Δευτέρα, 7 Μαρτίου 2016

Ραγισμένοι άνθρωποι

Όσοι έχουν υπάρξει εθελοντές σε οποιαδήποτε φάση του πρασφυγικού και σε οποιοδήποτε μέρος, έχουν έναν κοινό κώδικα επικοινωνίας που βασίζεται σε κοινές εμπειρίες.
Κάπως έτσι, μια από τις πιο συχνές ερωτήσεις που ακούγονται είναι το "από πότε και μετά μπορούσες να κοιμηθείς τα βράδια;". Η ερώτηση είναι αμήχανη και η απάντηση ακόμη περισσότερο, για δυο λόγους. Γιατί κανείς μας δεν μπορεί να κοιμηθεί ήσυχα τα βράδια και γιατί νιώθουμε άσχημα γι αυτο. Αν εμείς, που φεύγουμε από το σπίτι μας και γυρνάμε στο ζεστό μας μπάνιο και σ'ένα μαλακό κρεβάτι δεν μπορούμε να κοιμηθούμε, οι πρόσφυγές μας τι μπορούν να πουν;

Δεν μπορούν να πουν τιποτα και δεν είναι λίγες οι φορές που οι πρόσφυγές μας σπάνε. Επιβίωσαν τον πόλεμο, την πορεία προς την Τουρκία, το πέρασμα της θάλασσας, το ταξίδι στην Αθήνα. Πίστευαν ότι μόλις έφταναν στην Ευρώπη, δηλαδή στα νησιά μας, όλα θα τέλειωναν. Και φτάνοντας εδώ βλέπουν μια νέα Οδύσσεια να ανοίγεται μπροστά τους.
Κέντρα φιλοξενείας στην Ελλάδα, αναμονή στα κλειστά σύνορα και μετά;
Η ελπίδα τους κρέμεται από τις αποφάσεις των κυβερνήσεων της Ευρώπης και το διπλωματικό παιχνίδι της Τουρκίας. Απειλούν ο ένας τον άλλον μ'αυτούς.

Και οι πρόσφυγές μας, ραγισμένοι προ πολλού, σπάνε.

Είναι νηστικοί, πεινάνε και μας ζητούν φαγητό. Δεν έχουμε, πρέπει να περιμένουν. Στο μεταξύ δίνουμε "εισιτήρια". Όποιος κρατάει χαρτάκι θα το ανταλλάξει με μια μερίδα. Προς το παρόν δε μας φτάνουν για να δώσουμε δεύτερες και τρίτες. Μια ο καθένας αυστηρά. Είμαστε οι πρώτοι που εμφανιζόμαστε και τους λέμε ότι είμαστε εκεί γι αυτούς, αλλά δεν κρατάμε τίποτα για να το αποδείξουμε. Είναι θυμωμένοι, απελπισμένοι και νηστικοί. Προσπαθούμε να τους βάλουμε να κάνουν ουρά. Η διαδικασία προχωράει αργά, αλλά προχωράει. Η οδηγία που τους δίνουμε είναι ότι κάθε χαρτάκι είναι για ένα άτομο. Ένας άντρας μπερδεύεται, ζητά πέντε, για όλη την οικογένεια, του δίνουν ένα. Θυμώνει, χαλάει τη σειρά, ουρλιάζει. Ψάχνει να βρει κάποιον που μιλά αραβικά, αλλά τον ακούν μόνο οι ξένοι δημοσιογράφοι που τραβούν πλάνα.
Δυο εθελοντές τον πλησιάζουν, προσπαθούν να καταλάβουν τι συμβαίνει. Τους φωνάζει και του φωνάζουν. Ο άντρας απελπίζεται. Παίρνει το χαρτάκι και το σκίζει σε μικρά κομματάκια. Οι εθελοντές καταλαβαίνουν τι έχει συμβεί. Προσπαθούν να τον ηρεμήσουν. Ο άντρας ακόμη φωνάζει. Δίπλα του τον πιάνουν από το χέρι τρια αγοράκια από πέντε ως οχτώ-εννιά χρονών. Τα μάτια του δακρύζουν.

Είναι πάνω από μια βδομάδα εγκλωβισμένοι στο Ολυμπιακό Ακίνητο του Γαλατσίου, χωρίς να μπορούν να φύγουν. Τα λεφτά έφταναν ως την Αθήνα, δεν έχουν για παρακάτω. Η οικογένεια είναι τετραμελής. Μαμά και τρια παιδιά. Ένα κορίτσι όχι πάνω από δώδεκα χρονών, ένα άλλο γύρω στα πέντε-έξι κι ένα μωράκι λιγότερο από ενός έτους. Η μάνα είναι χαμένη σε έναν δικό της κόσμο. Τρώει, πλένεται, στρώνει τα κρεβάτια και ντύνει τα παιδιά. Μιλάει μηχανικά, μιλάει μόνη της, τα μάτια της δεν εστιάζουν, ντύνεται παλαβά. Τη φροντίζει το μεγαλύτερό της παιδί. Κι αυτήν και τα άλλα δυο. Να φάνε, να είναι καθαρά και φρόνιμα. Αυτή παίρνει πράγματα για όλη την οικογένεια. Από ρούχα ως σερβιέτες για τη μαμά της και πάνες για το αδερφάκι της. Είναι επίμονη, ύπουλη, δεν μας ακούει. Μας κοροϊδεύει, προσπαθεί να αρπαξει πράγματα που δε χρειάζεται στα κρυφά. Κι εμείς όμως την έχουμε πάρει χαμπάρι, τη διώχνουμε, δεν την αφήνουμε να παίρνει ό,τι θέλει, της φωνάζουμε και την υποχρεώνουμε να φέρει τη μαμά της για να πάρει πράγματα που είναι "μόνο για μεγάλους". Κι εκείνη μας φωνάζει, μας βρίζει και μας απειλεί. Ένα απόγευμα κάθεται μόνη της σ'ένα τραπέζι και κλαίει.

Είναι γύρω στα δεκαπέντε, μπορεί και μικρότερη. Φοράει ένα πράσινο μπλουζάκι με γιακά κι από πάνω κόκκινη ζακέτα. Τα μαλλιά της είναι μαύρα και το δέρμα της κάτασπρο. Μένει σε μια σκηνή με άλλα τρία άτομα στον κήπο δίπλα στον επιβατικό σταθμό της Ε2 στον Πειραιά. Το μεσημέρι της δίνω κοτόπουλο με μακαρόνια και μου χαμογελάει. Φοράει ένα μαύρο παντελόνι και τα μαλλιά της είναι ελεύθερα, χωρίς μαντίλα. Αν δεν την άκουγα να μιλάει αραβικά και δεν την έβλεπα να βγαίνει από τη σκηνή θα της μίλαγα ελληνικά και θα της έλεγα να έρθει να βοηθήσει. Μετά το φαγητό κάθεται κάτω από μια κορομηλιά που φυτρώνει στην αυλή και κλαίει. Μετά σηκώνεται και περπατάει πάνω κάτω και πάντα κλαίει.

Ραγίζουν και σπάνε οι πρόσφυγές μας και δεν μπορούμε να κάνουμε τίποτα γι αυτό. Η ερώτηση "όλα καλά;" δεν έχει νόημα.
Η απάντηση είναι ήδη όχι.
Κι εμείς δεν έχουμε δικαίωμα να νιώθουμε ραγισμένοι.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου