Παρασκευή, 8 Απριλίου 2016

Τη νύχτα μετά

Το βράδυ βλέπω στον ύπνο μου τους πρόσφυγες. Τους βλέπω να βγαίνουν από μια βάρκα με τα μωρά στην αγκαλιά και τους γέρους στα χέρια.
Να φιλάνε το χώμα με δάκρια στα μάτια.
Να περπατούν στο δρόμο με τα πράγματά τους και τον ήλιο στην πλάτη. Φτάσανε ως εδώ και τώρα πάνε για παρακάτω.
Τους βλέπω να κάνουν ουρά για το φαγητό, για τα ρούχα, τις κουβέρτες, τις σκηνές και τα χαρτιά τους.
Να κοιμούνται ο ένας πλάι στον άλλον μέσα στη λιγοστή ιδιωτικότητα που προσφέρουν οι σκηνές τους.
Τους βλέπω να μετρούν τις μέρες, τα πράγματα και τις δυνάμεις τους.
Τους βλέπω να γελούν, να απελπίζονται, να κλαίνε, να χαίρονται, να τραγουδούν, να χορεύουν, να λυγίζουν, να σπάνε, να προσεύχονται, να μαλώνουν, να παρηγορούνται.
Τους βλέπω να κουτσομπολεύουν, να αγωνιούν, ν’ αναρωτιούνται, να ψάχνουν απαντήσεις και μέλλον.
Τους βλέπω να φωτογραφίζονται μεταξύ τους και μαζί μας, να μας λένε τις ιστορίες τους, τις ελπίδες και του φόβους τους, τους βλέπω να μας φωνάζουν και να μας βρίζουν και μετά να ζητούν συγγνώμη με κατεβασμένο κεφάλι, απλωμένο χέρι συμφιλίωσης και μια ανοιχτή αγκαλιά.
Τους βλέπω να δέχονται τα λόγια και τα χαμόγελά μας με δίψα.
Τους βλέπω να προσπαθούν να μάθουν τη γλώσσα μας, να θέλουν να επικοινωνήσουν, με αγωνία. Να επικοινωνήσουν, να μιλήσουν, να μοιραστούμε τις σκέψεις μας, τ’αστεία μας και τα τραγούδια μας.

Όχι. Αυτούς δεν τους βλέπω στον ύπνο μου. Αυτούς τους έχω δει, τους έχω αγγίξει, τους έχω
αγκαλιάσει. Έχω κλάψει κι έχω γελάσει μαζί τους. Έχουμε τσακωθεί κι έχουμε φιλιώσει. Τους έχω προσφέρει και τους έχω αναγκάσει να δώσουν πίσω πράγματα που πήραν κρυφά ή με το ζόρι. Έχω μάθει να προφέρω το όνομά τους κι έχω συνηθίσει τον ήχο της γλώσσας τους. Έχω γνωρίσει τις οικογένειές τους κι έχω μάθει τις ιστορίες τους. Ξέρω από πού έρχονται και πού πάνε, ξέρω πόσους έχασαν στο δρόμο. Ξέρω τις συνήθειές τους, τι τους αρέσει να τρων και τι φορούν. Ξέρω ποιοι τραγουδάνε και ποιοι προκαλούν προβλήματα. Ποιους μπορώ να εμπιστευτώ και ποιοι θα με κοροϊδέψουν. Έχω παίξει με τα παιδιά τους σχοινάκι και λάστιχο και αεροπλανάκι και «δεν περνάς κυρά-Μαρία» και «Αντουανέττα» στα αραβικά.

Όχι. Αυτούς τους ξέρω πολύ καλά. Ξέρω τη μυρωδιά και την όψη τους, τις συνήθειές τους, τις αντιδράσεις τους, περηφανεύομαι πως καταλαβαίνω τον τρόπο που σκέφτονται.

Στον ύπνο μου δε βλέπω αυτούς.
Στον ύπνο μου βλέπω κάποιους άλλους.
Βλέπω ανθρώπους να μουλιάζουν στη βροχή, βουτηγμένοι στις λάσπες σ’έναν καταυλισμό από σκηνές που μπάζουν νερό και κρύο. Βρίσκονται σε μια ξένη χώρα. Δεν ξέρουν πού θα πάνε, δεν ξέρουν τι θα κάνουν, τι θα τους αφήσουν να κάνουν αύριο.
Βλέπω ότι μένουμε σε μια σκηνή έξι άτομα. Ότι έχουμε μόνο ότι χωράει στα σακίδιά μας. Το σπίτι μας, οι αγαπημένοι μας, τα σκυλιά και τα γατιά μας, τα βιβλία και οι ζωγραφιές μας, η ζωή μας, όλα έμειναν πίσω. Τώρα είμαστε στο δρόμο. Είμαστε μόνοι μας. Κανείς δε μας νοιάζεται, κανείς δε μας θέλει. Είμαστε βρώμικοι, επικίνδυνοι, υποψήφιοι κακοποιοί. Είμαστε κακομοίρηδες, χωρίς αξιοπρέπεια, έρμαια στις διαθέσεις των ανθρώπων που συναντούμε και εξαρτημένοι από την ελεημοσύνη τους.

Κάνουμε ουρά για το φαγητό, για τα ρούχα, τις κουβέρτες, τις σκηνές και τα χαρτιά μας. Γύρω μας άνθρωποι με φωσφοριζέ γιλέκα μιλούν μια γλώσσα εντελώς ξένη σε μας, που ακούγεται περίεργη κιεχθρική. Δεν καταλαβαίνουμε τίποτε απ’αυτά που μας λένε. Μόνο από τις εκφράσεις τους μπορούμε να ξέρουμε αν μας χαιρετούν ή αν μας βρίζουν. Μας συμπεριφέρονται τόσο διαφορετικά απ’όσο έχουμε μάθει να μας αντιμετωπίζουν…
Η αστυνομία αυτής της ομιχλώδους χώρας κλείνει σε τείχος γύρω μας και μας σημαδεύει με τα όπλα της. Μπροστά μας, το συρματόπλεγμα. Έχει κλείσει για να μη φύγουμε. Κανείς δε μας θέλει. Αυτοί που μας έδιωξαν από τη χώρα μας, αυτοί που κατέστρεψαν το σπίτι μας και σκότωσαν τους συγγενείς και τους φίλους και τους γείτονές μας, μας λένε ότι εμείς φταίμε που φύγαμε. Δε μας θέλουν στις δικιές τους χώρες, στα δικά τους σπίτια. Δε θέλουν να μάθουμε να μιλάμε την ίδια γλώσσα, ούτε να σκεφτόμαστε στον ίδιο ρυθμό.

Είμαστε, κακοί, ενοχλητικοί, ανεπιθύμητοι. Και στεκόμαστε στην ουρά κάτω από τη βροχή. Χωρίς γαλότσες, χωρίς αδιάβροχο, χωρίς τίποτα εκτός από εμάς τους ίδιους. Ο καθένας μας έχει για αποκούμπι τον εαυτό του. Κανείς δεν αντέχει να σηκώσει τον πόνο και του διπλανού του. Είμαστε εγκλωβισμένοι, απελπισμένοι και μόνοι.
Είμαστε εγώ κι εσύ. Εσύ είσαι εγώ κι εγώ είμαι εσύ. Ο ένας από μας είναι στη λάθος πλευρά του φράχτη, του κόσμου, της τύχης. Εσύ ή εγώ. Κι εγώ κι εσύ. Εσύ έχεις, εγώ έχασα. Εσύ έχασες, εγώ πήρα. Μας είπαν ότι έτσι είναι, ότι έτσι δουλεύει. Εσύ με κοιτάς από τη μια μεριά κι εγώ από την άλλη. Ποιος είναι στη σωστή πλευρά; Ποιος είναι ο τυχερός; Σήμερα ήμουν εγώ. Αύριο;

Ξυπνάω. Στην επόμενη ουρά για φαγητό κοιτάω αυτούς που έχω απέναντί μου. Βλέπω τον εαυτό μου σε κάθε έναν. Όλοι τους είναι εγώ. Κάθε ένας από τους ανθρώπους που στέκονται απέναντί μου κατά  τύχη δεν είναι εγώ.
Σήμερα είμαι εγώ που φοράω το φωσφοριζέ γιλέκο. Αύριο;

Τρίτη, 29 Μαρτίου 2016

Γκαρσονιέρα 29 τ.μ

"Ενοικιάζεται: γκαρσονιέρα 29 τ.μ, ανεξάρτητο διαμέρισμα, χωρίς κοινόχρηστα, κατάλληλο για φοιτητή. Για πληροφορίες τηλεφωνήστε ..."

Είδα το ενοικιαστήριο κατεβαίνοντας το δρόμο που φεύγει από την πανεπιστημιούπολη. Γκαρσονιέρα, χωρίς κοινόχρηστα. Δεν ξέρω πώς μπορεί να είναι μέσα το σπιτάκι αυτό, αλλά το κιτρινοκόκκινο αφισάκι με κοίταξε ίσια στα μάτια για κάμποση ώρα. 
29 τετραγωνικά μέτρα για να τα κάνεις ό,τι θες. 
Σε 29 τετραγωνικά μέτρα χωράει ένα κρεβάτι και μια κουζινούλα μ'ένα νεροχύτη. Χωράει μια μεγάλη βιβλιοθήκη και μια μικρή ντουλάπα. Χωράει ένα ραδιόφωνο, βαλμένο δίπλα στο μαξιλάρι του κρεβατιού, κι ένα χαμηλό τραπέζι στη μέση γεμάτο με χαρτιά, βιβλία, σιντί κι έναν μικρό υπολογιστή. Χωράνε κάλτσες, σκόρπιες από εδώ κι από εκεί, και μπλουζάκια και φούτερ που κρέμονται από όπου είναι δυνατόν να κρεμαστεί κάποιο ρούχο.
Οι τοίχοι είναι βαμμένοι κίτρινοι και άσπροι. Ο ένας έχει ένα χρώμα πολύ έντονο, ίσως μπλε. Στο κρεβάτι είναι στρωμένο ένα πάπλωμα και πάνω του είναι πεταμένα μια τσάντα, κλειδιά και κινητό. Το πάτωμα, φαντάζομαι, έχει πλακάκια. Ίσως να τα ζεσταίνει ένα μικρό χαλί, εκεί που είναι το τραπεζάκι, σε έντονα χρώματα.

Στη μικρή γκαρσονιέρα παίζει μονίμως μουσική. Μπορεί να είναι ραδιόφωνο, μπορεί να είναι υπολογιστής, μπορεί να είναι σιντί. Ο χώρος είναι μαγευτικά ακατάστατος, τόσο όσο να μπορεί καθαρίζεται. Δεν υπάρχουν όμορφα τακτοποιημένες στοίβες με σημειώσεις, ούτε καλοδιπλωμένα ρούχα στα συρτάρια. Μόνο τα βιβλία είναι ταξινομημένα ανά κατηγορία κι ανά ύψος. Θέατρο, ποίηση, λογοτεχνία, αγαπημένα μυθιστορήματα. Σε ένα δυσπρόσιτο ράφι τα πανεπιστημιακά συγγράμματα με τα αρχαία κείμενα και τις γραμματικές. Στο πάτωμα στοιβαγμένα τα επιτραπέζια: τρίβιαλ, μονόπολυ και ταμπού και δίπλα τους ένα κουτί με ξεχασμένα κάτι μπλοκ ακουαρέλας, μπογιές, πινέλα και παστέλ. Σε περίοπτη θέση, φυσικά, τα κόμιξ: Αστερίξ, Λούκυ Λουκ, Μίκυ Μαους και Μικρός Ήρωας.
        
Θα ήθελα να έχει και μια εσάνς από μαγειρεμένο φαγητό η γκαρσονιέρα, αλλά δεν το νομίζω. Πιο πιθανό το βρίσκω στο νεροχύτη να συχνάζουν άπλυτα μπολ και στα σκουπίδια κουτιά από κορν φλέικς. Φυσικά και ζει ο άνθρωπος με κορν φλέικς. Ε, κι αν πεινάσεις και σού'ρθει η όρεξη για μαγείρεμα, φτιάχνεις κάτι για να έχεις να κεράσεις κανέναν που μπορεί να περάσει, να δει φως και να μπει μέσα. 

Απαραίτητο είναι να έχει μεγάλα παράθυρα, ει δυνατόν και μπαλκονάκι. Αν υπάρχει μπαλκόνι έχει τουλάχιστον τρεις γλάστρες. Η μια έχει ένα δεντράκι πλατύφυλλο, η άλλη μυρωδικά: δυόσμο και βασιλικό, ίσως ρίγανη. Η τρίτη έχει την αποτυχημένη προσπάθεια ενός μποστανιού με ντομάτες και κρεμμύδια. Στη θέση τους έχουν φυτρώσει τριφύλλια, μια τσουκνίδα και κάνα-δυο μαργαρίτες.
Από τη μέσα μεριά του ενός παραθύρου και της μπαλκονόπορτας κρέμονται οι κουρτίνες, ανοιχτού χρώματος για να περνάει το φως.

Σ'αυτήν την γκαρσονιέρα δεν υπάρχουν κανόνες, ούτε ωράρια. Υπάρχουν όμως μισοαρχινισμένα όνειρα και μισοτελειωμένες σκέψεις που δεν μπορούν να πετάξουν, γιατί έχουν γραπωθεί από τη μικρή χειροποίητη ονειροπαγίδα που κρέμεται πάνω από το παράθυρο. Υπάρχουν επίσης τρανταχτά γέλια, απελπισμένα κλάμματα και φωνές ενθουσιασμού, παγιδευμένα από τους τοίχους και τα αυτιά των γειτόνων. Υπάρχουν ξενύχτια και μεσημεριάτικα ξυπνήματα αλλά και μεταμεσονύχτιες επιστροφές στο σπίτι, ακροπατητί, χωρίς να ξέρεις γιατί, αφού μέσα δεν είναι κανείς.

Στην γκαρσονιέρα το χειμώνα κάνει κρύο και κυκλοφορείς με μια κόκκινη φλις κουβέρτα στους ώμους, σαν τον σούπερμαν. Το καλοκαίρι το ψυγείο είναι εφοδιασμένο με παγάκια, μπουκάλια με νερό και τουλάχιστον δυο κανάτες με κρύο τσάι και λεμόνι και τα παράθυρα είναι όλα ανοιχτά.

Επίσης, η γκαρσονιέρα αυτή πρέπει να βρίσκεται σε κάποιον ψηλό όροφο. Δεύτερο ή και ψηλότερα έτσι ώστε, τα βράδια, να μπορείς να σβήνεις τα φώτα και να γονατίζεις πάνω στο μαξιλάρι του κρεβατιού κατασκοπεύοντας από το παράθυρο όλα τα γύρω σπίτια που έχουν φωτισμένο παράθυρο. Την απέναντι οικογένεια που τρώει, τον τυπά με τον σκύλο, το ζευγάρι, τον τύπο χωρίς σκύλο...

Ανοιγοκλείνω τα μάτια και ρίχνω μια τελευταία ματιά στο ενοικιαστήριο και στη ζωή που κρύβεται πίσω από τη φράση "γκαρσονιέρα, 29 τ.μ". Μια ζωή απολύτως ελεύθερη κι αδέσμευτη, χωρίς γκρίνιες, χωρίς ωράρια, χωρίς πρέπει και με άπειρα μπορώ. Μια γκαρσονιέρα με νότες να ξεχειλίζουν από παντού, χωρίς "χαμήλωσέ το". Μια  γκαρσονιέρα ακατάστατη και γεμάτη θαλπωρή, όπου πάντα θα υπάρχει χώρος για άλλον έναν άνθρωπο κι έναν σκύλο.

Όλα αυτά τα έλεγε το ενοικιαστήριο που με κοίταξε βαθειά, πίσω από τα μάτια, αλλά του αρνήθηκα. Του ψιθύρισα να μη με βάζει σε τέτοιους πειρασμούς. Στις μέρες μας, όταν το πατρικό σου είναι στην πόλη που σπουδάζεις και δουλεύεις, μένεις εκεί. Με τον μπαμπά και τη μαμά σου, στην κάμαρά σου την παιδική, μέχρι νεωτέρας.

Δευτέρα, 7 Μαρτίου 2016

Ραγισμένοι άνθρωποι

Όσοι έχουν υπάρξει εθελοντές σε οποιαδήποτε φάση του πρασφυγικού και σε οποιοδήποτε μέρος, έχουν έναν κοινό κώδικα επικοινωνίας που βασίζεται σε κοινές εμπειρίες.
Κάπως έτσι, μια από τις πιο συχνές ερωτήσεις που ακούγονται είναι το "από πότε και μετά μπορούσες να κοιμηθείς τα βράδια;". Η ερώτηση είναι αμήχανη και η απάντηση ακόμη περισσότερο, για δυο λόγους. Γιατί κανείς μας δεν μπορεί να κοιμηθεί ήσυχα τα βράδια και γιατί νιώθουμε άσχημα γι αυτο. Αν εμείς, που φεύγουμε από το σπίτι μας και γυρνάμε στο ζεστό μας μπάνιο και σ'ένα μαλακό κρεβάτι δεν μπορούμε να κοιμηθούμε, οι πρόσφυγές μας τι μπορούν να πουν;

Δεν μπορούν να πουν τιποτα και δεν είναι λίγες οι φορές που οι πρόσφυγές μας σπάνε. Επιβίωσαν τον πόλεμο, την πορεία προς την Τουρκία, το πέρασμα της θάλασσας, το ταξίδι στην Αθήνα. Πίστευαν ότι μόλις έφταναν στην Ευρώπη, δηλαδή στα νησιά μας, όλα θα τέλειωναν. Και φτάνοντας εδώ βλέπουν μια νέα Οδύσσεια να ανοίγεται μπροστά τους.
Κέντρα φιλοξενείας στην Ελλάδα, αναμονή στα κλειστά σύνορα και μετά;
Η ελπίδα τους κρέμεται από τις αποφάσεις των κυβερνήσεων της Ευρώπης και το διπλωματικό παιχνίδι της Τουρκίας. Απειλούν ο ένας τον άλλον μ'αυτούς.

Και οι πρόσφυγές μας, ραγισμένοι προ πολλού, σπάνε.

Είναι νηστικοί, πεινάνε και μας ζητούν φαγητό. Δεν έχουμε, πρέπει να περιμένουν. Στο μεταξύ δίνουμε "εισιτήρια". Όποιος κρατάει χαρτάκι θα το ανταλλάξει με μια μερίδα. Προς το παρόν δε μας φτάνουν για να δώσουμε δεύτερες και τρίτες. Μια ο καθένας αυστηρά. Είμαστε οι πρώτοι που εμφανιζόμαστε και τους λέμε ότι είμαστε εκεί γι αυτούς, αλλά δεν κρατάμε τίποτα για να το αποδείξουμε. Είναι θυμωμένοι, απελπισμένοι και νηστικοί. Προσπαθούμε να τους βάλουμε να κάνουν ουρά. Η διαδικασία προχωράει αργά, αλλά προχωράει. Η οδηγία που τους δίνουμε είναι ότι κάθε χαρτάκι είναι για ένα άτομο. Ένας άντρας μπερδεύεται, ζητά πέντε, για όλη την οικογένεια, του δίνουν ένα. Θυμώνει, χαλάει τη σειρά, ουρλιάζει. Ψάχνει να βρει κάποιον που μιλά αραβικά, αλλά τον ακούν μόνο οι ξένοι δημοσιογράφοι που τραβούν πλάνα.
Δυο εθελοντές τον πλησιάζουν, προσπαθούν να καταλάβουν τι συμβαίνει. Τους φωνάζει και του φωνάζουν. Ο άντρας απελπίζεται. Παίρνει το χαρτάκι και το σκίζει σε μικρά κομματάκια. Οι εθελοντές καταλαβαίνουν τι έχει συμβεί. Προσπαθούν να τον ηρεμήσουν. Ο άντρας ακόμη φωνάζει. Δίπλα του τον πιάνουν από το χέρι τρια αγοράκια από πέντε ως οχτώ-εννιά χρονών. Τα μάτια του δακρύζουν.

Είναι πάνω από μια βδομάδα εγκλωβισμένοι στο Ολυμπιακό Ακίνητο του Γαλατσίου, χωρίς να μπορούν να φύγουν. Τα λεφτά έφταναν ως την Αθήνα, δεν έχουν για παρακάτω. Η οικογένεια είναι τετραμελής. Μαμά και τρια παιδιά. Ένα κορίτσι όχι πάνω από δώδεκα χρονών, ένα άλλο γύρω στα πέντε-έξι κι ένα μωράκι λιγότερο από ενός έτους. Η μάνα είναι χαμένη σε έναν δικό της κόσμο. Τρώει, πλένεται, στρώνει τα κρεβάτια και ντύνει τα παιδιά. Μιλάει μηχανικά, μιλάει μόνη της, τα μάτια της δεν εστιάζουν, ντύνεται παλαβά. Τη φροντίζει το μεγαλύτερό της παιδί. Κι αυτήν και τα άλλα δυο. Να φάνε, να είναι καθαρά και φρόνιμα. Αυτή παίρνει πράγματα για όλη την οικογένεια. Από ρούχα ως σερβιέτες για τη μαμά της και πάνες για το αδερφάκι της. Είναι επίμονη, ύπουλη, δεν μας ακούει. Μας κοροϊδεύει, προσπαθεί να αρπαξει πράγματα που δε χρειάζεται στα κρυφά. Κι εμείς όμως την έχουμε πάρει χαμπάρι, τη διώχνουμε, δεν την αφήνουμε να παίρνει ό,τι θέλει, της φωνάζουμε και την υποχρεώνουμε να φέρει τη μαμά της για να πάρει πράγματα που είναι "μόνο για μεγάλους". Κι εκείνη μας φωνάζει, μας βρίζει και μας απειλεί. Ένα απόγευμα κάθεται μόνη της σ'ένα τραπέζι και κλαίει.

Είναι γύρω στα δεκαπέντε, μπορεί και μικρότερη. Φοράει ένα πράσινο μπλουζάκι με γιακά κι από πάνω κόκκινη ζακέτα. Τα μαλλιά της είναι μαύρα και το δέρμα της κάτασπρο. Μένει σε μια σκηνή με άλλα τρία άτομα στον κήπο δίπλα στον επιβατικό σταθμό της Ε2 στον Πειραιά. Το μεσημέρι της δίνω κοτόπουλο με μακαρόνια και μου χαμογελάει. Φοράει ένα μαύρο παντελόνι και τα μαλλιά της είναι ελεύθερα, χωρίς μαντίλα. Αν δεν την άκουγα να μιλάει αραβικά και δεν την έβλεπα να βγαίνει από τη σκηνή θα της μίλαγα ελληνικά και θα της έλεγα να έρθει να βοηθήσει. Μετά το φαγητό κάθεται κάτω από μια κορομηλιά που φυτρώνει στην αυλή και κλαίει. Μετά σηκώνεται και περπατάει πάνω κάτω και πάντα κλαίει.

Ραγίζουν και σπάνε οι πρόσφυγές μας και δεν μπορούμε να κάνουμε τίποτα γι αυτό. Η ερώτηση "όλα καλά;" δεν έχει νόημα.
Η απάντηση είναι ήδη όχι.
Κι εμείς δεν έχουμε δικαίωμα να νιώθουμε ραγισμένοι.

Δευτέρα, 29 Φεβρουαρίου 2016

Τούτες τις μέρες ο άνεμος μας κυνηγάει

Οι εγκλωβισμένοι στην Ελλάδα πρόσφυγες είναι παντού. Φτάνουν βρεγμένοι στα νησιά, κατεβαίνουν κουρασμένοι στον Πειραιά, περπατάνε φορτωμένοι προς τα σύνορα και περιμένουν, απελπισμένοι και θυμωμένοι, να περάσουν από τους ολοένα και ψηλότερους φράχτες που στήνει η ενωμένη Ευρώπη. Αυτή που κάποτε γκρέμισε το τοίχος του Βερολίνου.

Πρόσφυγες στη Λέσβο, τη Χίο, τη Σάμο, την Κω, το Αγαθονήσι, το Καστελόριζο.
Πρόσφυγες στον Πειραιά, στο Ελληνικό, στην πλατεία Βικτωρίας.
Πρόσφυγες στην εθνική οδό.
Πρόσφυγες στον Αλμυρό, πρόσφυγες στην Κοζάνη, πρόσφυγες στα σύνορα.
Και σε όλα τα μέσα ενημέρωσης φωτογραφίες με αυτούς τους ανθρώπους.
Ανθρώπους που περπατούν με τις περιουσίες και τα παιδιά τους στο δρόμο.
Περπατούν, χωρίς να ξέρουν καλά-καλά πού πάνε.
Περπατούν προς τα σύνορα.
Να φύγουν, να φτάσουν στη Γερμανία, τη Σουηδία, την Αυστρία, την Αγγλία, τη γη της επαγγελίας. Να φύγουν λίγο πιο μακριά από τις χώρες τους.
Να φτάσουν λίγο πιο κοντά στο όνειρο μιας ασφαλούς και λεύτερης ζωής.

"Πιο κοντά, πιο κοντά, μουσκεμένα χιλιόμετρα μαζεύονται γύρω τους."
Εμμονικά σχεδόν μου έχουν κολλήσει τα λόγια του Γιάννη Ρίτσου. Τα σιγοτραγουδάω κάθε μέρα, όλη μέρα μέχρι που από την επανάληψη χάνουν το νόημά τους.

Μουσκεμένα χιλιόμετρα μαζεύονται γύρω τους. Περπατούν και περπατούν. Αρνούνται να σταματήσουν αν δεν φτάσουν εκεί που θέλουν. Στην Ευρώπη της Ειρήνης, της Ελπίδας. Στην Ευρώπη της ασφάλειας και της ευμάρειας. Στην Ευρώπη των ονείρων τους.
Μουσκεμένα χιλιόμετρα μαζεύονται γύρω τους. Δεν έφυγαν από κατακερματισμένες και ισοπεδωμένες από τους βομβαρδισμούς χώρες, δεν πέρασαν το Αιγαίο σε πλαστικές και σάπιες βάρκες για να σταματήσουν στα σύνορα της Ελλάδας με την Ευρώπη.
Μπροστά τους το συρματόπλεγμα.

"Γύρω σε κάθε βλέμμα, το συρματόπλεγμα.
Γύρω στην καρδιά μας, το συρματόπλεγμα.
Γύρω στην ελπίδα, το συρματόπλεγμα." Ο φράχτης. Ο φράχτης που ύψωσαν όλοι για να προστατευτούν από τους απροστάτευτους, για να μην αφανιστούν από τους αφανισμένους, επειδή φοβούνται τους τρομοκρατημένους.
Εφτά χιλιάδες άνθρωποι είναι αυτή τη στιγμή εγκλωβισμένοι στα σύνορα, τρεις χιλιάδες στην Αττική.
Πρέπει να τους ντύσουμε, να τους ταΐσουμε, να τους κοιμίσουμε, να τους γιατροπορέψουμε. Παππούδες, έγκυες γυναίκες με την κοιλιά στο στόμα, πιτσιρίκια, μωρά, μωρέλια νεογέννητα.

"Μέσα στις τσέπες του παλιού πανωφοριού τους
έχουν μικρά τζάκια να ζεσταίνουν τα παιδιά."
Τσούρμο παιδιά που ξέρουν να σκορπιστούν και να κρυφτούν όταν κάποιος από ένα μηχανάκι τα δείχνει τυχαία με το χέρι.
Παιδιά που παίζουν πόλεμο ή δεν παίζουν καθόλου.
Παιδιά που ζωγραφίζουν αποκεφαλισμούς και εκτελέσεις, παιδιά που ζωγραφίζουν θάλασσες μαύρες κι ανθρώπους πνιγμένους.
Πώς να ζεσταθούν αυτά τα παιδιά και ποιος θα τα ζεστάνει;

Στη Βικτώρια προχθές δυο άνθρωποι προσπάθησαν να κρεμαστούν, αλλά τους προλάβανε.
Στο λιμάνι ένας πατέρας που ταξίδευε με τα τρία αγοράκια έβαλε τα κλάμματα μπροστά μας όταν έγινε ένα λάθος στη διαδικασία του φαγητού. Μας φώναζε στα αραβικά κι εμείς καταλαβαίναμε ακριβώς τι είχε συμβεί.
Στα ολυμπιακά ακίνητα στο Γαλάτσι, πριν καιρό, ένα κοριτσάκι όχι πάνω από 12 χρονών που φρόντιζε δυο αδέρφια και μια χαμένη από την πραγματικότητα μητέρα έβαλε τα κλάμματα ένα βράδυ. Δεν μπόρεσα να μάθω ποτέ για τι απ' όλα έκλαιγε.
Απόψε στην Ε2 στον Πειραιά μια κυρία σκόνταψε κι έπεσε. Τη ρώτησα όταν σηκώθηκε αν ήταν όλα καλά. Με κοίταξε με απλανές και λίγο θυμωμένο βλέμμα και μου είπε σα να την προσέβαλα: "Όχι".

Ο Χρήστος είχε γράψει κάποτε ότι "το να είσαι εθελοντής στη μεγαλύτερη προσφυγική μετακίνηση που γνώρισε η Ευρώπη μετά τον δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο, σημαίνει τα βράδια, όταν είσαι μόνος στο δωμάτιο, να  θέλεις να κλαις λιγάκι".
Σημαίνει επίσης ότι αυτά τα δάκρυα του 12χρονου κοριτσιού κι αυτού του εξαντλημένου πατέρα, ότι το απλανές βλέμμα αυτής της γυναίκας σε στοιχειώνουν στον ύπνο και τον ξύπνιο σου.
Σημαίνει ότι σε κάθε φωτογραφία, σε κάθε πλάνο από τις "προσφυγικές ροές" ψάχνεις να αναγνωρίσεις ανθρώπους που τυχόν πέρασαν από τα χέρια σου.
Σημαίνει ότι κάθε οδοιπόρος με τσάντα στον ώμο για σένα είναι πρόσφυγας και ότι κάθε βάρκα στον ορίζοντα πρέπει να βγει ασφαλώς στη στεριά.
Σημαίνει ότι κάθε "συγγνώμη" για ό,τι δεν υπήρχε διαθέσιμο και κάθε "καλή τύχη" γι αυτούς που φεύγουν είναι οι λέξεις με το πιο γεμάτο νόημα.
Σημαίνει ότι κάθε "ευχαριστούμε" και κάθε "έφτασα!'' είναι η μεγαλύτερη χαρά που μπορείς να γευτείς.

Σημαίνει, τέλος, ότι έχεις αυτήν την παραίσθηση ότι όλα τα στραβά του κόσμου θα τα ισιώσουμε εμείς. Αρκεί να μην κλάψει ο μπαμπάς και το κοριτσάκι. Αρκεί να γίνουν όλα καλά.
Γιατί "τούτες τις μέρες ο άνεμος μας κυνηγάει".
Όλους.




Δευτέρα, 25 Ιανουαρίου 2016

Γενιά του πυριτίου

Καλωδιωμένη γενιά
κοιτώντας ψεύτικους παραδείσους
και δέντρα ψηφιακά.
Εξαρτημένη γενιά
δεμένη χεροπόδαρα,
ίντερνετ και κινητά.
Αποστειρωμένη γενιά
με πίξελ για ζώα και δάση πλαστικά.

Καταστροφική γενιά
παράγει θάλασσες μολυσμένες
και σκουπίδια ουρανούς.
Ισοπεδώνει τα πάντα,
θέλει να σκοτώνει και μετά ξεπουλά.

Κατεστραμμένη γενιά
ο καθένας την πάρτη του
κανείς για τον άλλον.
Απομονωμένη γενιά
όλα περνούν από τις οθόνες,
έρωτα κάνουν ηλεκτρονικά.

Πικραμένη γενιά, αλλοτριωμένη γενιά
γενιά ψεύτικη, καθοδηγημένη γενιά.
Ιδανικά πεθαμένα, παραμορφωμένη αισθητική,
μουσική που γαβγίζει, κορνάρει και βρίζει.
Πετάει σκουπίδια, ακατάσχετα σπαταλά.
Ρίχνει φόλες, μπαζώνει ποτάμια
βρομίζει νερά.

Καημένη γενιά,
ποτέ δεν είδε στ'αλήθεια
κάτι γύρω της βαθειά να γελά.

Τετάρτη, 20 Ιανουαρίου 2016

Ίσως φταίνε τα τραγούδια

     Είναι γεγονός ότι τα τραγούδια, πιο πολύ από οτιδήποτε άλλο, έχουν την ικανότητα να μας ταξιδεύουν στο χρόνο. Μια νότα αρκεί για να φέρει πίσω, ολοζώντανη, τη στιγμή που κάποτε είχε ντύσει. Το ταξείδι, έναν καβγά, τη θάλασσα, μια σκέψη και μια συνάντηση. Δεν είναι μόνο οι ταινίες που ντύνονται με μουσική που χαρακτηρίζει τις στιγμές. Είναι και η ζωή μας. Με τη διαφορά ότι, σε μας, πάνω στο πιο χαρούμενο τραγούδι μπορεί να συμβεί το χειρότερο και στην κορύφωση της αγωνίας να παίζει μια μπαλάντα. Κι όταν όλα τελειώσουν, ένα βράδυ που βαριέσαι πολύ βάζεις έτσι απλά μουσική. Και είναι σαν να μπήκες ξαφνικά στη μηχανή του χρόνου. Τραγούδι το τραγούδι και περνάν από μπροστά σου χρώματα και μυρωδιές, μέρη και φωνές κι ονόματα που αλλάζουν όσο γρήγορα αλλάζει η αναπνοή σου, η φωνή σου και η μουσική στο ΜΡ3 σου.
      Και βρέθηκα εκεί ψηλά, μακριά στην Ανδρομέδα. Ψηλά στα βουνά της Νάξου, με τον ήλιο κατακούτελα και το απότομο, σχεδόν ανύπαρκτο μονοπάτι να χάνεται στα κατσάβραχα, στο δρόμο για το σπήλαιο. Μιλώ με τα ψηλά, τ'απάτητα βουνά κι αυτά μου απαντάνε όταν στρέφω την μπουρού μου προς τα φαράγγια τους. Η ηχώ μεταφέρει τον ήχο σε κάθε ραχούλα, τον χτυπά στις πλαγιές και τον ξαναγυρίζει πίσω. Κοιτώντας τις απόκρυμνες κορφές από πάνω μας που μοιάζουν απάτητες ξαφνικά ξέρω γιατί το βουνό το είπανε οι αρχαίοι Ζας, Ζευς δηλαδή, και το έκαναν θεό τους.
       Απόγευμα στο δέντρο, είναι βράδυ, μη μιλάς. Δε μιλάω, γιατί θα ξυπνήσω τους άλλους. Απλώς μαζεύομαι σαν κουβάρι στο κρεβάτι κάτω από το σεντόνι μου και προσπαθώ μες στο σκοτάδι να φανταστώ το δωμάτιό μου στο σπίτι. Εδώ, στο χωριό, τα βράδια μου μοιάζουν περίεργα. Είναι καλοκαίρι και πάω μάλλον γυμνάσιο όταν το i-pod αδειάζει κάθε βράδυ από μπαταρία με τον Αλκίνοο Ιωαννίδη να παίζει στην επανάληψη. Κάθε φορά που ξαναπάω στο χωριό τα καλοκαίρια το ξαναβάζω το τραγούδι. Όχι πάντα τα βράδια. Και μιλάω.

...Shuffle...

        Είναι μια ηλιόλουστη καλοκαιρινή μέρα και η θάλασσα στραφταλίζει προκλητικά. Από το μπαλκόνι μας περνά ένας γλάρος. Έτσι των φώναζαν, δεν είχε πράγματα πολλά, μόνο ένα βανάκι και τα δύο του σκυλιά. "Κάποια πουλιά τραγουδούν για λευτεριά, κάποια φεύγουν και πετούν ψηλά". Το τραγούδι μου θυμίζει τον γλάρο Ιωνάθαν. Ίσως και να γράφτηκε πάνω σ΄αυτόν, ποιος ξέρει... Το άλλο που δεν ξέρω και παιδεύω το μυαλό μου ώρα πολλή, μέρες, κι ακόμα δεν έχω απαντήσει είναι το ποιό, άραγε, να είναι το προτιμότερο. Να τραγουδάς για λευτεριά ή να φεύγεις, να πετάς ψηλά; Είναι βράδυ Αυγούστου στη Ραφήνα κι έχουν συναυλία οι Locomondo. Όπως κάθε συναυλία, έτσι κι αυτή ακούγεται σε όλη την πόλη. Την ακούω από το κρεβάτι μου μουρμουρίζοντας. Τον γλάρο δεν τον είπαν... Αλήθεια, τι πρέπει να κάνει κανείς; Να τραγουδά για τη λευτεριά ή να φεύγει; Και ποια πουλιά κάνουν τι; Η συναυλία έχει ώρα που έχει τελειώσει. Τραγουδάς ή φεύγεις; Φεύγεις και πετάς ή τραγουδάς; Με παίρνει ο ύπνος.
        Πετώ. Με τη σκιά μου πιάνω αστέρια στο βυθό της μουσικής σου. Ο στίχος, όταν τον ακούω για πρώτη φορά με εντυπωσιάζει. Είναι Κυριακή γύρω στις δώδεκα το μεσημέρι και κοντεύουν Χριστούγεννα. Κάνω μπάνιο κι έχω σταματήσει το ραδιοφωνικό μου ζάπινγκ στο Δεύτερο Πρόγραμμα και σ'αυτό το τραγούδι. Είναι η εκπομπή που κάνει το ΚΕΘΕΑ κι έχει καλεσμένους τους μουσικούς στα Υπόγεια Ρεύματα. Δεν τους έχω ξανακούσει, ούτε τους μεν, ούτε τους δε, αλλά μ΄αρέσει πολύ η εκπομπή. Γενικά, δεν ακούω Δεύτερο Πρόγραμμα. Είμαι 15 ή 16 χρονών και το σνομπάρω γιατί το ακούει ο μπαμπάς μου, αλλά αυτή τη φορά είναι κάτι διαφορετικό. Προλαβαίνω να ακούσω ελάχιστα πράγματα όμως και κανένα άλλο τραγούδι, γιατί τους πιάνω στο τέλος. Πρέπει να περάσει πάρα πολύς καιρός μέχρι να ακούσω πράγματι Υπόγεια Ρεύματα. Αυτή τη φορά είμαι στο προαύλιο του ραδιομεγάρου της ΕΡΤ, 11 Σεπτεμβρίου 2013 στη συναυλία για τους τρεις μήνες άρνησης του μαύρου. Στη σκηνή παίζει το συγκρότημα, αλλά η μουσική πονάει τ'αυτιά μου. Τελικά τη συνήθισα, αλλά ποτέ δεν μ'άρεσε. Έμαθα όμως να μη λέω πολλά. Ένα τραγούδι δε σημαίνει κι ότι ξέρεις τον καλλιτέχνη...
      Από μόνο ένα ποίημα, τις "Γάτες των φορτηγών" είχα πει κι ότι δε μ'αρέσει ο Νίκος Καββαδίας. Δεν έχω διαβάσει αλλά, κυρίως, δεν έχω ακούσει τίποτα δικό του. Δεν έχω ιδέα τι είναι ο Σταυρός του Νότου. Είναι όμως χρονιά Νίκου Καββαδία κι εγώ στη Γ' Γυμνασίου όταν πρωτοκρατάω στα χέρια μου τους στίχους από το "Federico Garcia Lorca" και τη "Θεσσαλονίκη". Στην αίθουσα της μουσικής προσπαθούμε να κάνουμε πρόβα, αλλά σταματάμε συνέχεια γιατί όλο κάποιος κάνει κάποιο λάθος και τη χαλάει. Αυτή τη φορά είμαστε εμείς. Τραγουδάμε μεγαλόπρεπα "μικροί στραβοί στα περιβόλια" και, όταν καταλαβαίνουμε το σαρδάμ, μας πιάνει νευρικό γέλιο. Τελικά, καταφέραμε και να κάνουμε ένα επιτυχημένο αφιέρωμα όταν ήρθε η ώρα και να γνωρίσουμε και να αγαπήσουμε τον Καββαδία και, μαθαίνοντας μια από τις πιο σημαντικές δισκογραφικές δουλειές της ελληνικής μουσικής, να ξεστραβωθούμε.
       Στραβωμάρα είχα εκείνο το βράδυ που γύριζα σπίτι. Ήταν αργά τη νύχτα, είχε κρύο, ήμουν πολύ χαρούμενη, λίγο πιωμένη και νέα οδηγός. Το ραδιόφωνο του αυτοκινήτου παίζει με τον ήχο δυνατά και το σταθμό στη Μέντα. Οι δρόμοι είναι άδειοι κι εγώ γκαρίζω τραγουδώντας με όλο μου το είναι, συνοδεύοντας την Άλκηστη Πρωτοψάλτη. "Να κι η Πούλια ξημερώνει, το θεό παρακαλώ και στο φως πού δυναμώνει..." πριν πει η Πρωτοψάλτη το αχ! που ακολουθεί στο τραγούδι, το φωνάζω εγώ. Ένα γατί έχει πεταχτεί από το πουθενά στις ρόδες μου κι έχει κοκκαλώσει. Πατάω απότομα φρένο και πέφτω με φόρα πάνω στο τιμόνι. Το γατί έχει πάρει αμυντική στάση, πλην όμως με κοιτάει ακούνητο, τυφλωμένο από τους προβολείς. Περιμένω να φύγει, τίποτα. Του κορνάρω, τίποτα. Τελικά, σβήνω τα φώτα, αυτό ξαναζωντανεύει κι εξαφανίζεται αστραπιαία στο διπλανό πάρκο.

...Shuffle...