Τρίτη, 29 Μαρτίου 2016

Γκαρσονιέρα 29 τ.μ

"Ενοικιάζεται: γκαρσονιέρα 29 τ.μ, ανεξάρτητο διαμέρισμα, χωρίς κοινόχρηστα, κατάλληλο για φοιτητή. Για πληροφορίες τηλεφωνήστε ..."

Είδα το ενοικιαστήριο κατεβαίνοντας το δρόμο που φεύγει από την πανεπιστημιούπολη. Γκαρσονιέρα, χωρίς κοινόχρηστα. Δεν ξέρω πώς μπορεί να είναι μέσα το σπιτάκι αυτό, αλλά το κιτρινοκόκκινο αφισάκι με κοίταξε ίσια στα μάτια για κάμποση ώρα. 
29 τετραγωνικά μέτρα για να τα κάνεις ό,τι θες. 
Σε 29 τετραγωνικά μέτρα χωράει ένα κρεβάτι και μια κουζινούλα μ'ένα νεροχύτη. Χωράει μια μεγάλη βιβλιοθήκη και μια μικρή ντουλάπα. Χωράει ένα ραδιόφωνο, βαλμένο δίπλα στο μαξιλάρι του κρεβατιού, κι ένα χαμηλό τραπέζι στη μέση γεμάτο με χαρτιά, βιβλία, σιντί κι έναν μικρό υπολογιστή. Χωράνε κάλτσες, σκόρπιες από εδώ κι από εκεί, και μπλουζάκια και φούτερ που κρέμονται από όπου είναι δυνατόν να κρεμαστεί κάποιο ρούχο.
Οι τοίχοι είναι βαμμένοι κίτρινοι και άσπροι. Ο ένας έχει ένα χρώμα πολύ έντονο, ίσως μπλε. Στο κρεβάτι είναι στρωμένο ένα πάπλωμα και πάνω του είναι πεταμένα μια τσάντα, κλειδιά και κινητό. Το πάτωμα, φαντάζομαι, έχει πλακάκια. Ίσως να τα ζεσταίνει ένα μικρό χαλί, εκεί που είναι το τραπεζάκι, σε έντονα χρώματα.

Στη μικρή γκαρσονιέρα παίζει μονίμως μουσική. Μπορεί να είναι ραδιόφωνο, μπορεί να είναι υπολογιστής, μπορεί να είναι σιντί. Ο χώρος είναι μαγευτικά ακατάστατος, τόσο όσο να μπορεί καθαρίζεται. Δεν υπάρχουν όμορφα τακτοποιημένες στοίβες με σημειώσεις, ούτε καλοδιπλωμένα ρούχα στα συρτάρια. Μόνο τα βιβλία είναι ταξινομημένα ανά κατηγορία κι ανά ύψος. Θέατρο, ποίηση, λογοτεχνία, αγαπημένα μυθιστορήματα. Σε ένα δυσπρόσιτο ράφι τα πανεπιστημιακά συγγράμματα με τα αρχαία κείμενα και τις γραμματικές. Στο πάτωμα στοιβαγμένα τα επιτραπέζια: τρίβιαλ, μονόπολυ και ταμπού και δίπλα τους ένα κουτί με ξεχασμένα κάτι μπλοκ ακουαρέλας, μπογιές, πινέλα και παστέλ. Σε περίοπτη θέση, φυσικά, τα κόμιξ: Αστερίξ, Λούκυ Λουκ, Μίκυ Μαους και Μικρός Ήρωας.
        
Θα ήθελα να έχει και μια εσάνς από μαγειρεμένο φαγητό η γκαρσονιέρα, αλλά δεν το νομίζω. Πιο πιθανό το βρίσκω στο νεροχύτη να συχνάζουν άπλυτα μπολ και στα σκουπίδια κουτιά από κορν φλέικς. Φυσικά και ζει ο άνθρωπος με κορν φλέικς. Ε, κι αν πεινάσεις και σού'ρθει η όρεξη για μαγείρεμα, φτιάχνεις κάτι για να έχεις να κεράσεις κανέναν που μπορεί να περάσει, να δει φως και να μπει μέσα. 

Απαραίτητο είναι να έχει μεγάλα παράθυρα, ει δυνατόν και μπαλκονάκι. Αν υπάρχει μπαλκόνι έχει τουλάχιστον τρεις γλάστρες. Η μια έχει ένα δεντράκι πλατύφυλλο, η άλλη μυρωδικά: δυόσμο και βασιλικό, ίσως ρίγανη. Η τρίτη έχει την αποτυχημένη προσπάθεια ενός μποστανιού με ντομάτες και κρεμμύδια. Στη θέση τους έχουν φυτρώσει τριφύλλια, μια τσουκνίδα και κάνα-δυο μαργαρίτες.
Από τη μέσα μεριά του ενός παραθύρου και της μπαλκονόπορτας κρέμονται οι κουρτίνες, ανοιχτού χρώματος για να περνάει το φως.

Σ'αυτήν την γκαρσονιέρα δεν υπάρχουν κανόνες, ούτε ωράρια. Υπάρχουν όμως μισοαρχινισμένα όνειρα και μισοτελειωμένες σκέψεις που δεν μπορούν να πετάξουν, γιατί έχουν γραπωθεί από τη μικρή χειροποίητη ονειροπαγίδα που κρέμεται πάνω από το παράθυρο. Υπάρχουν επίσης τρανταχτά γέλια, απελπισμένα κλάμματα και φωνές ενθουσιασμού, παγιδευμένα από τους τοίχους και τα αυτιά των γειτόνων. Υπάρχουν ξενύχτια και μεσημεριάτικα ξυπνήματα αλλά και μεταμεσονύχτιες επιστροφές στο σπίτι, ακροπατητί, χωρίς να ξέρεις γιατί, αφού μέσα δεν είναι κανείς.

Στην γκαρσονιέρα το χειμώνα κάνει κρύο και κυκλοφορείς με μια κόκκινη φλις κουβέρτα στους ώμους, σαν τον σούπερμαν. Το καλοκαίρι το ψυγείο είναι εφοδιασμένο με παγάκια, μπουκάλια με νερό και τουλάχιστον δυο κανάτες με κρύο τσάι και λεμόνι και τα παράθυρα είναι όλα ανοιχτά.

Επίσης, η γκαρσονιέρα αυτή πρέπει να βρίσκεται σε κάποιον ψηλό όροφο. Δεύτερο ή και ψηλότερα έτσι ώστε, τα βράδια, να μπορείς να σβήνεις τα φώτα και να γονατίζεις πάνω στο μαξιλάρι του κρεβατιού κατασκοπεύοντας από το παράθυρο όλα τα γύρω σπίτια που έχουν φωτισμένο παράθυρο. Την απέναντι οικογένεια που τρώει, τον τυπά με τον σκύλο, το ζευγάρι, τον τύπο χωρίς σκύλο...

Ανοιγοκλείνω τα μάτια και ρίχνω μια τελευταία ματιά στο ενοικιαστήριο και στη ζωή που κρύβεται πίσω από τη φράση "γκαρσονιέρα, 29 τ.μ". Μια ζωή απολύτως ελεύθερη κι αδέσμευτη, χωρίς γκρίνιες, χωρίς ωράρια, χωρίς πρέπει και με άπειρα μπορώ. Μια γκαρσονιέρα με νότες να ξεχειλίζουν από παντού, χωρίς "χαμήλωσέ το". Μια  γκαρσονιέρα ακατάστατη και γεμάτη θαλπωρή, όπου πάντα θα υπάρχει χώρος για άλλον έναν άνθρωπο κι έναν σκύλο.

Όλα αυτά τα έλεγε το ενοικιαστήριο που με κοίταξε βαθειά, πίσω από τα μάτια, αλλά του αρνήθηκα. Του ψιθύρισα να μη με βάζει σε τέτοιους πειρασμούς. Στις μέρες μας, όταν το πατρικό σου είναι στην πόλη που σπουδάζεις και δουλεύεις, μένεις εκεί. Με τον μπαμπά και τη μαμά σου, στην κάμαρά σου την παιδική, μέχρι νεωτέρας.

Δευτέρα, 7 Μαρτίου 2016

Ραγισμένοι άνθρωποι

Όσοι έχουν υπάρξει εθελοντές σε οποιαδήποτε φάση του πρασφυγικού και σε οποιοδήποτε μέρος, έχουν έναν κοινό κώδικα επικοινωνίας που βασίζεται σε κοινές εμπειρίες.
Κάπως έτσι, μια από τις πιο συχνές ερωτήσεις που ακούγονται είναι το "από πότε και μετά μπορούσες να κοιμηθείς τα βράδια;". Η ερώτηση είναι αμήχανη και η απάντηση ακόμη περισσότερο, για δυο λόγους. Γιατί κανείς μας δεν μπορεί να κοιμηθεί ήσυχα τα βράδια και γιατί νιώθουμε άσχημα γι αυτο. Αν εμείς, που φεύγουμε από το σπίτι μας και γυρνάμε στο ζεστό μας μπάνιο και σ'ένα μαλακό κρεβάτι δεν μπορούμε να κοιμηθούμε, οι πρόσφυγές μας τι μπορούν να πουν;

Δεν μπορούν να πουν τιποτα και δεν είναι λίγες οι φορές που οι πρόσφυγές μας σπάνε. Επιβίωσαν τον πόλεμο, την πορεία προς την Τουρκία, το πέρασμα της θάλασσας, το ταξίδι στην Αθήνα. Πίστευαν ότι μόλις έφταναν στην Ευρώπη, δηλαδή στα νησιά μας, όλα θα τέλειωναν. Και φτάνοντας εδώ βλέπουν μια νέα Οδύσσεια να ανοίγεται μπροστά τους.
Κέντρα φιλοξενείας στην Ελλάδα, αναμονή στα κλειστά σύνορα και μετά;
Η ελπίδα τους κρέμεται από τις αποφάσεις των κυβερνήσεων της Ευρώπης και το διπλωματικό παιχνίδι της Τουρκίας. Απειλούν ο ένας τον άλλον μ'αυτούς.

Και οι πρόσφυγές μας, ραγισμένοι προ πολλού, σπάνε.

Είναι νηστικοί, πεινάνε και μας ζητούν φαγητό. Δεν έχουμε, πρέπει να περιμένουν. Στο μεταξύ δίνουμε "εισιτήρια". Όποιος κρατάει χαρτάκι θα το ανταλλάξει με μια μερίδα. Προς το παρόν δε μας φτάνουν για να δώσουμε δεύτερες και τρίτες. Μια ο καθένας αυστηρά. Είμαστε οι πρώτοι που εμφανιζόμαστε και τους λέμε ότι είμαστε εκεί γι αυτούς, αλλά δεν κρατάμε τίποτα για να το αποδείξουμε. Είναι θυμωμένοι, απελπισμένοι και νηστικοί. Προσπαθούμε να τους βάλουμε να κάνουν ουρά. Η διαδικασία προχωράει αργά, αλλά προχωράει. Η οδηγία που τους δίνουμε είναι ότι κάθε χαρτάκι είναι για ένα άτομο. Ένας άντρας μπερδεύεται, ζητά πέντε, για όλη την οικογένεια, του δίνουν ένα. Θυμώνει, χαλάει τη σειρά, ουρλιάζει. Ψάχνει να βρει κάποιον που μιλά αραβικά, αλλά τον ακούν μόνο οι ξένοι δημοσιογράφοι που τραβούν πλάνα.
Δυο εθελοντές τον πλησιάζουν, προσπαθούν να καταλάβουν τι συμβαίνει. Τους φωνάζει και του φωνάζουν. Ο άντρας απελπίζεται. Παίρνει το χαρτάκι και το σκίζει σε μικρά κομματάκια. Οι εθελοντές καταλαβαίνουν τι έχει συμβεί. Προσπαθούν να τον ηρεμήσουν. Ο άντρας ακόμη φωνάζει. Δίπλα του τον πιάνουν από το χέρι τρια αγοράκια από πέντε ως οχτώ-εννιά χρονών. Τα μάτια του δακρύζουν.

Είναι πάνω από μια βδομάδα εγκλωβισμένοι στο Ολυμπιακό Ακίνητο του Γαλατσίου, χωρίς να μπορούν να φύγουν. Τα λεφτά έφταναν ως την Αθήνα, δεν έχουν για παρακάτω. Η οικογένεια είναι τετραμελής. Μαμά και τρια παιδιά. Ένα κορίτσι όχι πάνω από δώδεκα χρονών, ένα άλλο γύρω στα πέντε-έξι κι ένα μωράκι λιγότερο από ενός έτους. Η μάνα είναι χαμένη σε έναν δικό της κόσμο. Τρώει, πλένεται, στρώνει τα κρεβάτια και ντύνει τα παιδιά. Μιλάει μηχανικά, μιλάει μόνη της, τα μάτια της δεν εστιάζουν, ντύνεται παλαβά. Τη φροντίζει το μεγαλύτερό της παιδί. Κι αυτήν και τα άλλα δυο. Να φάνε, να είναι καθαρά και φρόνιμα. Αυτή παίρνει πράγματα για όλη την οικογένεια. Από ρούχα ως σερβιέτες για τη μαμά της και πάνες για το αδερφάκι της. Είναι επίμονη, ύπουλη, δεν μας ακούει. Μας κοροϊδεύει, προσπαθεί να αρπαξει πράγματα που δε χρειάζεται στα κρυφά. Κι εμείς όμως την έχουμε πάρει χαμπάρι, τη διώχνουμε, δεν την αφήνουμε να παίρνει ό,τι θέλει, της φωνάζουμε και την υποχρεώνουμε να φέρει τη μαμά της για να πάρει πράγματα που είναι "μόνο για μεγάλους". Κι εκείνη μας φωνάζει, μας βρίζει και μας απειλεί. Ένα απόγευμα κάθεται μόνη της σ'ένα τραπέζι και κλαίει.

Είναι γύρω στα δεκαπέντε, μπορεί και μικρότερη. Φοράει ένα πράσινο μπλουζάκι με γιακά κι από πάνω κόκκινη ζακέτα. Τα μαλλιά της είναι μαύρα και το δέρμα της κάτασπρο. Μένει σε μια σκηνή με άλλα τρία άτομα στον κήπο δίπλα στον επιβατικό σταθμό της Ε2 στον Πειραιά. Το μεσημέρι της δίνω κοτόπουλο με μακαρόνια και μου χαμογελάει. Φοράει ένα μαύρο παντελόνι και τα μαλλιά της είναι ελεύθερα, χωρίς μαντίλα. Αν δεν την άκουγα να μιλάει αραβικά και δεν την έβλεπα να βγαίνει από τη σκηνή θα της μίλαγα ελληνικά και θα της έλεγα να έρθει να βοηθήσει. Μετά το φαγητό κάθεται κάτω από μια κορομηλιά που φυτρώνει στην αυλή και κλαίει. Μετά σηκώνεται και περπατάει πάνω κάτω και πάντα κλαίει.

Ραγίζουν και σπάνε οι πρόσφυγές μας και δεν μπορούμε να κάνουμε τίποτα γι αυτό. Η ερώτηση "όλα καλά;" δεν έχει νόημα.
Η απάντηση είναι ήδη όχι.
Κι εμείς δεν έχουμε δικαίωμα να νιώθουμε ραγισμένοι.