάνω από τη θάλασσα, στις ώρες μέσα στο λεωφορείο.
Από τη μια κατάσταση στην άλλη, από τη μια φάση της ζωής στην άλλη. 
Κι ακόμη, από τον έναν άνθρωπο στον άλλο. 
Αυτό είναι, λένε, οι μεταβατικές περίοδοι. Και μου αρέσουν λένε. Λένε.

"Όλα τριγύρω αλλάζουνε κι όλα τα ίδια μένουν", αλλά μόνο όταν τη θες την αλλαγή. 
Όταν η αλλαγή είναι ανάσα δεν έρχεται ποτέ. 
Καμουφλάρεται πίσω από τις σταθερές, τις απαράβατες αυτές σταθερές, χωρίς τις οποίες αλίμονό μας. 
Θα χαθούμε, θα καταστραφούμε, δε θα ξέρουμε πού να πάμε, δε θα ξέρουμε πού πάμε και γι αυτό ας κάτσουμε καλύτερα εδώ που ξέρουμε τι γίνεται και πώς. 
Πού να τρέχουμε τώρα στο άγνωστο, δεν έχουμε καν ελπίδα. 
Τι τη ζητάς την αλλαγή; Όποτε ήρθε με πομπές και με παράτες σε κακό μας έβγαλε. 
Άσε, δεν τη θες την αλλαγή, πού να τρέχεις τώρα; 
Άσε. Κάτσε εδώ που τα ξέρεις. Άσε. Κάτσε.
Αυτά όταν τη θες την αλλαγή.

Ο νόμος, όμως, του Μέρφι είναι σχεδόν απαράβατος. Γιατί, ειδικά όταν αναζητάς τη σταθερότητα, περνούν από πάνω σου τρεις ανεμοστρόβιλοι, τέσσερα τσουνάμι και κάνα-δυο καταιγίδες και, εκεί που το μόνο που αναζητούσες ήταν, επιτέλους, να κάτσεις κάπου ήσυχα και σταθερά, σε παίρνει και σε σηκώνει. 
Και προσγειώνεσαι στο πουθενά, μισοπνιγμένος, μισοζαλισμένος, αλλά, εντάξει, θα πατήσεις, θα ξανασυνηθίσεις, θα βρεις καινούριες σταθερές και θα συνεχίσεις. 
Εξάλλου, σ' αυτήν την περίπτωση δεν είναι στο χέρι σου να κάνεις τίποτα άλλο πέρα από το να φωνάξεις στο σύμπαν "Έτσι είσαι; Θα σου δείξω εγώ!", κι έτσι επιβιώνεις και περνάς και καλά. 
Μία σου και μία του. 
Όχι, το πρόβλημα δεν είναι αυτές οι περιπτώσεις.

Οι αλλαγές δεν είναι ούτε καλές ούτε κακές. 
Ή, μάλλον, μπορεί να είναι καλές μπορεί να είναι και κακές. 
Ορισμένες από αυτές όμως είναι τρομακτικές.
Και οι τρομακτικές αλλαγές είναι αυτές οι ύπουλες, που δεν τις παίρνεις χαμπάρι πριν γίνει το κακό. Που τις καταλαβαίνεις όταν μια φορά κοιτάζεις τυχαία πίσω και αναφωνείς: "Μα πότε έγινε αυτό;!" ή όταν η μεσόκοπη οικογενειακή φίλη σε σταματήσει έκπληκτη με την ενθουσιώδη φράση-σημαία "Καλέ! Πώς άλλαξες έτσι;!". 
Κι ακόμα χειρότερο είναι όταν τη φράση-σημαία την πεις εσύ ο ίδιος στον καθρέφτη σου. 

"Πώς άλλαξα εγώ έτσι;" Ρωτάς το είδωλό σου. "Πέρσυ τέτοια εποχή -μα τι λέω; πριν από ένα μήνα ήταν- ήμουν άλλος άνθρωπος. Αυτό εγώ δεν θα το έκανα ποτέ, Εκείνο εγώ δε θα το έλεγα ποτέ και τούτο' δω δε θα μου πέρναγε ούτε καν από το μυαλό."
Και απαιτείς εξηγήσεις από το είδωλο. Γιατί αλλιώς το θυμόσουν εσύ την τελευταία φορά που το είδες. "Καλέ: Πώς άλλαξες έτσι;!". Κι απευθύνεσαι σε σένα τον ίδιο.

Και το είδωλο τι; 
Στην καλύτερη περίπτωση να σου σηκώσει αδιάφορα τους ώμους: "Έτσι πάει. Πότε επιτέλους θα το μάθεις ότι με τις εμπειρίες που κυνηγάς αλλάζεις;" 
Στη χειρότερη περίπτωση θα σου σηκώσει ειρωνικά το φρύδι: "Τι εννοείς αλλαγή; Πού την είδες την αλλαγή; Δεν πάχυνα, δεν αδυνάτισα, δε μαύρισα, δεν έχω μελανιές. Πού την είδες την αλλαγή;" απαιτεί να μάθει το είδωλο. 
Κι όμως η αλλαγή είναι εκεί. Τη βλέπεις καλά. Έχει συντελεστεί. 
Αλλά δεν μπορείς να προσδιορίσεις πότε. 
Δεν έχεις καταλάβει πού.
Δεν έχεις ιδέα τι ήταν αυτό που σου προκάλεσε αυτό το γεμάτο κενό από την καρδιά ως το στομάχι και που άλλοτε το αγνοείς κι άλλοτε σε κάνει να θες να σκάσεις, μπας και σκάσει κι αυτό.
Δεν ξες καν τι είναι αυτό που άλλαξε. 
"Δεν ξέρω τι θέλω και δε θα ησυχάσω μέχρι να το αποκτήσω" δηλώνεις κατηγορηματικά στο είδωλο και το ακούς που γελάει σαρκαστικά.

Κι αυτές οι αλλαγές είναι οι πιο ύπουλες από όλες. 
Και οι πιο τρομακτικές. 
Ειδικά όταν έρχονται σαν ένα κερασάκι στην τούρτα ενός κόσμου που χάνει κάθε μέρα τις σταθερές του.
Ενός κόσμου που το σήμερά του είναι ήδη γεγονός ιστορικό και δεν προλαβαίνεις να δεις, δεν προλαβαίνεις να καταλάβεις. Και δε χρειάζεται, γιατί μέχρι να δεις και να πάρεις χαμπάρι η αλλαγή σε έχει ήδη ξεπεράσει και τώρα κάτι άλλο είναι αυτό που ισχύει.
Βάλτο τώρα όλο αυτό μαζί μ' εκείνο το γεμάτο κενό.
Γιατί, αυτός ο κόσμος που αλλάζει δε σου μοιάζει. Αυτός όμως ο κόσμος που αλλάζει με τρομάζει.
Ιδιαίτερα, δε, το γεγονός ότι "οι δρόμοι δεν υπάρχουν φορές που γυρίζουν ξανά προς τις ίδιες χαρές".
Ό,τι έχασες, έχασες. Κι αν στην πορεία κατάφερες και κάτι να κερδίσεις, τότε τόσο το καλύτερο για σένα.
Το πρόβλημα όμως για σένα και για εκείνο το είδωλο που σε κοιτάει ειρωνικά έχοντας τα χέρια στη μέση και χωρίς καμία διάθεση να βοηθήσει, είναι το πώς θα διατηρήσεις όσα σαν άμμος σου φεύγουν από τα χέρια μαζί με την αλλαγή, μαζί με τον χρόνο. Μαζί με τον χρόνο, άρα μαζί με την αλλαγή. Μαζί με την αλλαγή, άρα μαζί με τον χρόνο.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου