Παρασκευή, 8 Απριλίου 2016

Τη νύχτα μετά

Το βράδυ βλέπω στον ύπνο μου τους πρόσφυγες. Τους βλέπω να βγαίνουν από μια βάρκα με τα μωρά στην αγκαλιά και τους γέρους στα χέρια.
Να φιλάνε το χώμα με δάκρια στα μάτια.
Να περπατούν στο δρόμο με τα πράγματά τους και τον ήλιο στην πλάτη. Φτάσανε ως εδώ και τώρα πάνε για παρακάτω.
Τους βλέπω να κάνουν ουρά για το φαγητό, για τα ρούχα, τις κουβέρτες, τις σκηνές και τα χαρτιά τους.
Να κοιμούνται ο ένας πλάι στον άλλον μέσα στη λιγοστή ιδιωτικότητα που προσφέρουν οι σκηνές τους.
Τους βλέπω να μετρούν τις μέρες, τα πράγματα και τις δυνάμεις τους.
Τους βλέπω να γελούν, να απελπίζονται, να κλαίνε, να χαίρονται, να τραγουδούν, να χορεύουν, να λυγίζουν, να σπάνε, να προσεύχονται, να μαλώνουν, να παρηγορούνται.
Τους βλέπω να κουτσομπολεύουν, να αγωνιούν, ν’ αναρωτιούνται, να ψάχνουν απαντήσεις και μέλλον.
Τους βλέπω να φωτογραφίζονται μεταξύ τους και μαζί μας, να μας λένε τις ιστορίες τους, τις ελπίδες και του φόβους τους, τους βλέπω να μας φωνάζουν και να μας βρίζουν και μετά να ζητούν συγγνώμη με κατεβασμένο κεφάλι, απλωμένο χέρι συμφιλίωσης και μια ανοιχτή αγκαλιά.
Τους βλέπω να δέχονται τα λόγια και τα χαμόγελά μας με δίψα.
Τους βλέπω να προσπαθούν να μάθουν τη γλώσσα μας, να θέλουν να επικοινωνήσουν, με αγωνία. Να επικοινωνήσουν, να μιλήσουν, να μοιραστούμε τις σκέψεις μας, τ’αστεία μας και τα τραγούδια μας.

Όχι. Αυτούς δεν τους βλέπω στον ύπνο μου. Αυτούς τους έχω δει, τους έχω αγγίξει, τους έχω
αγκαλιάσει. Έχω κλάψει κι έχω γελάσει μαζί τους. Έχουμε τσακωθεί κι έχουμε φιλιώσει. Τους έχω προσφέρει και τους έχω αναγκάσει να δώσουν πίσω πράγματα που πήραν κρυφά ή με το ζόρι. Έχω μάθει να προφέρω το όνομά τους κι έχω συνηθίσει τον ήχο της γλώσσας τους. Έχω γνωρίσει τις οικογένειές τους κι έχω μάθει τις ιστορίες τους. Ξέρω από πού έρχονται και πού πάνε, ξέρω πόσους έχασαν στο δρόμο. Ξέρω τις συνήθειές τους, τι τους αρέσει να τρων και τι φορούν. Ξέρω ποιοι τραγουδάνε και ποιοι προκαλούν προβλήματα. Ποιους μπορώ να εμπιστευτώ και ποιοι θα με κοροϊδέψουν. Έχω παίξει με τα παιδιά τους σχοινάκι και λάστιχο και αεροπλανάκι και «δεν περνάς κυρά-Μαρία» και «Αντουανέττα» στα αραβικά.

Όχι. Αυτούς τους ξέρω πολύ καλά. Ξέρω τη μυρωδιά και την όψη τους, τις συνήθειές τους, τις αντιδράσεις τους, περηφανεύομαι πως καταλαβαίνω τον τρόπο που σκέφτονται.

Στον ύπνο μου δε βλέπω αυτούς.
Στον ύπνο μου βλέπω κάποιους άλλους.
Βλέπω ανθρώπους να μουλιάζουν στη βροχή, βουτηγμένοι στις λάσπες σ’έναν καταυλισμό από σκηνές που μπάζουν νερό και κρύο. Βρίσκονται σε μια ξένη χώρα. Δεν ξέρουν πού θα πάνε, δεν ξέρουν τι θα κάνουν, τι θα τους αφήσουν να κάνουν αύριο.
Βλέπω ότι μένουμε σε μια σκηνή έξι άτομα. Ότι έχουμε μόνο ότι χωράει στα σακίδιά μας. Το σπίτι μας, οι αγαπημένοι μας, τα σκυλιά και τα γατιά μας, τα βιβλία και οι ζωγραφιές μας, η ζωή μας, όλα έμειναν πίσω. Τώρα είμαστε στο δρόμο. Είμαστε μόνοι μας. Κανείς δε μας νοιάζεται, κανείς δε μας θέλει. Είμαστε βρώμικοι, επικίνδυνοι, υποψήφιοι κακοποιοί. Είμαστε κακομοίρηδες, χωρίς αξιοπρέπεια, έρμαια στις διαθέσεις των ανθρώπων που συναντούμε και εξαρτημένοι από την ελεημοσύνη τους.

Κάνουμε ουρά για το φαγητό, για τα ρούχα, τις κουβέρτες, τις σκηνές και τα χαρτιά μας. Γύρω μας άνθρωποι με φωσφοριζέ γιλέκα μιλούν μια γλώσσα εντελώς ξένη σε μας, που ακούγεται περίεργη κιεχθρική. Δεν καταλαβαίνουμε τίποτε απ’αυτά που μας λένε. Μόνο από τις εκφράσεις τους μπορούμε να ξέρουμε αν μας χαιρετούν ή αν μας βρίζουν. Μας συμπεριφέρονται τόσο διαφορετικά απ’όσο έχουμε μάθει να μας αντιμετωπίζουν…
Η αστυνομία αυτής της ομιχλώδους χώρας κλείνει σε τείχος γύρω μας και μας σημαδεύει με τα όπλα της. Μπροστά μας, το συρματόπλεγμα. Έχει κλείσει για να μη φύγουμε. Κανείς δε μας θέλει. Αυτοί που μας έδιωξαν από τη χώρα μας, αυτοί που κατέστρεψαν το σπίτι μας και σκότωσαν τους συγγενείς και τους φίλους και τους γείτονές μας, μας λένε ότι εμείς φταίμε που φύγαμε. Δε μας θέλουν στις δικιές τους χώρες, στα δικά τους σπίτια. Δε θέλουν να μάθουμε να μιλάμε την ίδια γλώσσα, ούτε να σκεφτόμαστε στον ίδιο ρυθμό.

Είμαστε, κακοί, ενοχλητικοί, ανεπιθύμητοι. Και στεκόμαστε στην ουρά κάτω από τη βροχή. Χωρίς γαλότσες, χωρίς αδιάβροχο, χωρίς τίποτα εκτός από εμάς τους ίδιους. Ο καθένας μας έχει για αποκούμπι τον εαυτό του. Κανείς δεν αντέχει να σηκώσει τον πόνο και του διπλανού του. Είμαστε εγκλωβισμένοι, απελπισμένοι και μόνοι.
Είμαστε εγώ κι εσύ. Εσύ είσαι εγώ κι εγώ είμαι εσύ. Ο ένας από μας είναι στη λάθος πλευρά του φράχτη, του κόσμου, της τύχης. Εσύ ή εγώ. Κι εγώ κι εσύ. Εσύ έχεις, εγώ έχασα. Εσύ έχασες, εγώ πήρα. Μας είπαν ότι έτσι είναι, ότι έτσι δουλεύει. Εσύ με κοιτάς από τη μια μεριά κι εγώ από την άλλη. Ποιος είναι στη σωστή πλευρά; Ποιος είναι ο τυχερός; Σήμερα ήμουν εγώ. Αύριο;

Ξυπνάω. Στην επόμενη ουρά για φαγητό κοιτάω αυτούς που έχω απέναντί μου. Βλέπω τον εαυτό μου σε κάθε έναν. Όλοι τους είναι εγώ. Κάθε ένας από τους ανθρώπους που στέκονται απέναντί μου κατά  τύχη δεν είναι εγώ.
Σήμερα είμαι εγώ που φοράω το φωσφοριζέ γιλέκο. Αύριο;

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου