Τρίτη, 4 Αυγούστου 2015

Έτσι όπως η νύχτα χάνεται μέσα στη μέρα

Είναι νύχτα.
Καλοκαιρινή νύχτα.
Καλοκαιρινή νύχτα του Ιουλίου.
Καλοκαιρινή νύχτα του Ιουλίου στο νησί.
Καλοκαιρινή νύχτα του Ιουλίου στην πιο όμορφη παραλία του νησιού.

Το φεγγάρι είναι μια μέρα πριν από την πανσέληνο και κοντεύει στη δύση του. Φωτίζει τον ουρανό και λούζει τη θάλασσα με μια πορτοκαλοκεχριμπαρένια φωτεινή λουρίδα, αφήνοντάς σε με το στόμα ανοιχτό και το μυαλό ανίκανο να βρει λέξεις για να περιγράψει την ομορφιά.
-Πώς το είπε ο Παπαδιαμάντης στο "Όνειρο στο κύμα"; Θυμάσαι; Χρησιμοποιεί μια λέξη για την ουρά φωτός του φεγγαριού στη θάλασσα.
-Ναι... Αλουργίδα! Αλουργίδα το λέει ο Παπαδιαμάντης.

Πράγματι.
Να τι λέει ο Παπαδιαμάντης: "Μίαν εσπέραν, καθώς είχα κατεβάσει τα γίδια μου κάτω εις τον αιγιαλόν, ανάμεσα εις τους βράχους, όπου εσχημάτιζε χιλίους γλαφυρούς κολπίσκους και αγκαλίτσες το κύμα, όπου αλλού εκυρτώνοντο οι βράχοι εις προβλήτας και αλλού εκοιλαίνοντο εις σπήλαια· και ανάμεσα εις τους τόσους ελιγμούς και δαιδάλους του νερού, το οποίον εισεχώρει μορμυρίζον, χορεύον με άτακτους φλοίσβους και αφρούς, όμοιον με το βρέφος το ψελλίζον, που αναπηδά εις το λίκνόν του και λαχταρεί να σηκωθή και να χορεύση εις την χείρα της μητρός που το έψαυσε — καθώς είχα κατεβάσει, λέγω, τα γίδια μου διά ν' “αρμυρίσουν” εις την θάλασσαν, όπως συχνά εσυνήθιζα, είδα την ακρογιαλιάν που ήτον μεγάλη χαρά και μαγεία, και την “ελιμπίστηκα”, κ' ελαχτάρησα να πέσω να κολυμβήσω. Ήτον τον Αύγουστον μήνα. [...] Την ώραν εκείνην είχε βασιλέψει ο ήλιος, και το φεγγάρι σχεδόν ολόγεμον ήρχισε να λάμπη χαμηλά, ως δύο καλαμιές υψηλότερα από τα βουνά της αντικρινής νήσου. Ο βράχος ο δικός μου έτεινε προς βορράν, και πέραν από τον άλλον κάβον προς δυσμάς, αριστερά μου, έβλεπα μίαν πτυχήν από την πορφύραν του ήλιου, που είχε βασιλέψει εκείνην την στιγμήν.
Ήτον η ουρά της λαμπράς αλουργίδος που σύρεται οπίσω, ή ήτον ο τάπης, που του έστρωνε, καθώς λέγουν, η μάννα του, διά να καθίση να δειπνήση."

Με τα μάτια, λοιπόν, καρφωμένα στη "λαμπρά αλουργίδα" κατηφορίζουμε προς την παραλία. Τα χαλίκια είναι δροσερά και υποχωρούν αθόρυβα κάτω από τα βήματά μας.
Η θάλασσα είναι σκούρα μπλε, σχεδόν μαύρη, με εξαίρεση το χρυσό μονοπάτι του φεγγαριού, που όλο και χαμηλώνει για να βουτήξει μέσα της.
Μοιάζει να μην υπάρχει άλλος άνθρωπος στη γη τη στιγμή αυτή. Δεν υπάρχουν προβλήματα, δεν υπάρχουν λόγια, δεν υπάρχει τίποτα άλλο πέρα από τη ζεστή αύρα, τα δροσερά νερά και το πορτοκαλοκόκκινο φεγγάρι. 
Οι στίχοι μου βγαίνουν από το στόμα πριν καλά τους σκεφτώ,
"Τον Ιούλιο κάποτε μισανοίξανε
  τα μεγάλα μάτια της μες στα σπλάχνα μου
  την παρθένα ζωή μια στιγμή να φωτίσουν
  μακρινή μητέρα ρόδο μου αμάραντο".
Οδυσσέας Ελύτης.
Όταν βλέπεις τέτοιες εικόνες γύρω σου πώς να μη γίνεις ποιητής; Μόνο ένα ποίημα μπορεί να τις περιγράψει...

Ξαπλώνουμε στην άμμο.
-Κοιτάξτε τα αστέρια. Να η Άρκτος, να η Ζώνη του Ωρίωνα.
-Σσσσσς!
Κι όσο το φεγγάρι χαμηλώνει τόσο ο ουρανός σκουραίνει και τα αστέρια φωτίζονται περισσότερο. Κάθε τόσο ένα πεφταστέρι διαγράφει την τροχιά του. Δεν κάνουμε ευχές. Απλώς παρακολουθούμε την ουρά του να χάνεται στον ουρανό.

Περπατάμε εκεί που σκάει το κύμα.
-Κοίτα ομορφιά. Ξεχνάς ό,τι κι αν γίνεται στον κόσμο...
-Εδώ πρέπει να φέρουμε τους πολιτικούς και τους τεχνοκράτες του κόσμου. Να γίνουν καλά.
-Μπα... Μάταιος κόπος. Οι τεχνοκράτες θα σκεφτούν πώς μπορούν να βγάλουν λεφτά από το φεγγάρι και τα αστέρια και τη θάλασσα. Οι πολιτικοί, πάλι, θα προσπαθήσουν να σε πείσουν ότι το δύον φεγγάρι είναι ανατέλοντας ήλιος.

Η ώρα περνάει. Το φεγγάρι χάνεται μέσα στη θάλασσα και το σκοτάδι γίνεται απόλυτο. Τα αστέρια λάμπουν μόνα τους φωτίζοντας τη νύχτα.
Και ξαφνικά η πιο φαντασμαγορική αλλαγή.
Γύρω γύρω, στις άκρες του ορίζοντα ένα γαλακτερό άσπρο φως αρχίζει να αχνοφαίνεται, σκίζοντας σιγά σιγά το πιχτό σκοτάδι.

"Ανάμεσα νύχτας και αυγής
  σφηνωμένη βρήκα την άωρη ώρα"
Κική Δημουλά

-Κοίτα! Χαράζει.

Μάταιη η προσπάθεια όλων αυτών που θέλησαν να εξηγήσουν το φαινόμενο επιστημονικά. Στην πορεία έχασαν τη μαγεία του να μην ξέρεις, να μην καταλαβαίνεις και να μη σε νοιάζει γιατί η αυγή ροδίζει. Απλώς να το βλέπεις να εκτυλίσσεται μπροστά σου. Χωρίς λόγια. Μόνο να βλέπεις και να ανασαίνεις. Άλλοι αυτό το λένε θεό...

Μέσα σε ελάχιστα λεπτά η "άωρη ώρα" της χαραυγής έχει ήδη περάσει και τη θέση της έχει πάρει το ξημέρωμα. Ο ουρανός είναι ακόμα σκοτεινός, αλλά οι άκρες του έχουν γίνει κόκκινες και πορτοκαλιές και μωβ και βιολετιές και μενεξεδιές και ρόδινες και χρώματος ροδακινί. Η ροδοδάκτυλη Ηώ.

"Κι ο ήλιος ανατέλει ξανά, πάνω στα κίτρινα βουνά
  τρέχει παγωτό λεμόνι, ξημερώνει."
Μαριανίνα Κριεζή στη Λιλιπούπολη.

Ξημέρωσε. Δεν προλαβαίνει να καταλάβεις πότε πρόλαβε ο ουρανός να αλλάξει. Πότε κιόλας τα αστέρια, που πριν ήταν τόσο φωτεινά, πρώτα ξεθώριασαν, μετά έσβησαν και έμεινε μόνο ο Αυγερινός και μετά τον κάλυψε κι αυτόν το φως. Και ο ουρανός από μαύρος έγινε σκούρος μπλε και μετά ανοιχτό, γαλακτερό γαλάζιο. Και οι πρώτες κίτρινες ακτίνες φάνηκαν πίσω μας.

Το θαύμα συντελέστηκε. Η νύχτα χάθηκε μέσα στη μέρα. Ο κόσμος ξυπνά, άλλη μια μέρα ξεκινάει.
Το κρύο γίνεται ζέστη, το σκοτάδι φως, το φεγγάρι ήλιος και οι φωνές των τριζονιών φωνές τζιτζικιών.
Τυχερός όποιος έζησε τη μεταμόρφωση.
Τη μεταμόρφωση που συντελείται ακριβώς μπροστά στα μάτια μας.
Τη μεταμόρφωση που γίνεται μοναδικά κι όμως ίδια κάθε νύχτα, κάθε μέρα, ό,τι κι αν κάνουμε, είτε τη βλέπουμε είτε όχι.
Τη μεταμόρφωση που είναι αδύνατον να την περιγράψεις αν δεν είσαι ποιητής, αδύνατον να την κατανοήσεις αν είσαι επιστήμονας, αδύνατον να τη ζήσεις αν ζεις, ξυπνάς και κοιμάσαι με μοναδικό οδηγό τη ζωή της ρουτίνας και αδύνατον να την ξεχάσεις αν μια φορά έχεις δει το θαύμα να σου χαρίζεται απλόχερα μπροστά σου.
Κάποιοι το λένε θεό.